ك
إصحاح
G4749
G4750. stóma
G4751
المعنى المختصر للكلمة
stóma: the mouth (as if a gash in the face)
اللفظ الأصلي στόμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق stóma (stom-a)
تكرار الورود في الكتاب 36 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 the mouth (as if a gash in the face)
2 by implication, language (and its relations)
3 figuratively, an opening (in the earth)
4 specially, the front or edge (of a weapon)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
edge face mouth

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τοῦ ; στόματος (5×) στόματος (5×) στόμα (5×) διὰ ; στόματος (4×) τὸ ; στόμα (3×) στόματα (2×) πρὸς ; στόμα (2×) εἰς ; τὸ ; στόμα (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (36 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَجَابَ وَقَالَ: مَكْتُوبٌ: لَيْسَ بِالْخُبْزِ وَحْدَهُ يَحْيَا الإِنْسَانُ، بَلْ بِكُلِّ كَلِمَةٍ تَخْرُجُ مِنْ فَمِ اللهِ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν· γέγραπται· οὐκ ἐπ᾽ ; ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ἐπὶ ; παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος θεοῦ.¶
متى 12: 34 Mat.12.34
يَا أَوْلاَدَ الأَفَاعِي. كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَتَكَلَّمُوا بِالصَّالِحَاتِ وَأَنْتُمْ أَشْرَارٌ. فَإِنَّهُ مِنْ فَضْلَةِ الْقَلْب يَتَكَلَّمُ الْفَمُ.
γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς δύνασθε λαλεῖν ἀγαθὰ ὄντες; πονηροὶ γὰρ ἐκ τοῦ ; περισσεύματος τῆς ; καρδίας λαλεῖ.¶ τὸ ; στόμα
متى 15: 11 Mat.15.11
لَيْسَ مَا يَدْخُلُ الْفَمَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ، بَلْ مَا يَخْرُجُ مِنَ الْفَمِ هذَا يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς ; τὸ ; στόμα κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ ; στόματος, τοῦτο κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
متى 15: 11 Mat.15.11
لَيْسَ مَا يَدْخُلُ الْفَمَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ، بَلْ مَا يَخْرُجُ مِنَ الْفَمِ هذَا يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς ; τὸ ; στόμα κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ ; στόματος, τοῦτο κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.¶
متى 15: 17 Mat.15.17
أَلاَ تَفْهَمُونَ بَعْدُ أَنَّ كُلَّ مَا يَدْخُلُ الْفَمَ يَمْضِي إِلَى الْجَوْفِ وَيَنْدَفِعُ إِلَى الْمَخْرَجِ.
Οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον εἰς ; τὸ ; στόμα χωρεῖ εἰς κοιλίαν ; τὴν ἐκβάλλεται; ; καὶ εἰς ἀφεδρῶνα
متى 15: 18 Mat.15.18
وَأَمَّا مَا يَخْرُجُ مِنَ الْفَمِ فَمِنَ الْقَلْب يَصْدُرُ، وَذَاكَ يُنَجِّسُ الإِنْسَانَ،
δὲ τὰ ; ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ ; στόματος ἐκ τῆς ; καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ; ἄνθρωπον.
متى 18: 16 Mat.18.16
وَإِنْ لَمْ يَسْمَعْ، فَخُذْ مَعَكَ أَيْضًا وَاحِدًا أَوِ اثْنَيْنِ، لِكَيْ تَقُومَ كُلُّ كَلِمَةٍ عَلَى فَمِ شَاهِدَيْنِ أَوْ ثَلاَثَةٍ.
ἐὰν ; δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ ; σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο ἵνα σταθῇ πᾶν ῥῆμα. ἐπὶ στόματος δύο ; μαρτύρων ἢ τριῶν
متى 21: 16 Mat.21.16
وَقَالُوا لَهُ: أَتَسْمَعُ مَا يَقُولُ هؤُلاَءِ. فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: نَعَمْ. أَمَا قَرَأْتُمْ قَطُّ: مِنْ أَفْوَاهِ الأَطْفَالِ وَالرُّضَّعِ هَيَّأْتَ تَسْبِيحًا..
καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· ἀκούεις τί λέγουσιν; οὗτοι δὲ ; λέγει αὐτοῖς· ὁ ; Ἰησοῦς ναί. οὐδέποτε ; ἀνέγνωτε ὅτι ; ἐκ στόματος νηπίων καὶ ; θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον;¶
كَمَا تَكَلَّمَ بِفَمِ أَنْبِيَائِهِ الْقِدِّيسِينَ الَّذِينَ هُمْ مُنْذُ الدَّهْرِ،
καθὼς ἐλάλησεν διὰ ; στόματος τῶν ; προφητῶν ; αὐτοῦ· ἁγίων τῶν ἀπ᾽ ; αἰῶνος
لأَنِّي أَنَا أُعْطِيكُمْ فَمًا وَحِكْمَةً لاَ يَقْدِرُ جَمِيعُ مُعَانِدِيكُمْ أَنْ يُقَاوِمُوهَا أَوْ يُنَاقِضُوهَا.
γὰρ ἐγὼ δώσω ; ὑμῖν στόμα καὶ ; σοφίαν ᾗ ; οὐ δυνήσονται πάντες οἱ ; ἀντικείμενοι ; ὑμῖν.¶ ἀντιστῆναι οὐδὲ ἀντειπεῖν
وَيَقَعُونَ بِفَمِ السَّيْفِ، وَيُسْبَوْنَ إِلَى جَمِيعِ الأُمَمِ، وَتَكُونُ أُورُشَلِيمُ مَدُوسَةً مِنَ الأُمَمِ، حَتَّى تُكَمَّلَ أَزْمِنَةُ الأُمَمِ.
καὶ ; πεσοῦνται στόματι μαχαίρης καὶ ; αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἔσται Ἰερουσαλὴμ πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι πληρωθῶσιν καιροὶ ἐθνῶν.
وَكَانَ إِنَاءٌ مَوْضُوعًا مَمْلُوًّا خَّلاً، فَمَلأُوا إِسْفِنْجَةً مِنَ الْخَلِّ، وَوَضَعُوهَا عَلَى زُوفَا وَقَدَّمُوهَا إِلَى فَمِهِ.
οὖν σκεῦος ἔκειτο μεστόν. ὄξους δέ; πλήσαντες; οἱ σπόγγον ὄξους καὶ ; περιθέντες ὑσσώπῳ προσήνεγκαν ; αὐτοῦ τῷ στόματι.
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يَتِمَّ هذَا الْمَكْتُوبُ الَّذِي الرُّوحُ الْقُدُسُ فَقَالَهُ بِفَمِ دَاوُدَ، عَنْ يَهُوذَا الَّذِي صَارَ دَلِيلاً لِلَّذِينَ قَبَضُوا عَلَى يَسُوعَ،
ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι ταύτην τὴν ; γραφὴν ἣν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον προεῖπεν διὰ ; στόματος Δαυὶδ περὶ Ἰούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσιν τὸν ; Ἰησοῦν·
وَأَمَّا اللهُ فَمَا سَبَقَ وَأَنْبَأَ بِهِ بِأَفْوَاهِ جَمِيعِ أَنْبِيَائِهِ، أَنْ يَتَأَلَّمَ الْمَسِيحُ، قَدْ تَمَّمَهُ هكَذَا.
δὲ ὁ ; θεὸς ἃ ; προκατήγγειλεν διὰ ; στόματος πάντων τῶν ; προφητῶν παθεῖν τὸν ; χριστὸν ; αὐτοῦ ἐπλήρωσεν οὕτως.
الَّذِي يَنْبَغِي أَنَّ السَّمَاءَ تَقْبَلُهُ، إِلَى أَزْمِنَةِ رَدِّ كُلِّ شَيْءٍ، الَّتِي تَكَلَّمَ اللهُ بِفَمِ جَمِيعِ أَنْبِيَائِهِ الْقِدِّيسِينَ مُنْذُ الدَّهْرِ.
