ك
إصحاح
G4441
G4442. pŷr
G4443
المعنى المختصر للكلمة
pŷr: "fire" (literally or figuratively, specially, lightning)
اللفظ الأصلي πῦρ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pŷr (poor)
تكرار الورود في الكتاب 74 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary word;

المعنى والشرح المفصل

"fire" (literally or figuratively, specially, lightning)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
fiery fire

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πῦρ (12×) πυρὸς (11×) πυρὶ (10×) τὸ ; πῦρ (9×) τοῦ ; πυρὸς (5×) ἐν ; πυρὶ (3×) τοῦ ; πυρός· (3×) καὶ ; τὸ ; πῦρ (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (74 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ Ἤδη κεῖται. ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ لِلتَّوْبَةِ، وَلكِنِ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحْمِلَ حِذَاءَهُ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἐγὼ ὑμᾶς ; βαπτίζω ἐν ; ὕδατι εἰς ; μετάνοιαν, δὲ ὁ ; ἐρχόμενος ὀπίσω ; μου ἰσχυρότερός μού οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς βαστάσαι· ὑποδήματα ; τὰ αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί·
الَّذِي رَفْشُهُ فِي يَدِهِ، وَسَيُنَقِّي بَيْدَرَهُ، وَيَجْمَعُ قَمْحَهُ إِلَى الْمَخْزَنِ، وَأَمَّا التِّبْنُ فَيُحْرِقُهُ بِنَارٍ لاَ تُطْفَأُ.
οὗ πτύον ; τὸ ἐν τῇ ; χειρὶ ; αὐτοῦ, καὶ ; διακαθαριεῖ ἅλωνα ; αὐτοῦ ; τὴν καὶ ; συνάξει τὸν ; σῖτον ; αὐτοῦ εἰς τὴν ; ἀποθήκην δὲ τὸ ; ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.¶
وَأَمَّا أَنَا فَأَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كُلَّ مَنْ يَغْضَبُ عَلَى أَخِيهِ بَاطِلاً يَكُونُ مُسْتَوْجِبَ الْحُكْمِ، وَمَنْ قَالَ لأَخِيهِ: رَقَا، يَكُونُ مُسْتَوْجِبَ الْمَجْمَعِ، وَمَنْ قَالَ: يَا أَحْمَقُ، يَكُونُ مُسْتَوْجِبَ نَارِ جَهَنَّمَ.
δὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ; αὐτοῦ ; ἀδελφῷ εἰκῆ ἔσται ἔνοχος τῇ ; κρίσει· ὃς ; δ᾽ ; ἂν εἴπῃ τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ· ῥακά, ἔσται ἔνοχος τῷ ; συνεδρίῳ· ὃς ; δ᾽ ; ἂν εἴπῃ· μωρέ, ἔσται ἔνοχος εἰς ; τοῦ ; πυρός.¶ τὴν ; γέενναν
كُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
متى 13: 40 Mat.13.40
فَكَمَا يُجْمَعُ الزَّوَانُ وَيُحْرَقُ بِالنَّارِ، هكَذَا يَكُونُ فِي انْقِضَاءِ هذَا الْعَالَمِ:
ὥσπερ ; οὖν συλλέγεται τὰ ; ζιζάνια καὶ ; κατακαίεται, πυρὶ οὕτως ἔσται ἐν τῇ ; συντελείᾳ τούτου. τοῦ ; αἰῶνος
متى 13: 42 Mat.13.42
وَيَطْرَحُونَهُمْ فِي أَتُونِ النَّارِ. هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ.
καὶ ; βαλοῦσιν ; αὐτοὺς εἰς τὴν ; κάμινον τοῦ ; πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων.
متى 13: 50 Mat.13.50
وَيَطْرَحُونَهُمْ فِي أَتُونِ النَّارِ. هُنَاكَ يَكُونُ الْبُكَاءُ وَصَرِيرُ الأَسْنَانِ.
καὶ ; βαλοῦσιν ; αὐτοὺς εἰς τὴν ; κάμινον τοῦ ; πυρός· ἐκεῖ ἔσται ὁ ; κλαυθμὸς καὶ ; ὁ ; βρυγμὸς τῶν ; ὀδόντων.
متى 17: 15 Mat.17.15
وَقَائِلاً: يَا سَيِّدُ، ارْحَمِ ابْني فَإِنَّهُ يُصْرَعُ وَيَتَأَلَّمُ شَدِيدًا، وَيَقَعُ كَثِيرًا فِي النَّارِ وَكَثِيرًا فِي الْمَاءِ.
καὶ ; λέγων· κύριε, ἐλέησόν μου ; τὸν ; υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ ; πάσχει· κακῶς γὰρ ; πίπτει πολλάκις εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; πολλάκις εἰς τὸ ; ὕδωρ.
فَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ أَوْ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ أَوْ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي النَّارِ الأَبَدِيَّةِ وَلَكَ يَدَانِ أَوْ رِجْلاَنِ.
εἰ ; δὲ σκανδαλίζει ; σε, ἡ ; χείρ ; σου ἢ ὁ ; πούς ; σου ἔκκοψον ; αὐτὰ καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ κυλλὸν ἢ βληθῆναι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον. ἔχοντα δύο ; χεῖρας ἢ δύο ; πόδας
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي جَهَنَّمِ النَّارِ وَلَكَ عَيْنَانِ.
καὶ ; εἰ σκανδαλίζει ; σε, ὀφθαλμός ; σου ἔξελε ; αὐτὸν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν μονόφθαλμον ἢ βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός. ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς
متى 25: 41 Mat.25.41
ثُمَّ يَقُولُ أَيْضًا لِلَّذِينَ عَنِ الْيَسَارِ: اذْهَبُوا عَنِّي يَا مَلاَعِينُ إِلَى النَّارِ الأَبَدِيَّةِ الْمُعَدَّةِ لإِبْلِيسَ وَمَلاَئِكَتِهِ،
Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾽ ; ἐμοῦ οἱ ; κατηραμένοι εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; αἰώνιον τὸ ; ἡτοιμασμένον τῷ ; διαβόλῳ καὶ ; τοῖς ; ἀγγέλοις ; αὐτοῦ.
وَكَثِيرًا مَا أَلْقَاهُ فِي النَّارِ وَفِي الْمَاءِ لِيُهْلِكَهُ. لكِنْ إِنْ كُنْتَ تَسْتَطِيعُ شَيْئًا فَتَحَنَّنْ عَلَيْنَا وَأَعِنَّا.
καὶ ; πολλάκις αὐτὸν ; ἔβαλεν εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; εἰς ὕδατα ἵνα ; ἀπολέσῃ ; αὐτόν· ἀλλ᾽ εἴ δύνῃ, τι σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾽ ; ἡμᾶς.¶ βοήθησον ; ἡμῖν,
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ فَاقْطَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ يَدَانِ وَتَمْضِيَ إِلَى جَهَنَّمَ، إِلَى النَّارِ الَّتِي لاَ تُطْفَأُ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε ἡ ; χείρ ; σου, ἀπόκοψον ; αὐτήν· καλόν ; ἐστίν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν κυλλὸν ἢ ἔχοντα τὰς ; δύο ; χεῖρας ἀπελθεῖν εἰς τὴν ; γέενναν εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; ἄσβεστον.
حَيْثُ دُودُهُمْ لاَ يَمُوتُ وَالنَّارُ لاَ تُطْفَأُ.
ὅπου ὁ ; αὐτῶν ; σκώληξ οὐ τελευτᾷ καὶ ; τὸ ; πῦρ οὐ σβέννυται
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ رِجْلُكَ فَاقْطَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْرَجَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ رِجْلاَنِ وَتُطْرَحَ فِي جَهَنَّمَ فِي النَّارِ الَّتِي لاَ تُطْفَأُ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε, ὁ ; πούς ; σου ἀπόκοψον ; αὐτόν· καλόν ; ἐστίν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν χωλὸν ἢ ἔχοντα τοὺς ; δύο ; πόδας βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; ἄσβεστον.
حَيْثُ دُودُهُمْ لاَ يَمُوتُ وَالنَّارُ لاَ تُطْفَأُ.
ὅπου ὁ ; σκώληξ ; αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ ; τὸ ; πῦρ οὐ σβέννυται.
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ عَيْنَانِ وَتُطْرَحَ فِي جَهَنَّمَ النَّارِ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε, ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ἔκβαλε ; αὐτόν· καλόν ; ἐστιν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ μονόφθαλμον ἢ ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός
حَيْثُ دُودُهُمْ لاَ يَمُوتُ وَالنَّارُ لاَ تُطْفَأُ.
ὅπου ὁ ; σκώληξ ; αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ ; τὸ ; πῦρ οὐ σβέννυται.
لأَنَّ كُلَّ وَاحِدٍ يُمَلَّحُ بِنَارٍ، وَكُلَّ ذَبِيحَةٍ تُمَلَّحُ بِمِلْحٍ.
γὰρ πᾶς ἁλισθήσεται πυρὶ καὶ ; πᾶσα θυσία ἁλισθήσεται. ἁλὶ
وَالآنَ قَدْ وُضِعَتِ الْفَأْسُ عَلَى أَصْلِ الشَّجَرِ، فَكُلُّ شَجَرَةٍ لاَ تَصْنَعُ ثَمَرًا جَيِّدًا تُقْطَعُ وَتُلْقَى فِي النَّارِ.
