ك
إصحاح
G1859
G1860. epangelía
G1861
المعنى المختصر للكلمة
epangelía: an announcement (for information, assent or pledge
اللفظ الأصلي ἐπαγγελία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق epangelía (ep-ang-el-ee-ah)
تكرار الورود في الكتاب 51 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 an announcement (for information, assent or pledge
2 especially a divine assurance of good)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
message promise

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὴν ; ἐπαγγελίαν (8×) τῆς ; ἐπαγγελίας (6×) ἡ ; ἐπαγγελία (5×) ἐπαγγελίαν (5×) τὰς ; ἐπαγγελίας (4×) ἐπαγγελίας (3×) τῆς ; ἐπαγγελίας, (2×) τὴν ; ἐπαγγελίαν. (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (51 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَكْرِمْ أَبَاكَ وَأُمَّكَ، الَّتِي هِيَ أَوَّلُ وَصِيَّةٍ بِوَعْدٍ،
τίμα τὸν ; πατέρα ; σου καὶ ; τὴν ; μητέρα, ἥτις ἐστὶν πρώτη ἐντολὴ ἐν ; ἐπαγγελίᾳ,
لأَنَّ الرِّيَاضَةَ الْجَسَدِيَّةَ نَافِعَةٌ لِقَلِيل، وَلكِنَّ التَّقْوَى نَافِعَةٌ لِكُلِّ شَيْءٍ، إِذْ لَهَا مَوْعِدُ الْحَيَاةِ الْحَاضِرَةِ وَالْعَتِيدَةِ.
γὰρ γυμνασία σωματικὴ ἐστὶν ; ὠφέλιμος, πρὸς ; ὀλίγον δὲ εὐσέβεια ὠφέλιμός πρὸς ; πάντα ἔχουσα ἐπαγγελίαν ζωῆς τῆς ; νῦν καὶ ; τῆς ; μελλούσης.
بُولُسُ، رَسُولُ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِمَشِيئَةِ اللهِ، لأَجْلِ وَعْدِ الْحَيَاةِ الَّتِي فِي يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
Παῦλος ἀπόστολος Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ ; θελήματος θεοῦ κατ᾽ ἐπαγγελίαν ζωῆς τῆς ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ
فَلْنَخَفْ، أَنَّهُ مَعَ بَقَاءِ وَعْدٍ بِالدُّخُولِ إِلَى رَاحَتِهِ، يُرَى أَحَدٌ مِنْكُمْ أَنَّهُ قَدْ خَابَ مِنْهُ.
Φοβηθῶμεν οὖν μήποτε καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ὑστερηκέναι.
لِكَيْ لاَ تَكُونُوا مُتَبَاطِئِينَ بَلْ مُتَمَثِّلِينَ بِالَّذِينَ بِالإِيمَانِ وَالأَنَاةِ يَرِثُونَ الْمَوَاعِيدَ.
ἵνα μὴ γένησθε, νωθροὶ δὲ μιμηταὶ τῶν διὰ ; πίστεως καὶ ; μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ; ἐπαγγελίας.
وَهكَذَا إِذْ تَأَنَّى نَالَ الْمَوْعِدَ.
καὶ ; οὕτως μακροθυμήσας ἐπέτυχεν τῆς ; ἐπαγγελίας.
فَلِذلِكَ إِذْ أَرَادَ اللهُ أَنْ يُظْهِرَ أَكْثَرَ كَثِيرًا لِوَرَثَةِ الْمَوْعِدِ عَدَمَ تَغَيُّرِ قَضَائِهِ، تَوَسَّطَ بِقَسَمٍ،
ἐν ; ᾧ βουλόμενος ὁ ; θεὸς ἐπιδεῖξαι περισσότερον τοῖς ; κληρονόμοις τῆς ; ἐπαγγελίας τὸ ; ἀμετάθετον τῆς ; βουλῆς ; αὐτοῦ ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ,
وَلكِنَّ الَّذِي لَيْسَ لَهُ نَسَبٌ مِنْهُمْ قَدْ عَشَّرَ إِبْرَاهِيمَ، وَبَارَكَ الَّذِي لَهُ الْمَوَاعِيدُ.
