ك
إصحاح
G1343
G1344. dikaióō
G1345
المعنى المختصر للكلمة
dikaióō: to render (i.e. show or regard as) just or innocent
اللفظ الأصلي δικαιόω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق dikaióō (dik-ah-yo-o)
تكرار الورود في الكتاب 40 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

to render (i.e. show or regard as) just or innocent

الإنجليزية — KJV Translation Tags
free justify(-ier) be righteous

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐδικαιώθη (5×) δικαιοῦται (3×) δικαιωθήσεται (2×) δικαιωθέντες (2×) ἵνα ; δικαιωθῶμεν (1×) ἐδικαίωσεν· (1×) ἐδικαίωσεν, (1×) ἐδικαίωσαν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (40 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 11: 19 Mat.11.19
جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ يَأْكُلُ وَيَشْرَبُ، فَيَقُولُونَ: هُوَذَا إِنْسَانٌ أَكُولٌ وَشِرِّيبُ خَمْرٍ، مُحِبٌّ لِلْعَشَّارِينَ وَالْخُطَاةِ. وَالْحِكْمَةُ تَبَرَّرَتْ مِنْ بَنِيهَا.
ἦλθεν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ ; πίνων, καὶ ; λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ ; οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ; ἁμαρτωλῶν. καὶ ; ἡ ; σοφία ἐδικαιώθη ἀπὸ τῶν ; αὐτῆς.¶ ; τέκνων
متى 12: 37 Mat.12.37
لأَنَّكَ بِكَلاَمِكَ تَتَبَرَّرُ وَبِكَلاَمِكَ تُدَانُ.
γὰρ ἐκ ; λόγων ; σου δικαιωθήσῃ καὶ ; ἐκ ; τῶν ; λόγων ; σου καταδικασθήσῃ.¶
وَجَمِيعُ الشَّعْبِ إِذْ سَمِعُوا وَالْعَشَّارُونَ بَرَّرُوا اللهَ مُعْتَمِدِينَ بِمَعْمُودِيَّةِ يُوحَنَّا.
καὶ ; πᾶς ὁ ; λαὸς ἀκούσας καὶ ; οἱ ; τελῶναι ἐδικαίωσαν τὸν ; θεὸν βαπτισθέντες τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου.
وَالْحِكْمَةُ تَبَرَّرَتْ مِنْ جَمِيعِ بَنِيهَا.
καὶ ; ἡ ; σοφία ἐδικαιώθη ἀπὸ πάντων τῶν ; τέκνων ; αὐτῆς.¶
وَأَمَّا هُوَ فَإِذْ أَرَادَ أَنْ يُبَرِّرَ نَفْسَهُ، قَاَلَ لِيَسُوعَ: وَمَنْ هُوَ قَرِيبِي.
δὲ Ὁ ; θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπεν πρὸς ; τὸν ; Ἰησοῦν· καὶ ; τίς ἐστίν μου ; πλησίον;
فَقَالَ لَهُمْ: أَنْتُمُ الَّذِينَ تُبَرِّرُونَ أَنْفُسَكُمْ قُدَّامَ النَّاسِ. وَلكِنَّ اللهَ يَعْرِفُ قُلُوبَكُمْ. إِنَّ الْمُسْتَعْلِيَ عِنْدَ النَّاسِ هُوَ رِجْسٌ قُدَّامَ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐστε ; οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ; ἀνθρώπων, δὲ ὁ ; θεὸς γινώσκει τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν ὅτι τὸ ; ὑψηλὸν ἐν ἀνθρώποις ἐστιν.¶ βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ
أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ هذَا نَزَلَ إِلَى بَيْتِهِ مُبَرَّرًا دُونَ ذَاكَ، لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَرْفَعُ نَفْسَهُ يَتَّضِعُ، وَمَنْ يَضَعُ نَفْسَهُ يَرْتَفِعُ.