δὲ ; καὶ ἤδη κεῖται· ἡ ; ἀξίνη πρὸς τὴν ; ῥίζαν τῶν ; δένδρων πᾶν ; οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ ; βάλλεται. εἰς πῦρ
أَجَابَ يُوحَنَّا الْجَمِيعَ قِائِلاً: أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ، وَلكِنْ يَأْتِي مَنْ هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحُلَّ سُيُورَ حِذَائِهِ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἀπεκρίνατο ὁ ; Ἰωάννης· ἅπασιν λέγων ἐγὼ μὲν ; βαπτίζω ; ὑμᾶς· ὕδατι δὲ ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ; ἱμάντα τῶν ; ὑποδημάτων ; αὐτοῦ. αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί,
الَّذِي رَفْشُهُ فِي يَدِهِ، وَسَيُنَقِّي بَيْدَرَهُ، وَيَجْمَعُ الْقَمْحَ إِلَى مَخْزَنِهِ، وَأَمَّا التِّبْنُ فَيُحْرِقُهُ بِنَارٍ لاَ تُطْفَأُ.
οὗ τὸ ; πτύον ἐν τῇ ; χειρὶ ; αὐτοῦ καὶ ; διακαθαριεῖ τὴν ; ἅλωνα ; αὐτοῦ καὶ ; συναξεῖ τὸν ; σῖτον εἰς τὴν ; ἀποθήκην ; αὐτοῦ. δὲ τὸ ; ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ.¶
فَلَمَّا رَأَى ذلِكَ تِلْمِيذَاهُ يَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا، قَالاَ: يَا رَبُّ، أَتُرِيدُ أَنْ نَقُولَ أَنْ تَنْزِلَ نَارٌ مِنَ السَّمَاءِ فَتُفْنِيَهُمْ، كَمَا فَعَلَ إِيلِيَّا أَيْضًا.
δὲ ἰδόντες οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωάννης εἶπαν· κύριε, θέλεις εἴπωμεν καταβῆναι πῦρ ἀπὸ τοῦ ; οὐρανοῦ καὶ ; ἀναλῶσαι ; αὐτούς ὡς ἐποίησεν; Ἠλίας καὶ
جِئْتُ لأُلْقِيَ نَارًا عَلَى الأَرْضِ، فَمَاذَا أُرِيدُ لَوِ اضْطَرَمَتْ.
ἦλθον βαλεῖν Πῦρ εἰς τὴν ; γῆν καὶ ; τί θέλω εἰ ἤδη ; ἀνήφθη.
وَلكِنَّ الْيَوْمَ الَّذِي فِيهِ خَرَجَ لُوطٌ مِنْ سَدُومَ، أَمْطَرَ نَارًا وَكِبْرِيتًا مِنَ السَّمَاءِ فَأَهْلَكَ الْجَمِيعَ.
δὲ ᾗ ; ἡμέρᾳ ἐξῆλθεν Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων, ἔβρεξεν πῦρ καὶ ; θεῖον ἀπ᾽ οὐρανοῦ καὶ ; ἀπώλεσεν ἅπαντας
وَلَمَّا أَضْرَمُوا نَارًا فِي وَسْطِ الدَّارِ وَجَلَسُوا مَعًا، جَلَسَ بُطْرُسُ بَيْنَهُمْ.
δὲ Ἁψάντων πῦρ ἐν μέσῳ τῆς ; αὐλῆς καὶ ; συγκαθισάντων ; αὐτῶν ἐκάθητο ὁ ; Πέτρος ἐν ; μέσῳ; αὐτῶν.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يَثْبُتُ فِيَّ يُطْرَحُ خَارِجًا كَالْغُصْنِ، فَيَجِفُّ وَيَجْمَعُونَهُ وَيَطْرَحُونَهُ فِي النَّارِ، فَيَحْتَرِقُ.
ἐὰν τις μή μείνῃ ἐν ; ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς ; τὸ ; κλῆμα καὶ ; ἐξηράνθη, καὶ ; συνάγουσιν ; αὐτὰ καὶ ; βάλλουσιν, εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; καίεται.
وَظَهَرَتْ لَهُمْ أَلْسِنَةٌ مُنْقَسِمَةٌ كَأَنَّهَا مِنْ نَارٍ وَاسْتَقَرَّتْ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ.
καὶ ; ὤφθησαν αὐτοῖς γλῶσσαι διαμεριζόμεναι ὡσεὶ πυρὸς καὶ ; ἐκάθισεν ἐφ᾽ ἕκαστον ἕνα αὐτῶν
وَأُعْطِي عَجَائِبَ فِي السَّمَاءِ مِنْ فَوْقُ وَآيَاتٍ عَلَى الأَرْضِ مِنْ أَسْفَلُ: دَمًا وَنَارًا وَبُخَارَ دُخَانٍ.
καὶ ; δώσω τέρατα ἐν τῷ ; οὐρανῷ ἄνω καὶ ; σημεῖα ἐπὶ τῆς ; γῆς κάτω, αἷμα καὶ ; πῦρ καὶ ; ἀτμίδα καπνοῦ.