ك
إصحاح
G2961
G2962. kýrios
G2963
المعنى المختصر للكلمة
kýrios: supreme in authority, i.e. (as noun) controller
اللفظ الأصلي κύριος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kýrios (koo-ree-os)
تكرار الورود في الكتاب 632 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from (supremacy);

المعنى والشرح المفصل
1 supreme in authority, i.e. (as noun) controller
2 by implication, Master (as a respectful title)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
God Lord master Sir

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

κύριε, (86×) ὁ ; κύριος (69×) τοῦ ; κυρίου (59×) κυρίου (59×) κύριος (36×) κυρίῳ (27×) τῷ ; κυρίῳ (20×) τὸν ; κύριον (17×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (632 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقُلْتُ: مَاذَا أَفْعَلُ يَا رَبُّ. فَقَالَ لِي الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى دِمَشْقَ، وَهُنَاكَ يُقَالُ لَكَ عَنْ جَمِيعِ مَا تَرَتَّبَ لَكَ أَنْ تَفْعَلَ.
εἶπον ; δέ· τί ποιήσω κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρός ; με· κύριος ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ λαληθήσεται σοι περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.
فَقُلْتُ: يَا رَبُّ، هُمْ يَعْلَمُونَ أَنِّي كُنْتُ أَحْبِسُ وَأَضْرِبُ فِي كُلِّ مَجْمَعٍ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِكَ.
κἀγὼ ; εἶπον· κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ; ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ ; δέρων κατὰ τὰς ; συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ ; σέ·
وَفِي اللَّيْلَةِ التَّالِيَةِ وَقَفَ بِهِ الرَّبُّ وَقَالَ: ثِقْ يَا بُولُسُ. لأَنَّكَ كَمَا شَهِدْتَ بِمَا لِي فِي أُورُشَلِيمَ، هكَذَا يَنْبَغِي أَنْ تَشْهَدَ فِي رُومِيَةَ أَيْضًا.
δὲ Τῇ ; νυκτὶ ἐπιούσῃ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ ; κύριος εἶπεν· θάρσει Παῦλε· γὰρ ὡς διεμαρτύρω τὰ περὶ ; ἐμοῦ εἰς Ἰερουσαλήμ, οὕτω σε ; δεῖ μαρτυρῆσαι.¶ εἰς Ῥώμην καὶ
وَلَيْسَ لِي شَيْءٌ يَقِينٌ مِنْ جِهَتِهِ لأَكْتُبَ إِلَى السَّيِّدِ. لِذلِكَ أَتَيْتُ بِهِ لَدَيْكُمْ، وَلاَ سِيَّمَا لَدَيْكَ أَيُّهَا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ، حَتَّى إِذَا صَارَ الْفَحْصُ يَكُونُ لِي شَيْءٌ لأَكْتُبَ.
οὐκ ἔχω, τι ἀσφαλές περὶ ; οὗ γράψαι τῷ ; κυρίῳ διὸ προήγαγον αὐτὸν ἐφ᾽ ; ὑμῶν καὶ ; μάλιστα ἐπὶ ; σοῦ, σοῦ, βασιλεῦ Ἀγρίππα, ὅπως ; τῆς γενομένης ἀνακρίσεως σχῶ τί γράψαι
فَقُلْتُ أَنَا: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
δὲ ; εἶπα· ἐγὼ τίς εἶ κύριε; δὲ ; εἶπεν· ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις.
كَارِزًا بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَمُعَلِّمًا بِأَمْرِ الرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ، بِلاَ مَانِعٍ.
κηρύσσων τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; διδάσκων τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ; πάσης παρρησίας ἀκωλύτως.¶
إِلَى جَمِيعِ الْمَوْجُودِينَ فِي رُومِيَةَ، أَحِبَّاءَ اللهِ، مَدْعُوِّينَ قِدِّيسِينَ: نِعْمَةٌ لَكُمْ وَسَلاَمٌ مِنَ اللهِ أَبِينَا وَالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
πᾶσιν τοῖς ; οὖσιν ἐν Ῥώμῃ ἀγαπητοῖς θεοῦ κλητοῖς ἁγίοις· χάρις ὑμῖν καὶ ; εἰρήνη ἀπὸ θεοῦ πατρὸς ; ἡμῶν καὶ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.¶
طُوبَى لِلرَّجُلِ الَّذِي لاَ يَحْسِبُ لَهُ الرَّبُّ خَطِيَّةً.