λέγω ὑμῖν· οὗτος κατέβη εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ δεδικαιωμένος ἢ ἐκεῖνος ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ ; δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.¶
وَبِهذَا يَتَبَرَّرُ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ مَا لَمْ تَقْدِرُوا أَنْ تَتَبَرَّرُوا مِنْهُ بِنَامُوسِ مُوسَى.
καὶ ; ἐν ; τούτῳ δικαιωθῆναι, πᾶς τῷ ; πιστεύων ἀπὸ πάντων ὧν οὐκ ἠδυνήθητε δικαιοῦται. ἐν ; ὁ ; νόμῳ Μωϋσέως
وَبِهذَا يَتَبَرَّرُ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ مَا لَمْ تَقْدِرُوا أَنْ تَتَبَرَّرُوا مِنْهُ بِنَامُوسِ مُوسَى.
καὶ ; ἐν ; τούτῳ δικαιωθῆναι, πᾶς τῷ ; πιστεύων ἀπὸ πάντων ὧν οὐκ ἠδυνήθητε δικαιοῦται. ἐν ; ὁ ; νόμῳ Μωϋσέως
لأَنْ لَيْسَ الَّذِينَ يَسْمَعُونَ النَّامُوسَ هُمْ أَبْرَارٌ عِنْدَ اللهِ، بَلِ الَّذِينَ يَعْمَلُونَ بِالنَّامُوسِ هُمْ يُبَرَّرُونَ.
γὰρ οὐ οἱ ; ἀκροαταὶ τοῦ ; νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ ; θεῷ, ἀλλ᾽ οἱ ; ποιηταὶ τοῦ ; νόμου δικαιωθήσονται.
حَاشَا. بَلْ لِيَكُنِ اللهُ صَادِقًا وَكُلُّ إِنْسَانٍ كَاذِبًا. كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: لِكَيْ تَتَبَرَّرَ فِي كَلاَمِكَ، وَتَغْلِبَ مَتَى حُوكِمْتَ.
μὴ ; γένοιτο.¶ δὲ Γινέσθω ὁ ; θεὸς ἀληθής, πᾶς ; δὲ ἄνθρωπος ψεύστης καθὼς γέγραπται· ὅπως δικαιωθῇς ἐν τοῖς ; λόγοις ; σου καὶ ; νικήσῃς ἐν τῷ ; κρίνεσθαί ; σε.¶
لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ كُلُّ ذِي جَسَدٍ لاَ يَتَبَرَّرُ أَمَامَهُ. لأَنَّ بِالنَّامُوسِ مَعْرِفَةَ الْخَطِيَّةِ.
διότι ἐξ ; ἔργων νόμου πᾶσα σὰρξ οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ· γὰρ διὰ ; νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας.
مُتَبَرِّرِينَ مَجَّانًا بِنِعْمَتِهِ بِالْفِدَاءِ الَّذِي بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ،
δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ ; αὐτοῦ ; χάριτι διὰ ; τῆς ; ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν ; Ἰησοῦ, Χριστῷ
لإِظْهَارِ بِرِّهِ فِي الزَّمَانِ الْحَاضِرِ، لِيَكُونَ بَارًّا وَيُبَرِّرَ مَنْ هُوَ مِنَ الإِيمَانِ بِيَسُوعَ.
πρὸς ; ἔνδειξιν τῆς ; δικαιοσύνης ; αὐτοῦ ἐν τῷ ; καιρῷ νῦν εἰς ; τὸ ; εἶναι ; αὐτὸν δίκαιον καὶ ; δικαιοῦντα τὴν ἐκ πίστεως Ἰησοῦ.¶
إِذًا نَحْسِبُ أَنَّ الإِنْسَانَ يَتَبَرَّرُ بِالإِيمَانِ بِدُونِ أَعْمَالِ النَّامُوسِ.
οὖν λογιζόμεθα ἄνθρωπον δικαιοῦσθαι πίστει χωρὶς ἔργων νόμου.
لأَنَّ اللهَ وَاحِدٌ، هُوَ الَّذِي سَيُبَرِّرُ الْخِتَانَ بِالإِيمَانِ وَالْغُرْلَةَ بِالإِيمَانِ.
