ك
إصحاح
G1859
G1860. epangelía
G1861
المعنى المختصر للكلمة
epangelía: an announcement (for information, assent or pledge
اللفظ الأصلي ἐπαγγελία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epangelía (ep-ang-el-ee-ah)
تكرار الورود في الكتاب 51 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 an announcement (for information, assent or pledge
2 especially a divine assurance of good)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
message promise

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὴν ; ἐπαγγελίαν (8×) τῆς ; ἐπαγγελίας (6×) ἡ ; ἐπαγγελία (5×) ἐπαγγελίαν (5×) τὰς ; ἐπαγγελίας (4×) ἐπαγγελίας (3×) τῆς ; ἐπαγγελίας, (2×) τὴν ; ἐπαγγελίαν. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (51 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَهَا أَنَا أُرْسِلُ إِلَيْكُمْ مَوْعِدَ أَبِي. فَأَقِيمُوا فِي مَدِينَةِ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَنْ تُلْبَسُوا قُوَّةً مِنَ الأَعَالِي.
καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ἐφ᾽ ; ὑμᾶς. ; ὑμεῖς τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πατρός ; μου δὲ ; καθίσατε ἐν τῇ ; πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν.¶ ἐξ ὕψους
وَفِيمَا هُوَ مُجْتَمِعٌ مَعَهُمْ أَوْصَاهُمْ أَنْ لاَ يَبْرَحُوا مِنْ أُورُشَلِيمَ، بَلْ يَنْتَظِرُوا مَوْعِدَ الآبِ الَّذِي سَمِعْتُمُوهُ مِنِّي،
καὶ ; συναλιζόμενος παρήγγειλεν ; αὐτοῖς μὴ χωρίζεσθαι, ἀπὸ Ἱεροσολύμων ἀλλὰ περιμένειν τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου·
وَإِذِ ارْتَفَعَ بِيَمِينِ اللهِ، وَأَخَذَ مَوْعِدَ الرُّوحِ الْقُدُسِ مِنَ الآبِ، سَكَبَ هذَا الَّذِي أَنْتُمُ الآنَ تُبْصِرُونَهُ وَتَسْمَعُونَهُ.
οὖν ὑψωθεὶς τῇ ; δεξιᾷ τοῦ ; θεοῦ τε ; λαβὼν ἐπαγγελίαν τοῦ ; πνεύματος τοῦ ; ἁγίου παρὰ τοῦ ; πατρὸς ἐξέχεεν τοῦτο ὃ ὑμεῖς νὺν βλέπετε καὶ ; ἀκούετε.
لأَنَّ الْمَوْعِدَ هُوَ لَكُمْ وَلأَوْلاَدِكُمْ وَلِكُلِّ الَّذِينَ عَلَى بُعْدٍ، كُلِّ مَنْ يَدْعُوهُ الرَّبُّ إِلهُنَا.
γάρ ἡ ; ἐπαγγελία ἐστιν ὑμῖν καὶ ; τοῖς ; τέκνοις ; ὑμῶν καὶ ; πᾶσιν τοῖς εἰς μακράν, ὅσους ἂν προσκαλέσηται κύριος ὁ ; θεὸς ; ἡμῶν.
وَكَمَا كَانَ يَقْرُبُ وَقْتُ الْمَوْعِدِ الَّذِي أَقْسَمَ اللهُ لإِبْرَاهِيمَ، كَانَ يَنْمُو الشَّعْبُ وَيَكْثُرُ فِي مِصْرَ،
καθὼς ; δὲ ἤγγιζεν ὁ ; χρόνος τῆς ; ἐπαγγελίας ἧς ὤμοσεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ ; λαὸς καὶ ; ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ
مِنْ نَسْلِ هذَا، حَسَبَ الْوَعْدِ، أَقَامَ اللهُ لإِسْرَائِيلَ مُخَلِّصًا، يَسُوعَ.
ἀπὸ τοῦ ; σπέρματος τούτου κατ᾽ ἐπαγγελίαν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἰσραὴλ σωτῆρα Ἰησοῦν,
وَنَحْنُ نُبَشِّرُكُمْ بِالْمَوْعِدِ الَّذِي صَارَ لآبَائِنَا،
καὶ ; ἡμεῖς ὑμᾶς ; εὐαγγελιζόμεθα τὴν ; ἐπαγγελίαν γενομένην, πρὸς ; τοὺς ; πατέρας
فَلاَ تَنْقَدْ إِلَيْهِمْ، لأَنَّ أَكْثَرَ مِنْ أَرْبَعِينَ رَجُلاً مِنْهُمْ كَامِنُونَ لَهُ، قَدْ حَرَمُوا أَنْفُسَهُمْ أَنْ لاَ يَأْكُلُوا وَلاَ يَشْرَبُوا حَتَّى يَقْتُلُوهُ. وَهُمُ الآنَ مُسْتَعِدُّونَ مُنْتَظِرُونَ الْوَعْدَ مِنْكَ.
