ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَقَالَ بُطْرُسُ: يَا حَنَانِيَّا، لِمَاذَا مَلأَ الشَّيْطَانُ قَلْبَكَ لِتَكْذِبَ عَلَى الرُّوحِ الْقُدُسِ وَتَخْتَلِسَ مِنْ ثَمَنِ الْحَقْلِ.
Εἶπεν ; δὲ Πέτρος· Ἁνανία, τί ἐπλήρωσεν ὁ ; σατανᾶς τὴν ; καρδίαν ; σου ψεύσασθαί τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον καὶ ; νοσφίσασθαι ἀπὸ τιμῆς ; τῆς τοῦ ; χωρίου;
فَلَمَّا سَمِعَ حَنَانِيَّا هذَا الْكَلاَمَ وَقَعَ وَمَاتَ. وَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
δὲ ἀκούων Ἁνανίας τούτους τοὺς ; λόγους πεσὼν ἐξέψυξεν. καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα·
فَنَهَضَ الأَحْدَاثُ وَلَفُّوهُ وَحَمَلُوهُ خَارِجًا وَدَفَنُوهُ.
ἀναστάντες ; δὲ νεώτεροι ; οἱ αὐτὸν ; συνέστειλαν ἐξενέγκαντες ; καὶ ἔθαψαν.
ثُمَّ حَدَثَ بَعْدَ مُدَّةِ نَحْوِ ثَلاَثِ سَاعَاتٍ، أَنَّ امْرَأَتَهُ دَخَلَتْ، وَلَيْسَ لَهَا خَبَرُ مَا جَرَى.
ἐγένετο ; δὲ διάστημα ὡς τριῶν ὡρῶν καὶ ; ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ εἰσῆλθεν. μὴ εἰδυῖα τὸ ; γεγονὸς
فَوَقَعَتْ فِي الْحَالِ عِنْدَ رِجْلَيْهِ وَمَاتَتْ. فَدَخَلَ الشَّبَابُ وَوَجَدُوهَا مَيْتَةً، فَحَمَلُوهَا خَارِجًا وَدَفَنُوهَا بِجَانِبِ رَجُلِهَا.
ἔπεσεν ; δὲ παραχρῆμα παρὰ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξέψυξεν· εἰσελθόντες ; δὲ νεανίσκοι ; οἱ εὗρον ; αὐτὴν νεκράν, καὶ ; ἐξενέγκαντες ἔθαψαν πρὸς τὸν ; ἄνδρα ; αὐτῆς·
فَوَقَعَتْ فِي الْحَالِ عِنْدَ رِجْلَيْهِ وَمَاتَتْ. فَدَخَلَ الشَّبَابُ وَوَجَدُوهَا مَيْتَةً، فَحَمَلُوهَا خَارِجًا وَدَفَنُوهَا بِجَانِبِ رَجُلِهَا.
ἔπεσεν ; δὲ παραχρῆμα παρὰ τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξέψυξεν· εἰσελθόντες ; δὲ νεανίσκοι ; οἱ εὗρον ; αὐτὴν νεκράν, καὶ ; ἐξενέγκαντες ἔθαψαν πρὸς τὸν ; ἄνδρα ; αὐτῆς·
وَكَانَ مُؤْمِنُونَ يَنْضَمُّونَ لِلرَّبِّ أَكْثَرَ، جَمَاهِيرُ مِنْ رِجَال وَنِسَاءٍ،
δὲ πιστεύοντες προσετίθεντο τῷ ; κυρίῳ, μᾶλλον πλήθη ἀνδρῶν καὶ ; γυναικῶν,
وَاجْتَمَعَ جُمْهُورُ الْمُدُنِ الْمُحِيطَةِ إِلَى أُورُشَلِيمَ حَامِلِينَ مَرْضَى وَمُعَذَّبِينَ مِنْ أَرْوَاحٍ نَجِسَةٍ، وَكَانُوا يُبْرَأُونَ جَمِيعُهُمْ.