μακάριος ἀνὴρ ᾧ οὐ ; μὴ λογίσηται κύριος ἁμαρτίαν.¶
لأَنَّهُ مُتَمِّمُ أَمْرٍ وَقَاضٍ بِالْبِرِّ. لأَنَّ الرَّبَّ يَصْنَعُ أَمْرًا مَقْضِيًّا بِهِ عَلَى الأَرْضِ.
γὰρ συντελῶν λόγον καὶ ; συντέμνων ἐν ; δικαιοσύνῃ ὅτι κύριος ποιήσει λόγον συντετμημένον ἐπὶ τῆς ; γῆς.
وَكَمَا سَبَقَ إِشَعْيَاءُ فَقَالَ: لَوْلاَ أَنَّ رَبَّ الْجُنُودِ أَبْقَى لَنَا نَسْلاً، لَصِرْنَا مِثْلَ سَدُومَ وَشَابَهْنَا عَمُورَةَ.
καὶ ; καθὼς προείρηκεν ; Ἠσαΐας· εἰ ; μὴ κύριος σαβαὼθ ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα, ἂν ; ἐγενήθημεν ὡς Σόδομα καὶ ; ἂν ; ὡμοιώθημεν.¶ ὡς ; Γόμορρα
لأَنَّكَ إِنِ اعْتَرَفْتَ بِفَمِكَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ، وَآمَنْتَ بِقَلْبِكَ أَنَّ اللهَ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، خَلَصْتَ.
ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν ; τῷ ; στόματί ; σου κύριον Ἰησοῦν καὶ ; πιστεύσῃς ἐν ; τῇ ; καρδίᾳ ; σου ὅτι ὁ ; θεὸς αὐτὸν ; ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ·
لأَنَّهُ لاَ فَرْقَ بَيْنَ الْيَهُودِيِّ وَالْيُونَانِيِّ، لأَنَّ رَبًّا وَاحِدًا لِلْجَمِيعِ، غَنِيًّا لِجَمِيعِ الَّذِينَ يَدْعُونَ بِهِ.
γάρ οὐ ; ἐστιν διαστολὴ τε Ἰουδαίου καὶ ; Ἕλληνος· γὰρ ὁ ; κύριος αὐτὸς πάντων πλουτῶν εἰς ; πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους αὐτόν.
لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَدْعُو بِاسْمِ الرَّبِّ يَخْلُصُ.
γὰρ πᾶς ὃς ; ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ; ὄνομα κυρίου σωθήσεται.¶
لكِنْ لَيْسَ الْجَمِيعُ قَدْ أَطَاعُوا الإِنْجِيلَ، لأَنَّ إِشَعْيَاءَ يَقُولُ: يَا رَبُّ مَنْ صَدَّقَ خَبَرَنَا.
ἀλλ᾽ οὐ πάντες ὑπήκουσαν τῷ ; εὐαγγελίῳ· γὰρ Ἠσαΐας λέγει· κύριε, τίς ἐπίστευσεν τῇ ; ἀκοῇ ; ἡμῶν;
يَا رَبُّ، قَتَلُوا أَنْبِيَاءَكَ وَهَدَمُوا مَذَابِحَكَ، وَبَقِيتُ أَنَا وَحْدِي، وَهُمْ يَطْلُبُونَ نَفْسِي..
κύριε, ἀπέκτειναν, τοὺς ; προφήτας ; σου καὶ ; κατέσκαψαν, τὰ ; θυσιαστήριά ; σου ὑπελείφθην κἀγὼ μόνος, καὶ ; ζητοῦσιν τὴν ; ψυχήν ; μου.
لأَنْ مَنْ عَرَفَ فِكْرَ الرَّبِّ. أَوْ مَنْ صَارَ لَهُ مُشِيرًا.