ἐπείπερ ὁ ; θεὸς εἷς ὃς δικαιώσει περιτομὴν ἐκ ; πίστεως καὶ ; ἀκροβυστίαν διὰ ; τῆς ; πίστεως.
لأَنَّهُ إِنْ كَانَ إِبْرَاهِيمُ قَدْ تَبَرَّرَ بِالأَعْمَالِ فَلَهُ فَخْرٌ، وَلكِنْ لَيْسَ لَدَى اللهِ.
γὰρ εἰ Ἀβραὰμ ἐδικαιώθη, ἐξ ; ἔργων ἔχει καύχημα ἀλλ᾽ οὐ πρὸς τὸν ; θεόν.
وَأَمَّا الَّذِي لاَ يَعْمَلُ، وَلكِنْ يُؤْمِنُ بِالَّذِي يُبَرِّرُ الْفَاجِرَ، فَإِيمَانُهُ يُحْسَبُ لَهُ بِرًّا.
δὲ τῷ μὴ ἐργαζομένῳ, δὲ πιστεύοντι ἐπὶ ; τὸν δικαιοῦντα τὸν ; ἀσεβῆ, ἡ ; πίστις ; αὐτοῦ λογίζεται δικαιοσύνην.
فَإِذْ قَدْ تَبَرَّرْنَا بِالإِيمَانِ لَنَا سَلاَمٌ مَعَ اللهِ بِرَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ،
οὖν Δικαιωθέντες ἐκ ; πίστεως ἔχομεν εἰρήνην πρὸς τὸν ; θεὸν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
فَبِالأَوْلَى كَثِيرًا وَنَحْنُ مُتَبَرِّرُونَ الآنَ بِدَمِهِ نَخْلُصُ بِهِ مِنَ الْغَضَبِ.
πολλῷ ; οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν ; τῷ ; αἵματι ; αὐτοῦ σωθησόμεθα δι᾽ ; αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ; ὀργῆς.¶
لأَنَّ الَّذِي مَاتَ قَدْ تَبَرَّأَ مِنَ الْخَطِيَّةِ.
γὰρ ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ; ἁμαρτίας.
وَالَّذِينَ سَبَقَ فَعَيَّنَهُمْ، فَهؤُلاَءِ دَعَاهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ دَعَاهُمْ، فَهؤُلاَءِ بَرَّرَهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ بَرَّرَهُمْ، فَهؤُلاَءِ مَجَّدَهُمْ أَيْضًا.
οὓς ; δὲ προώρισεν, τούτους ἐκάλεσεν· καὶ καὶ ; οὓς ἐκάλεσεν, τούτους ἐδικαίωσεν· καὶ οὓς ; δὲ ἐδικαίωσεν, τούτους ἐδόξασεν.¶ καὶ
وَالَّذِينَ سَبَقَ فَعَيَّنَهُمْ، فَهؤُلاَءِ دَعَاهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ دَعَاهُمْ، فَهؤُلاَءِ بَرَّرَهُمْ أَيْضًا. وَالَّذِينَ بَرَّرَهُمْ، فَهؤُلاَءِ مَجَّدَهُمْ أَيْضًا.
οὓς ; δὲ προώρισεν, τούτους ἐκάλεσεν· καὶ καὶ ; οὓς ἐκάλεσεν, τούτους ἐδικαίωσεν· καὶ οὓς ; δὲ ἐδικαίωσεν, τούτους ἐδόξασεν.¶ καὶ
مَنْ سَيَشْتَكِي عَلَى مُخْتَارِي اللهِ. اَللهُ هُوَ الَّذِي يُبَرِّرُ.
Τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν θεοῦ; θεὸς ὁ δικαιῶν·
فَإِنِّي لَسْتُ أَشْعُرُ بِشَيْءٍ فِي ذَاتِي. لكِنَّنِي لَسْتُ بِذلِكَ مُبَرَّرًا. وَلكِنَّ الَّذِي يَحْكُمُ فِيَّ هُوَ الرَّبُّ.