οὖν ; μὴ σὺ ; πεισθῇς αὐτοῖς, γὰρ πλείους τεσσεράκοντα, ἄνδρες ἐξ ; αὐτῶν ἐνεδρεύουσιν αὐτὸν οἵτινες ; ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ; ἀνέλωσιν ; αὐτὸν καὶ ; εἰσιν νῦν ἕτοιμοι προσδεχόμενοι τὴν ; ἐπαγγελίαν.¶ ἀπὸ ; σοῦ
فَإِنَّهُ لَيْسَ بِالنَّامُوسِ الْوَعْدُ لإِبْرَاهِيمَ أَوْ لِنَسْلِهِ أَنْ يَكُونَ وَارِثًا لِلْعَالَمِ، بَلْ بِبِرِّ الإِيمَانِ.
γὰρ οὐ διὰ ; νόμου ἡ ; ἐπαγγελία τῷ ; Ἀβραὰμ ἢ τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ εἶναι κληρονόμον ; αὐτὸν τοῦ ; κόσμου ἀλλὰ διὰ ; δικαιοσύνης πίστεως.
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ الَّذِينَ مِنَ النَّامُوسِ هُمْ وَرَثَةً، فَقَدْ تَعَطَّلَ الإِيمَانُ وَبَطَلَ الْوَعْدُ:
γὰρ εἰ οἱ ἐκ νόμου κληρονόμοι, κεκένωται ἡ ; πίστις καὶ ; κατήργηται ἡ ; ἐπαγγελία·
لِهذَا هُوَ مِنَ الإِيمَانِ، كَيْ يَكُونَ عَلَى سَبِيلِ النِّعْمَةِ، لِيَكُونَ الْوَعْدُ وَطِيدًا لِجَمِيعِ النَّسْلِ. لَيْسَ لِمَنْ هُوَ مِنَ النَّامُوسِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا لِمَنْ هُوَ مِنْ إِيمَانِ إِبْرَاهِيمَ، الَّذِي هُوَ أَبٌ لِجَمِيعِنَا.
διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν, εἶναι τὴν ; ἐπαγγελίαν βεβαίαν παντὶ τῷ ; σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ τοῦ ; νόμου μόνον ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως Ἀβραάμ, ὅς ἐστιν πατὴρ πάντων ; ἡμῶν
وَلاَ بِعَدَمِ إِيمَانٍ ارْتَابَ فِي وَعْدِ اللهِ، بَلْ تَقَوَّى بِالإِيمَانِ مُعْطِيًا مَجْدًا ِللهِ.
οὐ τῇ ; ἀπιστίᾳ, διεκρίθη τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; θεοῦ ἀλλ᾽ ἐνεδυναμώθη τῇ ; πίστει, δοὺς δόξαν τῷ ; θεῷ
الَّذِينَ هُمْ إِسْرَائِيلِيُّونَ، وَلَهُمُ التَّبَنِّي وَالْمَجْدُ وَالْعُهُودُ وَالاشْتِرَاعُ وَالْعِبَادَةُ وَالْمَوَاعِيدُ،
οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται, ὧν ἡ ; υἱοθεσία καὶ ; ἡ ; δόξα καὶ ; αἱ ; διαθῆκαι καὶ ; ἡ ; νομοθεσία καὶ ; ἡ ; λατρεία καὶ ; αἱ ; ἐπαγγελίαι,
أَيْ لَيْسَ أَوْلاَدُ الْجَسَدِ هُمْ أَوْلاَدَ اللهِ، بَلْ أَوْلاَدُ الْمَوْعِدِ يُحْسَبُونَ نَسْلاً.
τοῦτ᾽ ; ἔστιν, οὐ τὰ ; τέκνα τῆς ; σαρκὸς ταῦτα τέκνα τοῦ ; θεοῦ, ἀλλὰ τὰ ; τέκνα τῆς ; ἐπαγγελίας λογίζεται ; εἰς σπέρμα.
لأَنَّ كَلِمَةَ الْمَوْعِدِ هِيَ هذِهِ: أَنَا آتِي نَحْوَ هذَا الْوَقْتِ وَيَكُونُ لِسَارَةَ ابْنٌ.