γὰρ τίς ἔγνω νοῦν κυρίου; ἢ τίς ἐγένετο; αὐτοῦ σύμβουλος
غَيْرَ مُتَكَاسِلِينَ فِي الاجْتِهَادِ، حَارِّينَ فِي الرُّوحِ، عَابِدِينَ الرَّبَّ،
μὴ ὀκνηροί, τῇ ; σπουδῇ ζέοντες, τῷ ; πνεύματι δουλεύοντες, τῷ ; κυρίῳ
لاَ تَنْتَقِمُوا لأَنْفُسِكُمْ أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، بَلْ أَعْطُوا مَكَانًا لِلْغَضَبِ، مَكْتُوبٌ: لِيَ النَّقْمَةُ أَنَا أُجَازِي يَقُولُ الرَّبُّ.
μὴ ἐκδικοῦντες, ἑαυτοὺς ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ; ὀργῇ· γέγραπται γάρ· ; ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει κύριος.
بَلِ الْبَسُوا الرَّبَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ، وَلاَ تَصْنَعُوا تَدْبِيرًا لِلْجَسَدِ لأَجْلِ الشَّهَوَاتِ.
ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν ; κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ; μὴ ποιεῖσθε πρόνοιαν τῆς ; σαρκὸς εἰς ἐπιθυμίας.¶
مَنْ أَنْتَ الَّذِي تَدِينُ عَبْدَ غَيْرِكَ. لِمَوْلاَهُ يَثْبُتُ أَوْ يَسْقُطُ. وَلكِنَّهُ سَيُثَبَّتُ، لأَنَّ اللهَ قَادِرٌ أَنْ يُثَبِّتَهُ.
τίς σὺ ; εἶ ὁ κρίνων οἰκέτην; ἀλλότριον τῷ ; κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει. δέ, σταθήσεται γὰρ ; ἐστιν ὁ ; θεὸς δυνατὸς στῆσαι ; αὐτόν.
الَّذِي يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي لاَ يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ لاَ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي يَأْكُلُ، فَلِلرَّبِّ يَأْكُلُ لأَنَّهُ يَشْكُرُ اللهَ. وَالَّذِي لاَ يَأْكُلُ فَلِلرَّبِّ لاَ يَأْكُلُ وَيَشْكُرُ اللهَ.
ὁ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ φρονεῖ καὶ ; ὁ μὴ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ οὐ φρονεῖ· καὶ ; ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει, γὰρ εὐχαριστεῖ τῷ ; θεῷ· καὶ ; ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ ; εὐχαριστεῖ θεῷ.
الَّذِي يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي لاَ يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ لاَ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي يَأْكُلُ، فَلِلرَّبِّ يَأْكُلُ لأَنَّهُ يَشْكُرُ اللهَ. وَالَّذِي لاَ يَأْكُلُ فَلِلرَّبِّ لاَ يَأْكُلُ وَيَشْكُرُ اللهَ.
ὁ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ φρονεῖ καὶ ; ὁ μὴ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ οὐ φρονεῖ· καὶ ; ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει, γὰρ εὐχαριστεῖ τῷ ; θεῷ· καὶ ; ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ ; εὐχαριστεῖ θεῷ.
الَّذِي يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي لاَ يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ لاَ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي يَأْكُلُ، فَلِلرَّبِّ يَأْكُلُ لأَنَّهُ يَشْكُرُ اللهَ. وَالَّذِي لاَ يَأْكُلُ فَلِلرَّبِّ لاَ يَأْكُلُ وَيَشْكُرُ اللهَ.
ὁ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ φρονεῖ καὶ ; ὁ μὴ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ οὐ φρονεῖ· καὶ ; ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει, γὰρ εὐχαριστεῖ τῷ ; θεῷ· καὶ ; ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ ; εὐχαριστεῖ θεῷ.