γὰρ οὐδὲν σύνοιδα· ἐμαυτῷ ἀλλ᾽ οὐκ ἐν ; τούτῳ δεδικαίωμαι· δὲ ὁ ἀνακρίνων με ἐστιν. κύριός
وَهكَذَا كَانَ أُنَاسٌ مِنْكُمْ. لكِنِ اغْتَسَلْتُمْ، بَلْ تَقَدَّسْتُمْ، بَلْ تَبَرَّرْتُمْ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ وَبِرُوحِ إِلهِنَا.
καὶ ; ταῦτά ἦτε· τινες ἀλλ᾽ ἀπελούσασθε ἀλλ᾽ ἡγιάσθητε ἀλλ᾽ ἐδικαιώθητε ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ καὶ ; ἐν ; τῷ ; πνεύματι τοῦ ; θεοῦ ; ἡμῶν.¶
إِذْ نَعْلَمُ الإِنْسَانَ لاَ يَتَبَرَّرُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ، بَلْ بِإِيمَانِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، آمَنَّا نَحْنُ أَيْضًا بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، لِنَتَبَرَّرَ بِإِيمَانِ يَسُوعَ لاَ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ لاَ يَتَبَرَّرُ جَسَدٌ مَا.
εἰδότες ἄνθρωπος οὐ δικαιοῦται ἐξ ; ἔργων νόμου ἐὰν ; μὴ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπιστεύσαμεν, ἡμεῖς καὶ εἰς ; Ἰησοῦν Χριστὸν ἵνα ; δικαιωθῶμεν ἐκ ; πίστεως Χριστοῦ καὶ ; οὐκ ἐξ ; ἔργων νόμου· ὅτι ἐξ ; ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται σάρξ. πᾶσα
إِذْ نَعْلَمُ الإِنْسَانَ لاَ يَتَبَرَّرُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ، بَلْ بِإِيمَانِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، آمَنَّا نَحْنُ أَيْضًا بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، لِنَتَبَرَّرَ بِإِيمَانِ يَسُوعَ لاَ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ لاَ يَتَبَرَّرُ جَسَدٌ مَا.
εἰδότες ἄνθρωπος οὐ δικαιοῦται ἐξ ; ἔργων νόμου ἐὰν ; μὴ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπιστεύσαμεν, ἡμεῖς καὶ εἰς ; Ἰησοῦν Χριστὸν ἵνα ; δικαιωθῶμεν ἐκ ; πίστεως Χριστοῦ καὶ ; οὐκ ἐξ ; ἔργων νόμου· ὅτι ἐξ ; ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται σάρξ. πᾶσα
إِذْ نَعْلَمُ الإِنْسَانَ لاَ يَتَبَرَّرُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ، بَلْ بِإِيمَانِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، آمَنَّا نَحْنُ أَيْضًا بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، لِنَتَبَرَّرَ بِإِيمَانِ يَسُوعَ لاَ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ. لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ لاَ يَتَبَرَّرُ جَسَدٌ مَا.
εἰδότες ἄνθρωπος οὐ δικαιοῦται ἐξ ; ἔργων νόμου ἐὰν ; μὴ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπιστεύσαμεν, ἡμεῖς καὶ εἰς ; Ἰησοῦν Χριστὸν ἵνα ; δικαιωθῶμεν ἐκ ; πίστεως Χριστοῦ καὶ ; οὐκ ἐξ ; ἔργων νόμου· ὅτι ἐξ ; ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται σάρξ. πᾶσα
فَإِنْ كُنَّا وَنَحْنُ طَالِبُونَ أَنْ نَتَبَرَّرَ فِي الْمَسِيحِ، نُوجَدُ نَحْنُ أَنْفُسُنَا أَيْضًا خُطَاةً، أَفَالْمَسِيحُ خَادِمٌ لِلْخَطِيَّةِ. حَاشَا.
εἰ ; δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν αὐτοὶ καὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα ; Χριστὸς διάκονος; ἁμαρτίας μὴ ; γένοιτο.