ὃν δεῖ μὲν οὐρανὸν δέξασθαι ἄχρι χρόνων ἀποκαταστάσεως πάντων ὧν ἐλάλησεν ὁ ; θεὸς διὰ ; στόματος πάντων τῶν ; αὐτοῦ ; προφητῶν.¶ ἁγίων ἀπ᾽ αἰῶνος
فَفَتَحَ بُطْرُسُ فَاهُ وَقَالَ: بِالْحَقِّ أَنَا أَجِدُ أَنَّ اللهَ لاَ يَقْبَلُ الْوُجُوهَ.
Ἀνοίξας ; δὲ Πέτρος τὸ ; στόμα εἶπεν· ἐπ᾽ ; ἀληθείας καταλαμβάνομαι ὅτι ὁ ; θεός, οὐκ ; ἔστιν προσωπολήμπτης
وَإِذْ كَانَ بُولُسُ مُزْمِعًا أَنْ يَفْتَحَ فَاهُ قَالَ غَالِيُونُ لِلْيَهُودِ: لَوْ كَانَ ظُلْمًا أَوْ خُبْثًا رَدِيًّا أَيُّهَا الْيَهُودُ، لَكُنْتُ بِالْحَقِّ قَدِ احْتَمَلْتُكُمْ.
δὲ τοῦ ; Παύλου Μέλλοντος ἀνοίγειν τὸ ; στόμα εἶπεν ὁ ; Γαλλίων πρὸς ; τοὺς ; Ἰουδαίους· εἰ ; μὲν ; οὖν ἦν ἀδίκημά ἢ ῥᾳδιούργημα πονηρόν, ὦ Ἰουδαῖοι, ἂν κατὰ ; λόγον ἠνεσχόμην; ὑμῶν·
فَأَمَرَ حَنَانِيَّا رَئِيسُ الْكَهَنَةِ، الْوَاقِفِينَ عِنْدَهُ أَنْ يَضْرِبُوهُ عَلَى فَمِهِ.
δὲ ; ἐπέταξεν Ἁνανίας ὁ ; ἀρχιερεὺς τοῖς ; παρεστῶσιν αὐτῷ τύπτειν ; αὐτοῦ τὸ ; στόμα.
وَفَمُهُمْ مَمْلُوءٌ لَعْنَةً وَمَرَارَةً.
ὧν ; τὸ ; στόμα γέμει. ἀρᾶς καὶ ; πικρίας
وَنَحْنُ نَعْلَمُ أَنَّ كُلَّ مَا يَقُولُهُ النَّامُوسُ فَهُوَ يُكَلِّمُ بِهِ الَّذِينَ فِي النَّامُوسِ، لِكَيْ يَسْتَدَّ كُلُّ فَمٍ، وَيَصِيرَ كُلُّ الْعَالَمِ تَحْتَ قِصَاصٍ مِنَ اللهِ.
οἴδαμεν ὅτι ὅσα λέγει ὁ ; νόμος λαλεῖ, τοῖς ἐν τῷ ; νόμῳ ἵνα φραγῇ, πᾶν στόμα καὶ ; γένηται πᾶς ὁ ; κόσμος ὑπόδικος τῷ ; θεῷ.
لِكَيْ تُمَجِّدُوا اللهَ أَبَا رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ وَفَمٍ وَاحِدٍ.
ἵνα δοξάζητε τὸν ; θεὸν καὶ ; πατέρα τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. ὁμοθυμαδὸν ἐν ; στόματι ἑνὶ
هذِهِ الْمَرَّةُ الثَّالِثَةُ آتِي إِلَيْكُمْ. عَلَى فَمِ شَاهِدَيْنِ وَثَلاَثَةٍ تَقُومُ كُلُّ كَلِمَةٍ.
τοῦτο Τρίτον ἔρχομαι πρὸς ; ὑμᾶς. ἐπὶ στόματος δύο ; μαρτύρων καὶ ; τριῶν σταθήσεται πᾶν ῥῆμα.
وَلكِنَّ الرَّبَّ وَقَفَ مَعِي وَقَوَّانِي، لِكَيْ تُتَمَّ بِي الْكِرَازَةُ، وَيَسْمَعَ جَمِيعُ الأُمَمِ، فَأُنْقِذْتُ مِنْ فَمِ الأَسَدِ.
