المعنى المختصر للكلمة
kýrios:
supreme in authority, i.e. (as noun)
controller
اللفظ الأصلي
κύριος
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
kýrios
(koo-ree-os)
تكرار الورود في الكتاب
632
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
from (supremacy);
المعنى والشرح المفصل
1
supreme in authority, i.e. (as noun)
controller
2
by implication, Master (as a respectful title)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
God
Lord
master
Sir
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
κύριε, (86×)
ὁ ; κύριος (69×)
τοῦ ; κυρίου (59×)
κυρίου (59×)
κύριος (36×)
κυρίῳ (27×)
τῷ ; κυρίῳ (20×)
τὸν ; κύριον (17×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (632 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 14: 23
Act.14.23
وَانْتَخَبَا لَهُمْ قُسُوسًا فِي كُلِّ كَنِيسَةٍ، ثُمَّ صَلَّيَا بِأَصْوَامٍ وَاسْتَوْدَعَاهُمْ لِلرَّبِّ الَّذِي كَانُوا قَدْ آمَنُوا بِهِ.
χειροτονήσαντες ; δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους, κατ᾽ ἐκκλησίαν προσευξάμενοι μετὰ ; νηστειῶν παρέθεντο ; αὐτοὺς τῷ ; κυρίῳ εἰς ; ὃν πεπιστεύκεισαν.
أعمال الرسل 15: 11
Act.15.11
لكِنْ بِنِعْمَةِ الرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ نُؤْمِنُ أَنْ نَخْلُصَ كَمَا أُولئِكَ أَيْضًا.
ἀλλὰ διὰ ; τῆς ; χάριτος τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ πιστεύομεν σωθῆναι καθ᾽ ; ὃν ; τρόπον κἀκεῖνοι.
أعمال الرسل 15: 17
Act.15.17
لِكَيْ يَطْلُبَ الْبَاقُونَ مِنَ النَّاسِ الرَّبَّ، وَجَمِيعُ الأُمَمِ الَّذِينَ دُعِيَ اسْمِي عَلَيْهِمْ، يَقُولُ الرَّبُّ الصَّانِعُ هذَا كُلَّهُ.
ὅπως ; ἂν ἐκζητήσωσιν οἱ ; κατάλοιποι τῶν ; ἀνθρώπων τὸν ; κύριον καὶ ; πάντα τὰ ; ἔθνη, ἐφ᾽ ; οὓς ἐπικέκληται τὸ ; ὄνομά ; μου ἐπ᾽ ; αὐτούς, λέγει κύριος ὁ ; ποιῶν ταῦτα πάντα
أعمال الرسل 15: 17
Act.15.17
لِكَيْ يَطْلُبَ الْبَاقُونَ مِنَ النَّاسِ الرَّبَّ، وَجَمِيعُ الأُمَمِ الَّذِينَ دُعِيَ اسْمِي عَلَيْهِمْ، يَقُولُ الرَّبُّ الصَّانِعُ هذَا كُلَّهُ.
ὅπως ; ἂν ἐκζητήσωσιν οἱ ; κατάλοιποι τῶν ; ἀνθρώπων τὸν ; κύριον καὶ ; πάντα τὰ ; ἔθνη, ἐφ᾽ ; οὓς ἐπικέκληται τὸ ; ὄνομά ; μου ἐπ᾽ ; αὐτούς, λέγει κύριος ὁ ; ποιῶν ταῦτα πάντα
أعمال الرسل 15: 35
Act.15.35
أَمَّا بُولُسُ وَبَرْنَابَا فَأَقَامَا فِي أَنْطَاكِيَةَ يُعَلِّمَانِ وَيُبَشِّرَانِ مَعَ آخَرِينَ كَثِيرِينَ أَيْضًا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ.
δὲ Παῦλος καὶ ; Βαρναβᾶς διέτριβον ἐν Ἀντιοχείᾳ διδάσκοντες καὶ ; εὐαγγελιζόμενοι μετὰ ἑτέρων πολλῶν καὶ τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου.¶
أعمال الرسل 15: 36
Act.15.36
ثُمَّ بَعْدَ أَيَّامٍ قَالَ بُولُسُ لِبَرْنَابَا: لِنَرْجِعْ وَنَفْتَقِدْ إِخْوَتَنَا فِي كُلِّ مَدِينَةٍ نَادَيْنَا فِيهَا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ، كَيْفَ هُمْ.
δέ Μετὰ τινας ; ἡμέρας εἶπεν Παῦλος· πρὸς ; Βαρναβᾶν ἐπιστρέψαντες ; δὴ ἐπισκεψώμεθα τοὺς ; ἀδελφοὺς ; ἡμῶν κατὰ πᾶσαν πόλιν κατηγγείλαμεν ἐν ; αἷς τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου, πῶς ἔχουσιν.