συνήρχετο ; δὲ τὸ ; πλῆθος τῶν ; πόλεων πέριξ εἰς Ἰερουσαλὴμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ; ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ; ἐθεραπεύοντο ἅπαντες.¶
فَقَامَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَجَمِيعُ الَّذِينَ مَعَهُ، الَّذِينَ هُمْ شِيعَةُ الصَّدُّوقِيِّينَ، وَامْتَلأُوا غَيْرَةً
Ἀναστὰς ; δὲ ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; πάντες οἱ σὺν ; αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν ; Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου
وَلكِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ فِي اللَّيْلِ فَتَحَ أَبْوَابَ السِّجْنِ وَأَخْرَجَهُمْ وَقَالَ:
δὲ Ἄγγελος κυρίου διὰ τῆς ; νυκτὸς ἤνοιξε τὰς ; θύρας τῆς ; φυλακῆς, ἐξαγαγών ; τε ; αὐτοὺς εἶπεν·
فَلَمَّا سَمِعُوا دَخَلُوا الْهَيْكَلَ نَحْوَ الصُّبْحِ وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ. ثُمَّ جَاءَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَالَّذِينَ مَعَهُ، وَدَعَوُا الْمَجْمَعَ وَكُلَّ مَشْيَخَةِ بَنِي إِسْرَائِيلَ، فَأَرْسَلُوا إِلَى الْحَبْسِ لِيُؤْتَى بِهِمْ.
ἀκούσαντες ; δὲ εἰσῆλθον τὸ ; ἱερὸν ὑπὸ τὸν ; ὄρθρον καὶ ; ἐδίδασκον.¶ δὲ Παραγενόμενος ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ σὺν ; αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ ; συνέδριον καὶ ; πᾶσαν τὴν ; γερουσίαν τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἀπέστειλαν εἰς τὸ ; δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς.
فَلَمَّا سَمِعُوا دَخَلُوا الْهَيْكَلَ نَحْوَ الصُّبْحِ وَجَعَلُوا يُعَلِّمُونَ. ثُمَّ جَاءَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَالَّذِينَ مَعَهُ، وَدَعَوُا الْمَجْمَعَ وَكُلَّ مَشْيَخَةِ بَنِي إِسْرَائِيلَ، فَأَرْسَلُوا إِلَى الْحَبْسِ لِيُؤْتَى بِهِمْ.
ἀκούσαντες ; δὲ εἰσῆλθον τὸ ; ἱερὸν ὑπὸ τὸν ; ὄρθρον καὶ ; ἐδίδασκον.¶ δὲ Παραγενόμενος ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; οἱ σὺν ; αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ ; συνέδριον καὶ ; πᾶσαν τὴν ; γερουσίαν τῶν ; υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ; ἀπέστειλαν εἰς τὸ ; δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς.
وَلكِنَّ الْخُدَّامَ لَمَّا جَاءُوا لَمْ يَجِدُوهُمْ فِي السِّجْنِ، فَرَجَعُوا وَأَخْبَرُوا
δὲ οἱ ; ὑπηρέται παραγενόμενοι οὐχ εὗρον ; αὐτοὺς ἐν φυλακῇ. ; τῇ ἀναστρέψαντες ; δὲ ἀπήγγειλαν
وَلكِنَّ الْخُدَّامَ لَمَّا جَاءُوا لَمْ يَجِدُوهُمْ فِي السِّجْنِ، فَرَجَعُوا وَأَخْبَرُوا
δὲ οἱ ; ὑπηρέται παραγενόμενοι οὐχ εὗρον ; αὐτοὺς ἐν φυλακῇ. ; τῇ ἀναστρέψαντες ; δὲ ἀπήγγειλαν
قَائِلِينَ: إِنَّنَا وَجَدْنَا الْحَبْسَ مُغْلَقًا بِكُلِّ حِرْصٍ، وَالْحُرَّاسَ وَاقِفِينَ خَارِجًا أَمَامَ الأَبْوَابِ، وَلكِنْ لَمَّا فَتَحْنَا نَجِدْ فِي الدَّاخِلِ أَحَدًا.