الَّذِي يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي لاَ يَهْتَمُّ بِالْيَوْمِ، فَلِلرَّبِّ لاَ يَهْتَمُّ. وَالَّذِي يَأْكُلُ، فَلِلرَّبِّ يَأْكُلُ لأَنَّهُ يَشْكُرُ اللهَ. وَالَّذِي لاَ يَأْكُلُ فَلِلرَّبِّ لاَ يَأْكُلُ وَيَشْكُرُ اللهَ.
ὁ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ φρονεῖ καὶ ; ὁ μὴ φρονῶν τὴν ; ἡμέραν κυρίῳ οὐ φρονεῖ· καὶ ; ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει, γὰρ εὐχαριστεῖ τῷ ; θεῷ· καὶ ; ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει, καὶ ; εὐχαριστεῖ θεῷ.
لأَنَّنَا إِنْ عِشْنَا فَلِلرَّبِّ نَعِيشُ، وَإِنْ مُتْنَا فَلِلرَّبِّ نَمُوتُ. فَإِنْ عِشْنَا وَإِنْ مُتْنَا فَلِلرَّبِّ نَحْنُ.
γὰρ ἐάν ζῶμεν, τῷ ; κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν ; τε ἀποθνῄσκωμεν, τῷ ; κυρίῳ ἀποθνῄσκομεν. ἐάν ; τε ; οὖν ζῶμεν, ἐάν ; τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ ; κυρίου ἐσμέν.
لأَنَّنَا إِنْ عِشْنَا فَلِلرَّبِّ نَعِيشُ، وَإِنْ مُتْنَا فَلِلرَّبِّ نَمُوتُ. فَإِنْ عِشْنَا وَإِنْ مُتْنَا فَلِلرَّبِّ نَحْنُ.
γὰρ ἐάν ζῶμεν, τῷ ; κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν ; τε ἀποθνῄσκωμεν, τῷ ; κυρίῳ ἀποθνῄσκομεν. ἐάν ; τε ; οὖν ζῶμεν, ἐάν ; τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ ; κυρίου ἐσμέν.
لأَنَّنَا إِنْ عِشْنَا فَلِلرَّبِّ نَعِيشُ، وَإِنْ مُتْنَا فَلِلرَّبِّ نَمُوتُ. فَإِنْ عِشْنَا وَإِنْ مُتْنَا فَلِلرَّبِّ نَحْنُ.
γὰρ ἐάν ζῶμεν, τῷ ; κυρίῳ ζῶμεν, ἐάν ; τε ἀποθνῄσκωμεν, τῷ ; κυρίῳ ἀποθνῄσκομεν. ἐάν ; τε ; οὖν ζῶμεν, ἐάν ; τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ ; κυρίου ἐσμέν.
لأَنَّهُ مَكْتُوبٌ: أَنَا حَيٌّ، يَقُولُ الرَّبُّ، إِنَّهُ لِي سَتَجْثُو كُلُّ رُكْبَةٍ، وَكُلُّ لِسَانٍ سَيَحْمَدُ اللهَ.
γάρ· γέγραπται ἐγώ, ζῶ λέγει κύριος, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ, καὶ ; πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται τῷ ; θεῷ.¶
إِنِّي عَالِمٌ وَمُتَيَقِّنٌ فِي الرَّبِّ يَسُوعَ أَنْ لَيْسَ شَيْءٌ نَجِسًا بِذَاتِهِ، إِلاَّ مَنْ يَحْسِبُ شَيْئًا نَجِسًا، فَلَهُ هُوَ نَجِسٌ.
Οἶδα καὶ ; πέπεισμαι ἐν κυρίῳ Ἰησοῦ ὅτι οὐδὲν κοινὸν δι᾽ ; ἑαυτοῦ, εἰ ; μὴ τῷ λογιζομένῳ τι κοινὸν ; εἶναι, ἐκείνῳ κοινόν·
وَأَيْضًا: سَبِّحُوا الرَّبَّ يَا جَمِيعَ الأُمَمِ، وَامْدَحُوهُ يَا جَمِيعَ الشُّعُوبِ
καὶ ; πάλιν· αἰνεῖτε τὸν ; κύριον, πάντα τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἐπαινέσατε; αὐτὸν πάντες οἱ ; λαοί.