أعمال الرسل 16: 10
Act.16.10
فَلَمَّا رَأَى الرُّؤْيَا لِلْوَقْتِ طَلَبْنَا أَنْ نَخْرُجَ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ، مُتَحَقِّقِينَ أَنَّ الرَّبَّ قَدْ دَعَانَا لِنُبَشِّرَهُمْ.
ὡς ; δὲ εἶδεν, τὸ ; ὅραμα εὐθέως ἐζητήσαμεν ἐξελθεῖν τὴν Μακεδονίαν συμβιβάζοντες ὅτι ὁ ; κύριος προσκέκληται ; ἡμᾶς εὐαγγελίσασθαι ; αὐτούς.¶
أعمال الرسل 16: 14
Act.16.14
فَكَانَتْ تَسْمَعُ امْرَأَةٌ اسْمُهَا لِيدِيَّةُ، بَيَّاعَةُ أُرْجُوَانٍ مِنْ مَدِينَةِ ثَيَاتِيرَا، مُتَعَبِّدَةٌ للهِ، فَفَتَحَ الرَّبُّ قَلْبَهَا لِتُصْغِيَ إِلَى مَا كَانَ يَقُولُهُ بُولُسُ.
Καί ἤκουεν τις ; γυνὴ ὀνόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων σεβομένη τὸν ; θεόν, διήνοιξεν ὁ ; κύριος τὴν ; καρδίαν προσέχειν τοῖς λαλουμένοις ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου.
أعمال الرسل 16: 15
Act.16.15
فَلَمَّا اعْتَمَدَتْ هِيَ وَأَهْلُ بَيْتِهَا طَلَبَتْ قَائِلَةً: إِنْ كُنْتُمْ قَدْ حَكَمْتُمْ أَنِّي مُؤْمِنَةٌ بِالرَّبِّ، فَادْخُلُوا بَيْتِي وَامْكُثُوا. فَأَلْزَمَتْنَا.
ὡς ; δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ; ὁ ; οἶκος ; αὐτῆς, παρεκάλεσεν λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν ; εἶναι, τῷ ; κυρίῳ εἰσελθόντες εἰς ; τὸν ; μου ; οἶκόν μείνατε καὶ ; παρεβιάσατο ; ἡμᾶς.¶
أعمال الرسل 16: 30
Act.16.30
ثُمَّ أَخْرَجَهُمَا وَقَالَ: يَا سَيِّدَيَّ، مَاذَا يَنْبَغِي أَنْ أَفْعَلَ لِكَيْ أَخْلُصَ.
καὶ προαγαγὼν ; αὐτοὺς ; ἔξω ἔφη· κύριοι, τί δεῖ με ; ποιεῖν ἵνα σωθῶ;
أعمال الرسل 16: 31
Act.16.31
فَقَالاَ: آمِنْ بِالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ فَتَخْلُصَ أَنْتَ وَأَهْلُ بَيْتِكَ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· πίστευσον ἐπὶ ; τὸν ; κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ ; σωθήσῃ σὺ καὶ ; ὁ ; οἶκός ; σου.
أعمال الرسل 16: 32
Act.16.32
وَكَلَّمَاهُ وَجَمِيعَ مَنْ فِي بَيْتِهِ بِكَلِمَةِ الرَّبِّ.
καὶ ; ἐλάλησαν ; αὐτῷ καὶ; πᾶσιν τοῖς ἐν τῇ ; οἰκίᾳ ; αὐτοῦ. τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου
أعمال الرسل 17: 24
Act.17.24
الإِلهُ الَّذِي خَلَقَ الْعَالَمَ وَكُلَّ مَا فِيهِ، هذَا، إِذْ هُوَ رَبُّ السَّمَاءِ وَالأَرْضِ، لاَ يَسْكُنُ فِي هَيَاكِلَ مَصْنُوعَةٍ بِالأَيَادِي،
ὁ ; θεὸς ὁ ποιήσας τὸν ; κόσμον καὶ ; πάντα τὰ ἐν ; αὐτῷ, οὗτος ὑπάρχων κύριος οὐρανοῦ καὶ ; γῆς οὐκ κατοικεῖ, ἐν ναοῖς χειροποιήτοις
أعمال الرسل 18: 8
Act.18.8
وَكِرِيسْبُسُ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ آمَنَ بِالرَّبِّ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، وَكَثِيرُونَ مِنَ الْكُورِنْثِيِّينَ إِذْ سَمِعُوا آمَنُوا وَاعْتَمَدُوا.