γὰρ ὁ ; λόγος ἐπαγγελίας οὗτος· ἐλεύσομαι κατὰ τοῦτον τὸν ; καιρὸν καὶ ; ἔσται τῇ ; Σάρρᾳ υἱός.¶
وَأَقُولُ: يَسُوعَ الْمَسِيحَ قَدْ صَارَ خَادِمَ الْخِتَانِ، مِنْ أَجْلِ صِدْقِ اللهِ، حَتَّى يُثَبِّتَ مَوَاعِيدَ الآبَاءِ.
λέγω ; δέ Ἰησοῦν Χριστὸν γεγενῆσθαι διάκονον περιτομῆς ὑπὲρ ἀληθείας θεοῦ εἰς βεβαιῶσαι τὰς ; ἐπαγγελίας τῶν ; πατέρων,
لأَنْ مَهْمَا كَانَتْ مَوَاعِيدُ اللهِ فَهُوَ فِيهِ النَّعَمْ وَفِيهِ الآمِينُ، لِمَجْدِ اللهِ، بِوَاسِطَتِنَا.
γὰρ ὅσαι ἐπαγγελίαι θεοῦ, ἐν ; αὐτῷ τὸ ; ναί· καὶ ; ἐν; αὐτῷ τὸ ; ἀμὴν πρὸς ; δόξαν τῷ ; θεῷ δι᾽ ; ἡμῶν.
فَإِذْ لَنَا هذِهِ الْمَوَاعِيدُ أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ لِنُطَهِّرْ ذَوَاتِنَا مِنْ كُلِّ دَنَسِ الْجَسَدِ وَالرُّوحِ، مُكَمِّلِينَ الْقَدَاسَةَ فِي خَوْفِ اللهِ.
οὖν ἔχοντες Ταύτας τὰς ; ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ ; πνεύματος ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ θεοῦ.¶
لِتَصِيرَ بَرَكَةُ إِبْرَاهِيمَ لِلأُمَمِ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، لِنَنَالَ بِالإِيمَانِ مَوْعِدَ الرُّوحِ.
ἵνα ἡ ; εὐλογία τοῦ ; Ἀβραὰμ εἰς ; τὰ ; ἔθνη ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ; λάβωμεν διὰ ; τῆς ; πίστεως. τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πνεύματος
وَأَمَّا الْمَوَاعِيدُ فَقِيلَتْ فِي إِبْرَاهِيمَ وَفِي نَسْلِهِ. لاَ يَقُولُ: وَفِي الأَنْسَالِ كَأَنَّهُ عَنْ كَثِيرِينَ، بَلْ كَأَنَّهُ عَنْ وَاحِدٍ: وَفِي الَّذِي هُوَ الْمَسِيحُ.
δὲ αἱ ; ἐπαγγελίαι ἐρρέθησαν τῷ ; Ἀβραὰμ καὶ τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ. οὐ λέγει· καὶ ; τοῖς ; σπέρμασιν ὡς ἐπὶ πολλῶν ἀλλ᾽ ὡς ἐφ᾽ ἑνός· καὶ ; τῷ σπέρματί ; σου ὅς ; ἐστιν Χριστός.
وَإِنَّمَا أَقُولُ هذَا: إِنَّ النَّامُوسَ الَّذِي صَارَ بَعْدَ أَرْبَعِمِئَةٍ وَثَلاَثِينَ سَنَةً، لاَ يَنْسَخُ عَهْدًا قَدْ سَبَقَ فَتَمَكَّنَ مِنَ اللهِ نَحْوَ الْمَسِيحِ حَتَّى يُبَطِّلَ الْمَوْعِدَ.
δὲ λέγω· τοῦτο ὁ ; νόμος γεγονὼς μετὰ τετρακόσια καὶ ; τριάκοντα ἔτη οὐκ ἀκυροῖ διαθήκην προκεκυρωμένην ὑπὸ τοῦ ; θεοῦ εἰς Χριστὸν εἰς τὸ ; καταργῆσαι τὴν ; ἐπαγγελίαν.
لأَنَّهُ إِنْ كَانَتِ الْوِرَاثَةُ مِنَ النَّامُوسِ، فَلَمْ تَكُنْ أَيْضًا مِنْ مَوْعِدٍ. وَلكِنَّ اللهَ وَهَبَهَا لإِبْرَاهِيمَ بِمَوْعِدٍ.
γὰρ εἰ ἡ ; κληρονομία ἐκ νόμου οὐκέτι ἐξ ἐπαγγελίας· δὲ ὁ ; θεός.¶ κεχάρισται τῷ ; Ἀβραὰμ δι᾽ ; ἐπαγγελίας
لأَنَّهُ إِنْ كَانَتِ الْوِرَاثَةُ مِنَ النَّامُوسِ، فَلَمْ تَكُنْ أَيْضًا مِنْ مَوْعِدٍ. وَلكِنَّ اللهَ وَهَبَهَا لإِبْرَاهِيمَ بِمَوْعِدٍ.
