ك
إصحاح
G4351
G4352. proskynéō
G4353
المعنى المختصر للكلمة
proskynéō: to fawn or crouch to, i.e. (literally or figuratively) prostrate oneself in homage (do reverence to, adore)
اللفظ الأصلي προσκυνέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق proskynéō (pros-koo-neh-o)
تكرار الورود في الكتاب 60 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to fawn or crouch to, i.e. (literally or figuratively) prostrate oneself in homage (do reverence to, adore)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
worship

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

καὶ ; προσεκύνησαν (7×) προσεκύνησαν (4×) προσεκύνει (4×) προσκυνῆσαι (3×) προσκυνήσωσιν (3×) προσκυνοῦντας (3×) καὶ ; προσεκύνησεν (3×) προσκυνήσων (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (60 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
قَائِلِينَ: أَيْنَ هُوَ الْمَوْلُودُ مَلِكُ الْيَهُودِ. فَإِنَّنَا رَأَيْنَا نَجْمَهُ فِي الْمَشْرِقِ وَأَتَيْنَا لِنَسْجُدَ لَهُ.
λέγοντες· ποῦ ἐστιν ; ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς Ἰουδαίων; ; τῶν γὰρ εἴδομεν αὐτοῦ ; τὸν ; ἀστέρα ἐν τῇ ; ἀνατολῇ καὶ ; ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.¶
ثُمَّ أَرْسَلَهُمْ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ، وَقَالَ: اذْهَبُوا وَافْحَصُوا بِالتَّدْقِيقِ عَنِ الصَّبِيِّ. وَمَتَى وَجَدْتُمُوهُ فَأَخْبِرُونِي، لِكَيْ آتِيَ أَنَا أَيْضًا وَأَسْجُدَ لَهُ.
καὶ πέμψας ; αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπεν· πορευθέντες ἐξετάσατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ ; παιδίου. ἐπὰν ; δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ ; μοι ὅπως ἐλθὼν κἀγὼ προσκυνήσω αὐτῷ.¶
وَأَتَوْا إِلَى الْبَيْتِ، وَرَأَوْا الصَّبِيَّ مَعَ مَرْيَمَ أُمِّهِ. فَخَرُّوا وَسَجَدُوا لَهُ. ثُمَّ فَتَحُوا كُنُوزَهُمْ وَقَدَّمُوا لَهُ هَدَايَا: ذَهَبًا وَلُبَانًا وَمُرًّا.
καὶ ; ἐλθόντες εἰς τὴν ; οἰκίαν εὗρον τὸ ; παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς ; μητρὸς ; αὐτοῦ, καὶ ; πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς ; θησαυροὺς ; αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ ; λίβανον καὶ ; σμύρναν.
وَقَالَ لَهُ: أُعْطِيكَ هذِهِ جَمِيعَهَا إِنْ خَرَرْتَ وَسَجَدْتَ لِي.
καὶ ; λέγει αὐτῷ· σοι ; δώσω, ταῦτά πάντα ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι.¶
حِينَئِذٍ قَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ يَا شَيْطَانُ. لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: لِلرَّبِّ إِلهِكَ تَسْجُدُ وَإِيَّاهُ وَحْدَهُ تَعْبُدُ.
Τότε λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ὕπαγε σατανᾶ· γάρ· γέγραπται κύριον τὸν ; θεόν ; σου προσκυνήσεις καὶ ; αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.
وَإِذَا أَبْرَصُ قَدْ جَاءَ وَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، إِنْ أَرَدْتَ تَقْدِرْ أَنْ تُطَهِّرَنِي.
καὶ ; ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με ; καθαρίσαι.
وَفِيمَا هُوَ يُكَلِّمُهُمْ بِهذَا، إِذَا رَئِيسٌ قَدْ جَاءَ فَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: إِنَّ ابْنَتِي الآنَ مَاتَتْ، لكِنْ تَعَالَ وَضَعْ يَدَكَ عَلَيْهَا فَتَحْيَا.
αὐτοῦ λαλοῦντος ; αὐτοῖς Ταῦτα ἰδοὺ ἄρχων ; εἷς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ ; θυγάτηρ ; μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλ᾽ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν ; χεῖρά ; σου ἐπ᾽ ; αὐτήν, καὶ ; ζήσεται.
متى 14: 33 Mat.14.33
وَالَّذِينَ فِي السَّفِينَةِ جَاءُوا وَسَجَدُوا لَهُ قَائِلِينَ: بِالْحَقِيقَةِ أَنْتَ ابْنُ اللهِ..
οἱ ; δὲ ἐν τῷ ; πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς εἶ. υἱὸς θεοῦ
متى 15: 25 Mat.15.25
فَأَتَتْ وَسَجَدَتْ لَهُ قَائِلَةً: يَا سَيِّدُ، أَعِنِّي.