λέγοντες εὕρομεν ὅτι ; τὸ ; μὲν ; δεσμωτήριον κεκλεισμένον ἐν ; πάσῃ ἀσφαλείᾳ καὶ ; τοὺς ; φύλακας ἑστῶτας ἔξω πρὸ τῶν ; θυρῶν, δὲ ἀνοίξαντες εὕρομεν. ἔσω οὐδένα
فَلَمَّا سَمِعَ الْكَاهِنُ وَقَائِدُ جُنْدِ الْهَيْكَلِ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ هذِهِ الأَقْوَالَ، ارْتَابُوا مِنْ جِهَتِهِمْ: مَا عَسَى أَنْ يَصِيرَ هذَا.
ὡς ; δὲ ἤκουσαν ὅ ; τε ; ἱερεὺς καὶ ; ὁ ; στρατηγὸς τοῦ ; ἱεροῦ καὶ ; οἱ ; ἀρχιερεῖς, τούτους τοὺς ; λόγους διηπόρουν περὶ ; αὐτῶν, τί ἂν γένοιτο τοῦτο.
ثُمَّ جَاءَ وَاحِدٌ وَأَخْبَرَهُمْ قَائِلاً: هُوَذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ وَضَعْتُمُوهُمْ فِي السِّجْنِ هُمْ فِي الْهَيْكَلِ وَاقِفِينَ يُعَلِّمُونَ الشَّعْبَ..
παραγενόμενος ; δέ τις ἀπήγγειλεν ; αὐτοῖς λέγων ὅτι ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ ; φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ; ἱερῷ ἑστῶτες καὶ ; διδάσκοντες λαόν.¶
فَأَجَابَ بُطْرُسُ وَالرُّسُلُ وَقَالُوا: يَنْبَغِي أَنْ يُطَاعَ اللهُ أَكْثَرَ مِنَ النَّاسِ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Πέτρος καὶ ; οἱ ; ἀπόστολοι εἶπαν· δεῖ πειθαρχεῖν θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις.
فَلَمَّا سَمِعُوا حَنِقُوا، وَجَعَلُوا يَتَشَاوَرُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُمْ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες διεπρίοντο καὶ ; ἐβουλεύοντο ἀνελεῖν ; αὐτούς.¶
فَقَامَ فِي الْمَجْمَعِ رَجُلٌ فَرِّيسِيٌّ اسْمُهُ غَمَالاَئِيلُ، مُعَلِّمٌ لِلنَّامُوسِ، مُكَرَّمٌ عِنْدَ جَمِيعِ الشَّعْبِ، وَأَمَرَ أَنْ يُخْرَجَ الرُّسُلُ قَلِيلاً.
Ἀναστὰς ; δέ ἐν τῷ ; συνεδρίῳ τις Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ ; λαῷ, ἐκέλευσεν ποιῆσαι, ; ἔξω τοὺς ; ἀποστόλους βραχὺ
وَإِنْ كَانَ مِنَ اللهِ فَلاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَنْقُضُوهُ، لِئَلاَّ تُوجَدُوا مُحَارِبِينَ للهِ أَيْضًا.
εἰ ; δὲ ἐστιν, ἐκ θεοῦ οὐ δύνασθε καταλῦσαι ; αὐτό μήποτε εὑρεθῆτε. θεομάχοι καὶ
فَانْقَادُوا إِلَيْهِ. وَدَعُوا الرُّسُلَ وَجَلَدُوهُمْ، وَأَوْصَوْهُمْ أَنْ لاَ يَتَكَلَّمُوا بِاسْمِ يَسُوعَ، ثُمَّ أَطْلَقُوهُمْ.
ἐπείσθησαν ; δὲ αὐτῷ, καὶ ; προσκαλεσάμενοι ἀποστόλους ; τοὺς δείραντες παρήγγειλαν μὴ λαλεῖν ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ καὶ ἀπέλυσαν ; αὐτούς.¶
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ إِذْ تَكَاثَرَ التَّلاَمِيذُ، حَدَثَ تَذَمُّرٌ مِنَ الْيُونَانِيِّينَ عَلَى الْعِبْرَانِيِّينَ أَنَّ أَرَامِلَهُمْ كُنَّ يُغْفَلُ عَنْهُنَّ فِي الْخِدْمَةِ الْيَوْمِيَّةِ.
