ك
إصحاح
G3587
G3588. ho
G3589
المعنى المختصر للكلمة
ho: the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)
اللفظ الأصلي
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ho (ho)
تكرار الورود في الكتاب 1991 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

the definite article;

المعنى والشرح المفصل

the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
the this that one he she it etc

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(313×) τῶν (162×) οἱ (133×) τοῖς (114×) τῷ (103×) τὰ (102×) τοῦ (97×) τὸ (90×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1991 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْمَدِينَةِ، فَيُلاَقِيَكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ.
καὶ ; ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; πόλιν, καὶ ; ἀπαντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων· κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ.
وَحَيْثُمَا يَدْخُلْ فَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: إِنَّ الْمُعَلِّمَ يَقُولُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ὅπου ; ἐὰν εἰσέλθῃ, εἴπατε οἰκοδεσπότῃ ; τῷ ὅτι ; ὁ ; διδάσκαλος λέγει· ποῦ ; ἐστιν κατάλυμά ; τὸ ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
وَحَيْثُمَا يَدْخُلْ فَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: إِنَّ الْمُعَلِّمَ يَقُولُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ὅπου ; ἐὰν εἰσέλθῃ, εἴπατε οἰκοδεσπότῃ ; τῷ ὅτι ; ὁ ; διδάσκαλος λέγει· ποῦ ; ἐστιν κατάλυμά ; τὸ ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: هُوَ وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، الَّذِي يَغْمِسُ مَعِي فِي الصَّحْفَةِ.
; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· εἷς ἐκ τῶν ; δώδεκα, ὁ ἐμβαπτόμενος μετ᾽ ; ἐμοῦ εἰς τὸ ; τρύβλιον.
وَقَالَ لَهُمْ: هذَا هُوَ دَمِي الَّذِي لِلْعَهْدِ الْجَدِيدِ، الَّذِي يُسْفَكُ مِنْ أَجْلِ كَثِيرِينَ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ ; αἷμά ; μου τὸ τῆς ; διαθήκης καινῆς τὸ ἐκχυννόμενον περὶ πολλῶν.
وَقَالَ لَهُمْ: هذَا هُوَ دَمِي الَّذِي لِلْعَهْدِ الْجَدِيدِ، الَّذِي يُسْفَكُ مِنْ أَجْلِ كَثِيرِينَ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ ; αἷμά ; μου τὸ τῆς ; διαθήκης καινῆς τὸ ἐκχυννόμενον περὶ πολλῶν.
قُومُوا لِنَذْهَبَ. هُوَذَا الَّذِي يُسَلِّمُنِي قَدِ اقْتَرَبَ..
ἐγείρεσθε, ἄγωμεν· ἰδοὺ παραδιδούς ; με ἤγγικεν.¶
وَلِلْوَقْتِ فِيمَا هُوَ يَتَكَلَّمُ أَقْبَلَ يَهُوذَا، وَاحِدٌ مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، وَمَعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ بِسُيُوفٍ وَعِصِيٍّ مِنْ عِنْدِ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ وَالشُّيُوخِ.
Καὶ ; εὐθὺς ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος παραγίνεται Ἰούδας, εἷς ; ὢν τῶν δώδεκα, καὶ ; μετ᾽ ; αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ ; μαχαιρῶν καὶ ; ξύλων παρὰ τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; τῶν ; πρεσβυτέρων.
فَاسْتَلَّ وَاحِدٌ مِنَ الْحَاضِرِينَ السَّيْفَ، وَضَرَبَ عَبْدَ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ فَقَطَعَ أُذْنَهُ.
σπασάμενος ; δέ τις τῶν παρεστηκότων τὴν ; μάχαιραν ἔπαισεν τὸν ; δοῦλον τοῦ ; ἀρχιερέως καὶ ; ἀφεῖλεν αὐτοῦ ; τὸ ; ὠτίον
فَأَنْكَرَ أَيْضًا. وَبَعْدَ قَلِيل أَيْضًا قَالَ الْحَاضِرُونَ لِبُطْرُسَ: حَقًّا أَنْتَ مِنْهُمْ، لأَنَّكَ جَلِيلِيٌّ أَيْضًا وَلُغَتُكَ تُشْبِهُ لُغَتَهُمْ..