Ἡ ; δὲ ; ἐλθοῦσα προσεκύνει αὐτῷ λέγουσα· κύριε, βοήθει ; μοι.¶
متى 18: 26 Mat.18.26
فَخَرَّ الْعَبْدُ وَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: يَا سَيِّدُ، تَمَهَّلْ عَلَيَّ فَأُوفِيَكَ الْجَمِيعَ.
Πεσὼν ; οὖν ὁ ; δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾽ ; ἐμοί, ἀποδώσω ; σοι.¶ ; καὶ πάντα
متى 20: 20 Mat.20.20
حِينَئِذٍ تَقَدَّمَتْ إِلَيْهِ أُمُّ ابْنَيْ زَبْدِي مَعَ ابْنَيْهَا، وَسَجَدَتْ وَطَلَبَتْ مِنْهُ شَيْئًا.
Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ ; μήτηρ τῶν ; υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν ; υἱῶν ; αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ ; αἰτοῦσά παρ᾽; αὐτοῦ.¶ τι
وَفِيمَا هُمَا مُنْطَلِقَتَانِ لِتُخْبِرَا تَلاَمِيذَهُ إِذَا يَسُوعُ لاَقَاهُمَا وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكُمَا. فَتَقَدَّمَتَا وَأَمْسَكَتَا بِقَدَمَيْهِ وَسَجَدَتَا لَهُ.
Ὡς ; δὲ ἐπορεύοντο ἀπαγγεῖλαι τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ καὶ ; ἰδοὺ ὁ ; Ἰησοῦς ἀπήντησεν; αὐταῖς λέγων· χαίρετε. δὲ ; προσελθοῦσαι ἐκράτησαν ; αἱ αὐτοῦ ; τοὺς ; πόδας καὶ ; προσεκύνησαν αὐτῷ.¶
متى 28: 17 Mat.28.17
وَلَمَّا رَأَوْهُ سَجَدُوا لَهُ، وَلكِنَّ بَعْضَهُمْ شَكُّوا.
καὶ ἰδόντες ; αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, δὲ οἱ ἐδίστασαν.¶
فَلَمَّا رَأَى يَسُوعَ مِنْ بَعِيدٍ رَكَضَ وَسَجَدَ لَهُ،
δὲ ἰδὼν τὸν ; Ἰησοῦν ἀπὸ μακρόθεν ἔδραμεν καὶ ; προσεκύνησεν αὐτῷ
وَكَانُوا يَضْرِبُونَهُ عَلَى رَأْسِهِ بِقَصَبَةٍ، وَيَبْصُقُونَ عَلَيْهِ، ثُمَّ يَسْجُدُونَ لَهُ جَاثِينَ عَلَى رُكَبِهِمْ.
καὶ ; ἔτυπτον αὐτοῦ ; τὴν ; κεφαλὴν καλάμῳ καὶ ; ἐνέπτυον αὐτῷ, καὶ προσεκύνουν αὐτῷ. τιθέντες τὰ ; γόνατα
فَإِنْ سَجَدْتَ أَمَامِي يَكُونُ لَكَ الْجَمِيعُ.
οὖν ; ἐὰν σὺ ; προσκυνήσῃς ἐνώπιον ; μοῦ ἔσται σοῦ πάντα
فَأَجَابَهُ يَسُوعُ وَقَالَ: اذْهَبْ يَا شَيْطَانُ. إِنَّهُ مَكْتُوبٌ: لِلرَّبِّ إِلهِكَ تَسْجُدُ وَإِيَّاهُ وَحْدَهُ تَعْبُدُ.
καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν ; αὐτῷ ὕπαγε Σατανᾶ· γέγραπται· γὰρ ; κύριον τὸν ; θεόν ; σου προσκυνήσεις καὶ ; αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.¶
فَسَجَدُوا لَهُ وَرَجَعُوا إِلَى أُورُشَلِيمَ بِفَرَحٍ عَظِيمٍ،
καὶ ; αὐτοὶ ; προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἰερουσαλὴμ μετὰ ; χαρᾶς μεγάλης
آبَاؤُنَا سَجَدُوا فِي هذَا الْجَبَلِ، وَأَنْتُمْ تَقُولُونَ إِنَّ فِي أُورُشَلِيمَ الْمَوْضِعَ الَّذِي يَنْبَغِي أَنْ يُسْجَدَ فِيهِ.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν προσεκύνησαν, ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει καὶ ; ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ; ὁ ; τόπος ὅπου δεῖ.¶ προσκυνεῖν
آبَاؤُنَا سَجَدُوا فِي هذَا الْجَبَلِ، وَأَنْتُمْ تَقُولُونَ إِنَّ فِي أُورُشَلِيمَ الْمَوْضِعَ الَّذِي يَنْبَغِي أَنْ يُسْجَدَ فِيهِ.
οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν προσεκύνησαν, ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει καὶ ; ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ; ὁ ; τόπος ὅπου δεῖ.¶ προσκυνεῖν
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: يَا امْرَأَةُ، صَدِّقِينِي أَنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ، لاَ فِي هذَا الْجَبَلِ، وَلاَ فِي أُورُشَلِيمَ تَسْجُدُونَ لِلآبِ.
Λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσον; μοι, ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε ; οὔτε ἐν τούτῳ τῷ ; ὄρει οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ ; πατρί.
أَنْتُمْ تَسْجُدُونَ لِمَا لَسْتُمْ تَعْلَمُونَ، أَمَّا نَحْنُ فَنَسْجُدُ لِمَا نَعْلَمُ. لأَنَّ الْخَلاَصَ هُوَ مِنَ الْيَهُودِ.
ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν, ὅτι ἡ ; σωτηρία ἐστίν. ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων
أَنْتُمْ تَسْجُدُونَ لِمَا لَسْتُمْ تَعْلَمُونَ، أَمَّا نَحْنُ فَنَسْجُدُ لِمَا نَعْلَمُ. لأَنَّ الْخَلاَصَ هُوَ مِنَ الْيَهُودِ.
ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν, ὅτι ἡ ; σωτηρία ἐστίν. ἐκ τῶν ; Ἰουδαίων
وَلكِنْ تَأْتِي سَاعَةٌ، وَهِيَ الآنَ، حِينَ السَّاجِدُونَ الْحَقِيقِيُّونَ يَسْجُدُونَ لِلآبِ بِالرُّوحِ وَالْحَقِّ، لأَنَّ الآبَ طَالِبٌ مِثْلَ هؤُلاَءِ السَّاجِدِينَ لَهُ.
ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν, νῦν ὅτε οἱ ; προσκυνηταὶ ἀληθινοὶ προσκυνήσουσιν τῷ ; πατρὶ ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ· καὶ ; γὰρ ὁ ; πατὴρ ζητεῖ τοιούτους τοὺς ; προσκυνοῦντας αὐτόν.
وَلكِنْ تَأْتِي سَاعَةٌ، وَهِيَ الآنَ، حِينَ السَّاجِدُونَ الْحَقِيقِيُّونَ يَسْجُدُونَ لِلآبِ بِالرُّوحِ وَالْحَقِّ، لأَنَّ الآبَ طَالِبٌ مِثْلَ هؤُلاَءِ السَّاجِدِينَ لَهُ.
ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν, νῦν ὅτε οἱ ; προσκυνηταὶ ἀληθινοὶ προσκυνήσουσιν τῷ ; πατρὶ ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ· καὶ ; γὰρ ὁ ; πατὴρ ζητεῖ τοιούτους τοὺς ; προσκυνοῦντας αὐτόν.
اَللهُ رُوحٌ. وَالَّذِينَ يَسْجُدُونَ لَهُ فَبِالرُّوحِ وَالْحَقِّ يَنْبَغِي أَنْ يَسْجُدُوا.
ὁ ; θεός, πνεῦμα καὶ ; τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.¶
اَللهُ رُوحٌ. وَالَّذِينَ يَسْجُدُونَ لَهُ فَبِالرُّوحِ وَالْحَقِّ يَنْبَغِي أَنْ يَسْجُدُوا.
ὁ ; θεός, πνεῦμα καὶ ; τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.¶
فَقَالَ: أُومِنُ يَا سَيِّدُ.. وَسَجَدَ لَهُ.
ὁ ; δὲ ; ἔφη· πιστεύω, κύριε, καὶ ; προσεκύνησεν αὐτῷ.
وَكَانَ أُنَاسٌ يُونَانِيُّونَ مِنَ الَّذِينَ صَعِدُوا لِيَسْجُدُوا فِي الْعِيدِ.
Ἦσαν ; δὲ τινες Ἕλληνές ἐκ ; τῶν ἀναβαινόντων ἵνα ; προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ; ἑορτῇ.
بَلْ حَمَلْتُمْ خَيْمَةَ مُولُوكَ، وَنَجْمَ إِلهِكُمْ رَمْفَانَ، التَّمَاثِيلَ الَّتِي صَنَعْتُمُوهَا لِتَسْجُدُوا لَهَا. فَأَنْقُلُكُمْ إِلَى مَا وَرَاءَ بَابِلَ.
καὶ ; ἀνελάβετε τὴν ; σκηνὴν τοῦ ; Μολὸχ καὶ ; τὸ ; ἄστρον τοῦ ; θεοῦ ; ὑμῶν Ῥαιφάν, τύπους ; τοὺς οὓς ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· ὑμᾶς ; μετοικιῶ ; καὶ ἐπέκεινα Βαβυλῶνος.¶