δὲ ὁ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ ; αὐτῶν δεδεκάτωκεν τὸν ; Ἀβραάμ· καὶ ; εὐλόγηκεν. τὸν ἔχοντα τὰς ; ἐπαγγελίας
وَلكِنَّهُ الآنَ قَدْ حَصَلَ عَلَى خِدْمَةٍ أَفْضَلَ بِمِقْدَارِ مَا هُوَ وَسِيطٌ أَيْضًا لِعَهْدٍ أَعْظَمَ، قَدْ تَثَبَّتَ عَلَى مَوَاعِيدَ أَفْضَلَ.
δὲ νυνὶ τέτευχεν λειτουργίας, διαφορωτέρας ὅσῳ ἐστιν μεσίτης, καὶ διαθήκης κρείττονός νενομοθέτηται. ἐπὶ ἐπαγγελίαις κρείττοσιν
وَلأَجْلِ هذَا هُوَ وَسِيطُ عَهْدٍ جَدِيدٍ، لِكَيْ يَكُونَ الْمَدْعُوُّونَ إِذْ صَارَ مَوْتٌ لِفِدَاءِ التَّعَدِّيَاتِ الَّتِي فِي الْعَهْدِ الأَوَّلِ يَنَالُونَ وَعْدَ الْمِيرَاثِ الأَبَدِيِّ.
Καὶ ; διὰ τοῦτο ἐστίν, μεσίτης διαθήκης καινῆς ὅπως οἱ ; κεκλημένοι γενομένου θανάτου εἰς ; ἀπολύτρωσιν τῶν ; παραβάσεων ἐπὶ τῇ ; διαθήκῃ πρώτῃ λάβωσιν τὴν ; ἐπαγγελίαν κληρονομίας. αἰωνίου
لأَنَّكُمْ تَحْتَاجُونَ إِلَى الصَّبْرِ، حَتَّى إِذَا صَنَعْتُمْ مَشِيئَةَ اللهِ تَنَالُونَ الْمَوْعِدَ.
γὰρ ἔχετε ; χρείαν, ὑπομονῆς ἵνα ποιήσαντες τὸ ; θέλημα τοῦ ; θεοῦ κομίσησθε τὴν ; ἐπαγγελίαν.
بِالإِيمَانِ تَغَرَّبَ فِي أَرْضِ الْمَوْعِدِ كَأَنَّهَا غَرِيبَةٌ، سَاكِنًا فِي خِيَامٍ مَعَ إِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ الْوَارِثَيْنِ مَعَهُ لِهذَا الْمَوْعِدِ عَيْنِهِ.
Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν ; γῆν τῆς ; ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν κατοικήσας ἐν σκηναῖς μετὰ Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ τῶν ; συγκληρονόμων τῆς ; ἐπαγγελίας τῆς ; αὐτῆς·
بِالإِيمَانِ تَغَرَّبَ فِي أَرْضِ الْمَوْعِدِ كَأَنَّهَا غَرِيبَةٌ، سَاكِنًا فِي خِيَامٍ مَعَ إِسْحَاقَ وَيَعْقُوبَ الْوَارِثَيْنِ مَعَهُ لِهذَا الْمَوْعِدِ عَيْنِهِ.
Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν ; γῆν τῆς ; ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν κατοικήσας ἐν σκηναῖς μετὰ Ἰσαὰκ καὶ ; Ἰακὼβ τῶν ; συγκληρονόμων τῆς ; ἐπαγγελίας τῆς ; αὐτῆς·
فِي الإِيمَانِ مَاتَ هؤُلاَءِ أَجْمَعُونَ، وَهُمْ لَمْ يَنَالُوا الْمَوَاعِيدَ، بَلْ مِنْ بَعِيدٍ نَظَرُوهَا وَصَدَّقُوهَا وَحَيُّوهَا، وَأَقَرُّوا بِأَنَّهُمْ غُرَبَاءُ وَنُزَلاَءُ عَلَى الأَرْضِ.
Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες μὴ λαβόντες τὰς ; ἐπαγγελίας ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ; ἰδόντες καὶ ; πεισθέντες καὶ ; ἀσπασάμενοι καὶ ; ὁμολογήσαντες ὅτι ; εἰσιν ξένοι καὶ ; παρεπίδημοί ἐπὶ τῆς ; γῆς.
بِالإِيمَانِ قَدَّمَ إِبْرَاهِيمُ إِسْحَاقَ وَهُوَ مُجَرَّبٌ. قَدَّمَ الَّذِي قَبِلَ الْمَوَاعِيدَ، وَحِيدَهُ
Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν ; Ἰσαὰκ πειραζόμενος, προσέφερεν ὁ ἀναδεξάμενος, τὰς ; ἐπαγγελίας καὶ ; τὸν ; μονογενῆ
الَّذِينَ بِالإِيمَانِ: قَهَرُوا مَمَالِكَ، صَنَعُوا بِرًّا، نَالُوا مَوَاعِيدَ، سَدُّوا أَفْوَاهَ أُسُودٍ،
οἳ διὰ ; πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων,
فَهؤُلاَءِ كُلُّهُمْ، مَشْهُودًا لَهُمْ بِالإِيمَانِ، لَمْ يَنَالُوا الْمَوْعِدَ،
Καὶ ; οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ ; τῆς ; πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ; ἐπαγγελίαν
وَقَائِلِينَ: أَيْنَ هُوَ مَوْعِدُ مَجِيئِهِ. لأَنَّهُ مِنْ حِينَ رَقَدَ الآبَاءُ كُلُّ شَيْءٍ بَاق هكَذَا مِنْ بَدْءِ الْخَلِيقَةِ.
καὶ ; λέγοντες· ποῦ ἐστιν ἡ ; ἐπαγγελία τῆς ; παρουσίας γὰρ ἀφ᾽ ἧς ἐκοιμήθησαν, οἱ ; πατέρες πάντα διαμένει οὕτως ἀπ᾽ ἀρχῆς κτίσεως.
لاَ يَتَبَاطَأُ الرَّبُّ عَنْ وَعْدِهِ كَمَا يَحْسِبُ قَوْمٌ التَّبَاطُؤَ، لكِنَّهُ يَتَأَنَّى عَلَيْنَا، وَهُوَ لاَ يَشَاءُ أَنْ يَهْلِكَ أُنَاسٌ، بَلْ أَنْ يُقْبِلَ الْجَمِيعُ إِلَى التَّوْبَةِ.
οὐ βραδύνει ὁ ; κύριος τῆς ; ἐπαγγελίας, ὥς ἡγοῦνται· τινες βραδύτητα ἀλλὰ μακροθυμεῖ εἰς ; ἡμᾶς μὴ βουλόμενός ἀπολέσθαι τινας ἀλλὰ χωρῆσαι. πάντας εἰς μετάνοιαν
وَهذَا هُوَ الْخَبَرُ الَّذِي سَمِعْنَاهُ مِنْهُ وَنُخْبِرُكُمْ بِهِ: إِنَّ اللهَ نُورٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمَةٌ الْبَتَّةَ.
αὕτη ἔστιν ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν ὅτι θεὸς φῶς οὐκ ἐν ; αὐτῷ σκοτία οὐδεμία.
وَهذَا هُوَ الْوَعْدُ الَّذِي وَعَدَنَا هُوَ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ.
καὶ ; αὕτη ἐστὶν ἡ ; ἐπαγγελία ἣν ἐπηγγείλατο ; ἡμῖν, αὐτὸς ζωὴν τὴν ; αἰώνιον.¶