Ἐν ; δὲ ταύταις ταῖς ; ἡμέραις πληθυνόντων τῶν ; μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν Ἑλληνιστῶν πρὸς τοὺς ; Ἑβραίους, ὅτι αἱ ; χῆραι ; αὐτῶν. παρεθεωροῦντο ἐν τῇ ; διακονίᾳ τῇ ; καθημερινῇ
فَدَعَا الاثْنَا عَشَرَ جُمْهُورَ التَّلاَمِيذِ وَقَالُوا: لاَ يُرْضِي أَنْ نَتْرُكَ نَحْنُ كَلِمَةَ اللهِ وَنَخْدِمَ مَوَائِدَ.
προσκαλεσάμενοι ; δὲ οἱ ; δώδεκα τὸ ; πλῆθος τῶν ; μαθητῶν εἶπαν· οὐκ ἀρεστόν καταλείψαντας ἐστιν ; ἡμᾶς τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις.
وَأَمَّا نَحْنُ فَنُواظِبُ عَلَى الصَّلاَةِ وَخِدْمَةِ الْكَلِمَةِ.
δὲ ἡμεῖς προσκαρτερήσομεν. τῇ προσευχῇ καὶ ; τῇ ; διακονίᾳ τοῦ ; λόγου
وَأَمَّا اسْتِفَانُوسُ فَإِذْ كَانَ مَمْلُوًّا إِيمَانًا وَقُوَّةً، كَانَ يَصْنَعُ عَجَائِبَ وَآيَاتٍ عَظِيمَةً فِي الشَّعْبِ.
δὲ Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ ; δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ ; σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ ; λαῷ.¶
فَنَهَضَ قَوْمٌ مِنَ الْمَجْمَعِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ مَجْمَعُ اللِّيبَرْتِينِيِّينَ وَالْقَيْرَوَانِيِّينَ وَالإِسْكَنْدَرِيِّينَ، وَمِنَ الَّذِينَ مِنْ كِيلِيكِيَّا وَأَسِيَّا، يُحَاوِرُونَ اسْتِفَانُوسَ.
ἀνέστησαν ; δέ τινες τῶν ; ἐκ τῆς ; συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ ; Κυρηναίων καὶ ; Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ ; Ἀσίας, συζητοῦντες τῷ ; Στεφάνῳ·
فَقَالَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ: أَتُرَى هذِهِ الأُمُورُ هكَذَا هِيَ.
Εἶπεν ; δὲ ὁ ; ἀρχιερεύς· εἰ ; ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει;
فَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ وَالآبَاءُ، اسْمَعُوا. ظَهَرَ إِلهُ الْمَجْدِ لأَبِينَا إِبْرَاهِيمَ وَهُوَ فِي مَا بَيْنَ النَّهْرَيْنِ، قَبْلَمَا سَكَنَ فِي حَارَانَ
ἔφη· ; δὲ ὁ ; ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ ; πατέρες, ἀκούσατε. ὤφθη ὁ ; θεὸς τῆς ; δόξης τῷ ; πατρὶ ; ἡμῶν Ἀβραὰμ ὄντι ἐν τῇ ; Μεσοποταμίᾳ πρὶν ; ἢ κατοικῆσαι ; αὐτὸν ἐν Χαρράν,
وَتَكَلَّمَ اللهُ هكَذَا: أَنْ يَكُونَ نَسْلُهُ مُتَغَرِّبًا فِي أَرْضٍ غَرِيبَةٍ، فَيَسْتَعْبِدُوهُ وَيُسِيئُوا إِلَيْهِ أَرْبَعَ مِئَةِ سَنَةٍ،
ἐλάλησεν ; δὲ ὁ ; θεός, οὕτως ὅτι ἔσται τὸ ; σπέρμα ; αὐτοῦ πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ καὶ ; δουλώσουσιν ; αὐτὸ καὶ ; κακώσουσιν τετρακόσια. ἔτη