Κρίσπος ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος ἐπίστευσεν τῷ ; κυρίῳ σὺν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, καὶ ; πολλοὶ τῶν Κορινθίων ἀκούοντες ἐπίστευον καὶ ; ἐβαπτίζοντο.¶
أعمال الرسل 18: 9
Act.18.9
فَقَالَ الرَّبُّ لِبُولُسَ بِرُؤْيَا فِي اللَّيْلِ: لاَ تَخَفْ، بَلْ تَكَلَّمْ وَلاَ تَسْكُتْ،
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; κύριος τῷ ; Παύλῳ· δι᾽ ; ὁράματος ἐν νυκτὶ μὴ φοβοῦ ἀλλὰ λάλει καὶ ; μὴ σιωπήσῃς,
أعمال الرسل 18: 25
Act.18.25
كَانَ هذَا خَبِيرًا فِي طَرِيقِ الرَّبِّ. وَكَانَ وَهُوَ حَارٌّ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ وَيُعَلِّمُ بِتَدْقِيق مَا يَخْتَصُّ بِالرَّبِّ. عَارِفًا مَعْمُودِيَّةَ يُوحَنَّا فَقَطْ.
ἦν οὗτος κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ ; κυρίου, καὶ ζέων τῷ ; πνεύματι ἐλάλει καὶ ; ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου ἐπιστάμενος τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου· μόνον
أعمال الرسل 18: 25
Act.18.25
كَانَ هذَا خَبِيرًا فِي طَرِيقِ الرَّبِّ. وَكَانَ وَهُوَ حَارٌّ بِالرُّوحِ يَتَكَلَّمُ وَيُعَلِّمُ بِتَدْقِيق مَا يَخْتَصُّ بِالرَّبِّ. عَارِفًا مَعْمُودِيَّةَ يُوحَنَّا فَقَطْ.
ἦν οὗτος κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ ; κυρίου, καὶ ζέων τῷ ; πνεύματι ἐλάλει καὶ ; ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου ἐπιστάμενος τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου· μόνον
أعمال الرسل 19: 5
Act.19.5
فَلَمَّا سَمِعُوا اعْتَمَدُوا بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
δὲ ἀκούσαντες ἐβαπτίσθησαν εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ·
أعمال الرسل 19: 10
Act.19.10
وَكَانَ ذلِكَ مُدَّةَ سَنَتَيْنِ، حَتَّى سَمِعَ كَلِمَةَ الرَّبِّ يَسُوعَ جَمِيعُ السَّاكِنِينَ فِي أَسِيَّا، مِنْ يَهُودٍ وَيُونَانِيِّينَ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο ἐπὶ ἔτη ; δύο, ὥστε ἀκοῦσαι τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, πάντας τοὺς ; κατοικοῦντας τὴν ; Ἀσίαν Ἰουδαίους ; τε καὶ ; Ἕλληνας.
أعمال الرسل 19: 13
Act.19.13
فَشَرَعَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِ الطَّوَّافِينَ الْمُعَزِّمِينَ أَنْ يُسَمُّوا عَلَى الَّذِينَ بِهِمِ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، قَائِلِينَ: نُقْسِمُ عَلَيْكَ بِيَسُوعَ الَّذِي يَكْرِزُ بِهِ بُولُسُ.
δέ ; Ἐπεχείρησαν τινες ἀπὸ τῶν ; Ἰουδαίων περιερχομένων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ; Ἰησοῦν ὃν κηρύσσει. ὁ ; Παῦλος
أعمال الرسل 19: 17
Act.19.17
وَصَارَ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ السَّاكِنِينَ فِي أَفَسُسَ. فَوَقَعَ خَوْفٌ عَلَى جَمِيعِهِمْ، وَكَانَ اسْمُ الرَّبِّ يَسُوعَ يَتَعَظَّمُ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις καὶ ; Ἕλλησιν τοῖς ; κατοικοῦσιν τὴν ; Ἔφεσον καὶ ; ἐπέπεσεν φόβος ἐπὶ πάντας ; αὐτούς, καὶ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ἐμεγαλύνετο
أعمال الرسل 19: 20
Act.19.20
هكَذَا كَلِمَةُ الرَّبِّ تَنْمُو وَتَقْوَى بِشِدَّةٍ.
οὕτως ὁ ; λόγος τοῦ ; κυρίου ηὔξανεν κατὰ ; κράτος καὶ ; ἴσχυεν.¶
أعمال الرسل 20: 19
Act.20.19
أَخْدِمُ الرَّبَّ بِكُلِّ تَوَاضُعٍ وَدُمُوعٍ كَثِيرَةٍ، وَبِتَجَارِبَ أَصَابَتْنِي بِمَكَايِدِ الْيَهُودِ.