δὲ ; ἠρνεῖτο. πάλιν καὶ ; μετὰ μικρὸν πάλιν ἔλεγον παρεστῶτες ; οἱ τῷ ; Πέτρῳ· ἀληθῶς εἶ· ἐξ ; αὐτῶν γὰρ ; εἶ Γαλιλαῖος καὶ καὶ ; ἡ ; λαλιά ; σου ὁμοιάζει.
وَلِلْوَقْتِ فِي الصَّبَاحِ تَشَاوَرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالشُّيُوخُ وَالْكَتَبَةُ وَالْمَجْمَعُ كُلُّهُ، فَأَوْثَقُوا يَسُوعَ وَمَضَوْا بِهِ وَأَسْلَمُوهُ إِلَى بِيلاَطُسَ.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπὶ τὸ ; πρωῒ συμβούλιον ; ποιήσαντες οἱ ; ἀρχιερεῖς μετὰ ; τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; γραμματέων καὶ ; τὸ ; συνέδριον, ὅλον δήσαντες τὸν ; Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ ; παρέδωκαν Πιλάτῳ.¶ ; τῷ
فَهَيَّجَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ الْجَمْعَ لِكَيْ يُطْلِقَ لَهُمْ بِالْحَرِيِّ بَارَابَاسَ.
δὲ ; ἀνέσεισαν οἱ ; ἀρχιερεῖς τὸν ; ὄχλον ἵνα ἀπολύσῃ αὐτοῖς.¶ μᾶλλον Βαραββᾶν ; τὸν
فَبِيلاَطُسُ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْمَلَ لِلْجَمْعِ مَا يُرْضِيهِمْ، أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ، بَعْدَمَا جَلَدَهُ، لِيُصْلَبَ.
ὁ ; δὲ ; Πιλᾶτος βουλόμενος ποιῆσαι τῷ ; ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν καὶ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
وَكَذلِكَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَهُمْ مُسْتَهْزِئُونَ فِيمَا بَيْنَهُمْ مَعَ الْكَتَبَةِ، قَالُوا: خَلَّصَ آخَرِينَ وَأَمَّا نَفْسُهُ فَمَا يَقْدِرُ أَنْ يُخَلِّصَهَا.
ὁμοίως ; καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες πρὸς ἀλλήλους μετὰ γραμματέων ; τῶν ἔλεγον· ἔσωσεν, ἄλλους ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι·
لِيَنْزِلِ الآنَ الْمَسِيحُ مَلِكُ إِسْرَائِيلَ عَنِ الصَّلِيبِ، لِنَرَى وَنُؤْمِنَ.. وَاللَّذَانِ صُلِبَا مَعَهُ كَانَا يُعَيِّرَانِهِ.
καταβάτω νῦν ὁ ; χριστός, ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ, ἀπὸ τοῦ ; σταυροῦ ἵνα ; ἴδωμεν καὶ ; πιστεύσωμεν καὶ ; οἱ συνεσταυρωμένοι σὺν ; αὐτῷ ὠνείδιζον ; αὐτόν.¶
وَفِي السَّاعَةِ التَّاسِعَةِ صَرَخَ يَسُوعُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: إِلُوِي، إِلُوِي، لِمَا شَبَقْتَنِي. اَلَّذِي تَفْسِيرُهُ: إِلهِي، إِلهِي، لِمَاذَا تَرَكْتَنِي.
καὶ ; τῇ τῇ ; ὥρᾳ ἐνάτῃ ἐβόησεν ὁ ; Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ελωι ελωι, λεμα σαβαχθανι; ὅ ; ἐστιν μεθερμηνευόμενον· ὁ ; θεός ; μου ὁ ; θεός ; μου, εἰς ; τί ἐγκατέλιπές ; με;
فَقَالَ قَوْمٌ مِنَ الْحَاضِرِينَ لَمَّا سَمِعُوا: هُوَذَا يُنَادِي إِيلِيَّا.
καί ; ἔλεγον· τινες τῶν παρεστηκότων ἀκούσαντες Ἰδού φωνεῖ. Ἠλίαν
اللَّوَاتِي أَيْضًا تَبِعْنَهُ وَخَدَمْنَهُ حِينَ كَانَ فِي الْجَلِيلِ. وَأُخَرُ كَثِيرَاتٌ اللَّوَاتِي صَعِدْنَ مَعَهُ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
αἳ καί ἠκολούθουν ; αὐτῷ καὶ ; διηκόνουν ; αὐτῷ, ὅτε ἦν ἐν τῇ ; Γαλιλαίᾳ καὶ ; ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα.¶
وَكَانَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يُوسِي تَنْظُرَانِ أَيْنَ وُضِعَ.
δὲ ; Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ Ἰωσῆτος ἐθεώρουν ποῦ τίθεται
وَبَعْدَمَا مَضَى السَّبْتُ، اشْتَرَتْ مَرْيَمُ الْمَجْدَلِيَّةُ وَمَرْيَمُ أُمُّ يَعْقُوبَ وَسَالُومَةُ، حَنُوطًا لِيَأْتِينَ وَيَدْهَنَّهُ.
διαγενομένου ; Καὶ τοῦ ; σαββάτου ἠγόρασαν Μαρία ἡ ; Μαγδαληνὴ καὶ ; Μαρία ἡ ; τοῦ Ἰακώβου καὶ ; Σαλώμη ἀρώματα ἵνα ; ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν ; αὐτόν.
وَبَاكِرًا جِدًّا فِي أَوَّلِ الأُسْبُوعِ أَتَيْنَ إِلَى الْقَبْرِ إِذْ طَلَعَتِ الشَّمْسُ.
καὶ ; πρωῒ λίαν τῆς μιᾶς τῶν ; σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ ; μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ; ἡλίου.
فَذَهَبَتْ هذِهِ وَأَخْبَرَتِ الَّذِينَ كَانُوا مَعَهُ وَهُمْ يَنُوحُونَ وَيَبْكُونَ.
πορευθεῖσα ἐκείνη ἀπήγγειλεν τοῖς μετ᾽ ; αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσιν καὶ ; κλαίουσιν.
أَخِيرًا ظَهَرَ لِلأَحَدَ عَشَرَ وَهُمْ مُتَّكِئُونَ، وَوَبَّخَ عَدَمَ إِيمَانِهِمْ وَقَسَاوَةَ قُلُوبِهِمْ، لأَنَّهُمْ لَمْ يُصَدِّقُوا الَّذِينَ نَظَرُوهُ قَدْ قَامَ.
δὲ ; ὕστερον ἐφανερώθη, τοῖς ; ἕνδεκα αὐτοῖς ἀνακειμένοις καὶ ; ὠνείδισεν τὴν ; ἀπιστίαν ; αὐτῶν καὶ ; σκληροκαρδίαν ὅτι οὐκ ἐπίστευσαν.¶ τοῖς θεασαμένοις ; αὐτὸν ἐγηγερμένον
مَنْ آمَنَ وَاعْتَمَدَ خَلَصَ، وَمَنْ لَمْ يُؤْمِنْ يُدَنْ.
πιστεύσας καὶ ; βαπτισθεὶς σωθήσεται· ὁ ; δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται.¶
كَمَا سَلَّمَهَا إِلَيْنَا الَّذِينَ كَانُوا مُنْذُ الْبَدْءِ مُعَايِنِينَ وَخُدَّامًا لِلْكَلِمَةِ،
καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ᾽ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ; ὑπηρέται ; γενόμενοι τοῦ ; λόγου,
وَيَرُدُّ كَثِيرِينَ مِنْ بَنِي إِسْرَائِيلَ إِلَى الرَّبِّ إِلهِهِمْ.
καὶ ; ἐπιστρέψει πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπὶ κύριον τὸν ; θεὸν ; αὐτῶν,
فَطُوبَى لِلَّتِي آمَنَتْ أَنْ يَتِمَّ مَا قِيلَ لَهَا مِنْ قِبَلِ الرَّبِّ.
καὶ ; μακαρία πιστεύσασα ὅτι ἔσται ; τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ κυρίου.¶
فَطُوبَى لِلَّتِي آمَنَتْ أَنْ يَتِمَّ مَا قِيلَ لَهَا مِنْ قِبَلِ الرَّبِّ.
καὶ ; μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται ; τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ κυρίου.¶
وَرَحْمَتُهُ إِلَى جِيلِ الأَجْيَالِ لِلَّذِينَ يَتَّقُونَهُ.
καὶ ; τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς φοβουμένοις ; αὐτόν·
ثُمَّ أَوْمَأُوا إِلَى أَبِيهِ، مَاذَا يُرِيدُ أَنْ يُسَمَّى.
δὲ ἐνένευον τῷ πατρὶ ; αὐτοῦ τὸ ; τί ; ἂν θέλοι καλεῖσθαι ; αὐτόν