δὲ κύριός παρέστη μοι ἐνεδυνάμωσέν ; με, ἵνα πληροφορηθῇ, δι᾽ ; ἐμοῦ τὸ ; κήρυγμα καὶ ; ἀκούσῃ πάντα τὰ ; ἔθνη, καὶ ; ἐρρύσθην ἐκ στόματος λέοντος.
الَّذِينَ بِالإِيمَانِ: قَهَرُوا مَمَالِكَ، صَنَعُوا بِرًّا، نَالُوا مَوَاعِيدَ، سَدُّوا أَفْوَاهَ أُسُودٍ،
οἳ διὰ ; πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων,
أَطْفَأُوا قُوَّةَ النَّارِ، نَجَوْا مِنْ حَدِّ السَّيْفِ، تَقَوَّوْا مِنْ ضُعْفٍ، صَارُوا أَشِدَّاءَ فِي الْحَرْبِ، هَزَمُوا جُيُوشَ غُرَبَاءَ،
ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρης, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, ἔκλιναν παρεμβολὰς ἀλλοτρίων.
هُوَذَا الْخَيْلُ، نَضَعُ اللُّجُمَ فِي أَفْوَاهِهَا لِكَيْ تُطَاوِعَنَا، فَنُدِيرَ جِسْمَهَا كُلَّهُ.
ἰδού τῶν ; ἵππων βάλλομεν τοὺς ; χαλινοὺς εἰς τὰ ; στόματα πρὸς τὸ ; πείθεσθαι ; αὐτοὺς ; ἡμῖν, μετάγομεν. τὸ ; σῶμα ; αὐτῶν καὶ ; ὅλον
مِنَ الْفَمِ الْوَاحِدِ تَخْرُجُ بَرَكَةٌ وَلَعْنَةٌ. لاَ يَصْلُحُ يَا إِخْوَتِي أَنْ تَكُونَ هذِهِ الأُمُورُ هكَذَا.
ἐκ τοῦ ; στόματος αὐτοῦ ἐξέρχεται εὐλογία καὶ ; κατάρα. οὐ χρή, ἀδελφοί ; μου, γίνεσθαι. ταῦτα οὕτως
إِذْ كَانَ لِي كَثِيرٌ لأَكْتُبَ إِلَيْكُمْ، لَمْ أُرِدْ بِوَرَق وَحِبْرٍ، لأَنِّي أَرْجُو أَنْ آتِيَ إِلَيْكُمْ وَأَتَكَلَّمَ فَمًا لِفَمٍ، لِكَيْ يَكُونَ فَرَحُنَا كَامِلاً.
ἔχων Πολλὰ γράφειν ὑμῖν οὐκ ἐβουλήθην διὰ ; χάρτου καὶ ; μέλανος· ἀλλ᾽ ; ἐλπίζω ἐλθεῖν πρὸς ; ὑμᾶς λαλῆσαι στόμα πρὸς ; στόμα ἵνα ᾖ. χαρὰ ; ἡμῶν πεπληρωμένη
إِذْ كَانَ لِي كَثِيرٌ لأَكْتُبَ إِلَيْكُمْ، لَمْ أُرِدْ بِوَرَق وَحِبْرٍ، لأَنِّي أَرْجُو أَنْ آتِيَ إِلَيْكُمْ وَأَتَكَلَّمَ فَمًا لِفَمٍ، لِكَيْ يَكُونَ فَرَحُنَا كَامِلاً.
ἔχων Πολλὰ γράφειν ὑμῖν οὐκ ἐβουλήθην διὰ ; χάρτου καὶ ; μέλανος· ἀλλ᾽ ; ἐλπίζω ἐλθεῖν πρὸς ; ὑμᾶς λαλῆσαι στόμα πρὸς ; στόμα ἵνα ᾖ. χαρὰ ; ἡμῶν πεπληρωμένη
وَلكِنَّنِي أَرْجُو أَنْ أَرَاكَ عَنْ قَرِيبٍ فَنَتَكَلَّمَ فَمًا لِفَمٍ.
δὲ ἐλπίζω σε ; ἰδεῖν, εὐθέως λαλήσομεν. στόμα πρὸς ; στόμα