δουλεύων τῷ ; κυρίῳ μετὰ ; πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ ; δακρύων πολλῶν καὶ ; πειρασμῶν τῶν ; συμβάντων ; μοι ἐν ; ταῖς ; ἐπιβουλαῖς τῶν ; Ἰουδαίων·
أعمال الرسل 20: 24
Act.20.24
وَلكِنَّنِي لَسْتُ أَحْتَسِبُ لِشَيْءٍ، وَلاَ نَفْسِي ثَمِينَةٌ عِنْدِي، حَتَّى أُتَمِّمَ بِفَرَحٍ سَعْيِي وَالْخِدْمَةَ الَّتِي أَخَذْتُهَا مِنَ الرَّبِّ يَسُوعَ، لأَشْهَدَ بِبِشَارَةِ نِعْمَةِ اللهِ.
ἀλλ᾽ οὐδενὸς ; λόγον; ποιοῦμαι οὐδὲ τὴν ; ψυχὴν ; μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι μετὰ ; χαρᾶς τὸν ; δρόμον ; μου καὶ ; τὴν ; διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ.
أعمال الرسل 20: 35
Act.20.35
فِي كُلِّ شَيْءٍ أَرَيْتُكُمْ أَنَّهُ هكَذَا يَنْبَغِي أَنَّكُمْ تَتْعَبُونَ وَتَعْضُدُونَ الضُّعَفَاءَ، مُتَذَكِّرِينَ كَلِمَاتِ الرَّبِّ يَسُوعَ أَنَّهُ قَالَ: مَغْبُوطٌ هُوَ الْعَطَاءُ أَكْثَرُ مِنَ الأَخْذِ.
πάντα ὑπέδειξα ; ὑμῖν ὅτι οὕτως δεῖ κοπιῶντας ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ; ἀσθενούντων, μνημονεύειν τῶν ; λόγων τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι ; αὐτὸς εἶπεν· μακάριόν ἐστιν διδόναι μᾶλλον ἢ λαμβάνειν.
أعمال الرسل 21: 13
Act.21.13
فَأَجَابَ بُولُسُ: مَاذَا تَفْعَلُونَ. تَبْكُونَ وَتَكْسِرُونَ قَلْبِي، لأَنِّي مُسْتَعِدٌّ لَيْسَ أَنْ أُرْبَطَ فَقَطْ، بَلْ أَنْ أَمُوتَ أَيْضًا فِي أُورُشَلِيمَ لأَجْلِ اسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
δὲ; ἀπεκρίθη ὁ ; Παῦλος· τί ποιεῖτε κλαίοντες συνθρύπτοντές ; καὶ μου ; τὴν ; καρδίαν; ἐγὼ ; γὰρ ἑτοίμως ; ἔχω οὐ δεθῆναι μόνον ἀλλὰ ἀποθανεῖν καὶ εἰς Ἰερουσαλὴμ ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματος τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ.
أعمال الرسل 21: 14
Act.21.14
وَلَمَّا لَمْ يُقْنَعْ سَكَتْنَا قَائِلِينَ: لِتَكُنْ مَشِيئَةُ الرَّبِّ.
δὲ μὴ πειθομένου ; αὐτοῦ ἡσυχάσαμεν εἰπόντες· γενέσθω τὸ ; θέλημα τοῦ ; κυρίου
أعمال الرسل 21: 20
Act.21.20
فَلَمَّا سَمِعُوا كَانُوا يُمَجِّدُونَ الرَّبَّ. وَقَالُوا لَهُ: أَنْتَ تَرَى أَيُّهَا الأَخُ كَمْ يُوجَدُ رَبْوَةً مِنَ الْيَهُودِ الَّذِينَ آمَنُوا، وَهُمْ جَمِيعًا غَيُورُونَ لِلنَّامُوسِ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν ; κύριον εἶπόν ; τε αὐτῷ· θεωρεῖς ἀδελφέ, πόσαι εἰσὶν μυριάδες ἐν ; τοῖς ; Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων καὶ πάντες ζηλωταὶ ; ὑπάρχουσιν. τοῦ ; νόμου
أعمال الرسل 22: 8
Act.22.8
فَأَجَبْتُ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لِي: أَنَا يَسُوعُ النَّاصِرِيُّ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ.
ἐγὼ ; δὲ ; ἀπεκρίθην· τίς εἶ κύριε; εἶπέν ; τε πρός ; με· εἰμι ; ἐγώ Ἰησοῦς ὁ ; Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.
أعمال الرسل 22: 10
Act.22.10
فَقُلْتُ: مَاذَا أَفْعَلُ يَا رَبُّ. فَقَالَ لِي الرَّبُّ: قُمْ وَاذْهَبْ إِلَى دِمَشْقَ، وَهُنَاكَ يُقَالُ لَكَ عَنْ جَمِيعِ مَا تَرَتَّبَ لَكَ أَنْ تَفْعَلَ.
εἶπον ; δέ· τί ποιήσω κύριε; ὁ ; δὲ ; εἶπεν πρός ; με· κύριος ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ λαληθήσεται σοι περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι.