ك
إصحاح
G1860
G1861. epangéllō
G1862
المعنى المختصر للكلمة
epangéllō: to announce upon (reflexively), i.e. (by implication) to engage to do something, to assert something respecting oneself
اللفظ الأصلي ἐπαγγέλλω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epangéllō (ep-ang-el-lo)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to announce upon (reflexively), i.e. (by implication) to engage to do something, to assert something respecting oneself

الإنجليزية — KJV Translation Tags
profess (make) promise

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπηγγείλατο (4×) ᾧ ; ἐπήγγελται, (1×) ὃ ; ἐπήγγελται (1×) ὁ ; ἐπαγγειλάμενος, (1×) ἐπήγγελται (1×) ἐπαγγελλόμενοι, (1×) ἐπαγγελλόμενοι (1×) ἐπαγγελλομέναις (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا سَمِعُوا فَرِحُوا، وَوَعَدُوهُ أَنْ يُعْطُوهُ فِضَّةً. وَكَانَ يَطْلُبُ كَيْفَ يُسَلِّمُهُ فِي فُرْصَةٍ مُوافِقَةٍ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐχάρησαν καὶ ; ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ; δοῦναι· ἀργύριον καὶ ; ἐζήτει πῶς αὐτὸν ; παραδοῖ.¶ εὐκαίρως
وَلَمْ يُعْطِهِ فِيهَا مِيرَاثًا وَلاَ وَطْأَةَ قَدَمٍ، وَلكِنْ وَعَدَ أَنْ يُعْطِيَهَا مُلْكًا لَهُ وَلِنَسْلِهِ مِنْ بَعْدِهِ، وَلَمْ يَكُنْ لَهُ وَلَدٌ.
καὶ ; οὐκ ἔδωκεν ; αὐτῷ ἐν ; αὐτῇ κληρονομίαν οὐδὲ βῆμα ποδὸς καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι εἰς ; κατάσχεσιν αὐτῷ καὶ ; τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου.
وَتَيَقَّنَ أَنَّ مَا وَعَدَ بِهِ هُوَ قَادِرٌ أَنْ يَفْعَلَهُ أَيْضًا.
καὶ ; πληροφορηθεὶς ὅτι ὃ ; ἐπήγγελται ἐστιν δυνατός ποιῆσαι· καὶ
فَلِمَاذَا النَّامُوسُ. قَدْ زِيدَ بِسَبَبِ التَّعَدِّيَاتِ، إِلَى أَنْ يَأْتِيَ النَّسْلُ الَّذِي قَدْ وُعِدَ لَهُ، مُرَتَّبًا بِمَلاَئِكَةٍ فِي يَدِ وَسِيطٍ.
Τί ; οὖν ὁ ; νόμος; προσετέθη χάριν τῶν ; παραβάσεων ἄχρις ἔλθῃ τὸ ; σπέρμα ᾧ ; ἐπήγγελται, διαταγεὶς δι᾽ ; ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου.
بَلْ كَمَا يَلِيقُ بِنِسَاءٍ مُتَعَاهِدَاتٍ بِتَقْوَى اللهِ بِأَعْمَال صَالِحَةٍ.
ἀλλ᾽ ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι᾽ ; ἔργων ἀγαθῶν.
الَّذِي إِذْ تَظَاهَرَ بِهِ قَوْمٌ زَاغُوا مِنْ جِهَةِ الإِيمَانِ.
ἥν ἐπαγγελλόμενοι τινες ἠστόχησαν.¶ περὶ τὴν ; πίστιν
عَلَى رَجَاءِ الْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ، الَّتِي وَعَدَ بِهَا اللهُ الْمُنَزَّهُ عَنِ الْكَذِبِ، قَبْلَ الأَزْمِنَةِ الأَزَلِيَّةِ،
ἐπ᾽ ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου, ἣν ἐπηγγείλατο θεὸς ἀψευδὴς πρὸ χρόνων αἰωνίων.
فَإِنَّهُ لَمَّا وَعَدَ اللهُ إِبْرَاهِيمَ، إِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ أَعْظَمُ يُقْسِمُ بِهِ، أَقْسَمَ بِنَفْسِهِ،
γὰρ ἐπαγγειλάμενος ὁ ; θεός, τῷ ; Ἀβραὰμ ἐπεὶ κατ᾽ ; οὐδενὸς εἶχεν μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσεν καθ᾽ ; ἑαυτοῦ
لِنَتَمَسَّكْ بِإِقْرَارِ الرَّجَاءِ رَاسِخًا، لأَنَّ الَّذِي وَعَدَ هُوَ أَمِينٌ.
κατέχωμεν τὴν ; ὁμολογίαν τῆς ; ἐλπίδος ἀκλινῆ, γὰρ ὁ ; ἐπαγγειλάμενος, πιστὸς
بِالإِيمَانِ سَارَةُ نَفْسُهَا أَيْضًا أَخَذَتْ قُدْرَةً عَلَى إِنْشَاءِ نَسْل، وَبَعْدَ وَقْتِ السِّنِّ وَلَدَتْ، إِذْ حَسِبَتِ الَّذِي وَعَدَ صَادِقًا.
Πίστει Σάρρα αὐτὴ καὶ ἔλαβεν δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος καὶ ; παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον. πιστὸν
الَّذِي صَوْتُهُ زَعْزَعَ الأَرْضَ حِينَئِذٍ، وَأَمَّا الآنَ فَقَدْ وَعَدَ قَائِلاً: إِنِّي مَرَّةً أَيْضًا أُزَلْزِلُ لاَ الأَرْضَ فَقَطْ بَلِ السَّمَاءَ أَيْضًا.
οὗ ἡ ; φωνὴ ἐσάλευσεν τὴν ; γῆν τότε, δὲ νῦν ἐπήγγελται λέγων· ἐγὼ ἅπαξ ἔτι σείω οὐ τὴν ; γῆν μόνον ἀλλὰ τὸν ; οὐρανόν. καὶ
طُوبَى لِلرَّجُلِ الَّذِي يَحْتَمِلُ التَّجْرِبَةَ، لأَنَّهُ إِذَا تَزَكَّى يَنَالُ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الرَّبُّ لِلَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν, ὅτι γενόμενος δόκιμος λήμψεται τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς ὃν ἐπηγγείλατο ὁ ; κύριος τοῖς ; ἀγαπῶσιν ; αὐτόν.¶
اسْمَعُوا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ: أَمَا اخْتَارَ اللهُ فُقَرَاءَ هذَا الْعَالَمِ أَغْنِيَاءَ فِي الإِيمَانِ، وَوَرَثَةَ الْمَلَكُوتِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀκούσατε, ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί, οὐχ ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς τοὺς ; πτωχοὺς τοῦ; τούτου κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ ; κληρονόμους τῆς ; βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν;
وَاعِدِينَ إِيَّاهُمْ بِالْحُرِّيَّةِ، وَهُمْ أَنْفُسُهُمْ عَبِيدُ الْفَسَادِ. لأَنَّ مَا انْغَلَبَ مِنْهُ أَحَدٌ، فَهُوَ لَهُ مُسْتَعْبَدٌ أَيْضًا.
ἐπαγγελλόμενοι, αὐτοῖς ἐλευθερίαν αὐτοὶ δοῦλοι ; ὑπάρχοντες τῆς ; φθορᾶς· γάρ ᾧ ἥττηται, τούτῳ τις καὶ ; δεδούλωται.