γὰρ εἰ ἡ ; κληρονομία ἐκ νόμου οὐκέτι ἐξ ἐπαγγελίας· δὲ ὁ ; θεός.¶ κεχάρισται τῷ ; Ἀβραὰμ δι᾽ ; ἐπαγγελίας
فَهَلِ النَّامُوسُ ضِدُّ مَوَاعِيدِ اللهِ. حَاشَا. لأَنَّهُ لَوْ أُعْطِيَ نَامُوسٌ قَادِرٌ أَنْ يُحْيِيَ، لَكَانَ بِالْحَقِيقَةِ بِالنَّامُوسِ.
οὖν Ὁ ; νόμος κατὰ τῶν ; ἐπαγγελιῶν τοῦ ; θεοῦ; μὴ ; γένοιτο. γὰρ εἰ ἐδόθη νόμος ὁ ; δυνάμενος ζῳοποιῆσαι, ὄντως ἐκ ; νόμου ; ἂν ; ἦν
لكِنَّ الْكِتَابَ أَغْلَقَ عَلَى الْكُلِّ تَحْتَ الْخَطِيَّةِ، لِيُعْطَى الْمَوْعِدُ مِنْ إِيمَانِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ لِلَّذِينَ يُؤْمِنُونَ.
ἀλλὰ ἡ ; γραφὴ συνέκλεισεν τὰ πάντα ὑπὸ ἁμαρτίαν, ἵνα ; δοθῇ ἡ ; ἐπαγγελία ἐκ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῖς πιστεύουσιν.¶
فَإِنْ كُنْتُمْ لِلْمَسِيحِ، فَأَنْتُمْ إِذًا نَسْلُ إِبْرَاهِيمَ، وَحَسَبَ الْمَوْعِدِ وَرَثَةٌ.
εἰ ; δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἐστέ, ἄρα σπέρμα τοῦ ; Ἀβραὰμ καὶ ; κατ᾽ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.¶
لكِنَّ الَّذِي مِنَ الْجَارِيَةِ وُلِدَ حَسَبَ الْجَسَدِ، وَأَمَّا الَّذِي الْحُرَّةِ فَبِالْمَوْعِدِ.
ἀλλ᾽ ὁ ; μὲν ἐκ τῆς ; παιδίσκης γεγέννηται, κατὰ σάρκα δὲ ὁ ἐκ ; τῆς ; ἐλευθέρας δι᾽ ; τῆς ; ἐπαγγελίας.
وَأَمَّا نَحْنُ أَيُّهَا الإِخْوَةُ فَنَظِيرُ إِسْحَاقَ، أَوْلاَدُ الْمَوْعِدِ.
δέ, ἡμεῖς ἀδελφοί, κατὰ Ἰσαὰκ τέκνα ; ἐσμέν ἐπαγγελίας
الَّذِي فِيهِ أَيْضًا أَنْتُمْ، إِذْ سَمِعْتُمْ كَلِمَةَ الْحَقِّ، إِنْجِيلَ خَلاَصِكُمُ، الَّذِي فِيهِ أَيْضًا إِذْ آمَنْتُمْ خُتِمْتُمْ بِرُوحِ الْمَوْعِدِ الْقُدُّوسِ،
ᾧ ἐν καὶ ὑμεῖς ἀκούσαντες τὸν ; λόγον τῆς ; ἀληθείας, τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; σωτηρίας ; ὑμῶν, ᾧ ἐν καὶ πιστεύσαντες ἐσφραγίσθητε τῷ ; πνεύματι τῆς ; ἐπαγγελίας τῷ ; ἁγίῳ
أَنَّكُمْ كُنْتُمْ فِي ذلِكَ الْوَقْتِ بِدُونِ مَسِيحٍ، أَجْنَبِيِّينَ عَنْ رَعَوِيَّةِ إِسْرَائِيلَ، وَغُرَبَاءَ عَنْ عُهُودِ الْمَوْعِدِ، لاَ رَجَاءَ لَكُمْ، وَبِلاَ إِلهٍ فِي الْعَالَمِ.
ὅτι ἦτε ἐν τῷ ; καιρῷ ; ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ ; Ἰσραὴλ καὶ ; ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς ; ἐπαγγελίας, μὴ ἐλπίδα ἔχοντες καὶ ; ἄθεοι ἐν τῷ ; κόσμῳ·