ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَوَجَدَ هُنَاكَ إِنْسَانًا اسْمُهُ إِينِيَاسُ مُضْطَجِعًا عَلَى سَرِيرٍ مُنْذُ ثَمَانِي سِنِينَ، وَكَانَ مَفْلُوجًا.
εὗρεν ; δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν ; τινα ὀνόματι Αἰνέαν κατακείμενον ἐπὶ ; κραββάτῳ ἐξ ὀκτὼ ἐτῶν ὃς ; ἦν παραλελυμένος.
وَحَدَثَ فِي تِلْكَ الأَيَّامِ أَنَّهَا مَرِضَتْ وَمَاتَتْ، فَغَسَّلُوهَا وَوَضَعُوهَا فِي عِلِّيَّةٍ.
ἐγένετο ; δὲ ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις αὐτὴν ἀσθενήσασαν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ ; ἔθηκαν ; αὐτὴν ἐν ὑπερῴῳ.
وَإِذْ كَانَتْ لُدَّةُ قَرِيبَةً مِنْ يَافَا، وَسَمِعَ التَّلاَمِيذُ أَنَّ بُطْرُسَ فِيهَا، أَرْسَلُوا رَجُلَيْنِ يَطْلُبَانِ إِلَيْهِ أَنْ لاَ يَتَوَانَى عَنْ أَنْ يَجْتَازَ إِلَيْهِمْ.
δὲ οὔσης Λύδδας ἐγγὺς τῇ ; Ἰόππῃ ἀκούσαντες οἱ ; μαθηταὶ ὅτι Πέτρος ἐστὶν ; ἐν ; αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ; ἄνδρας πρὸς ; παρακαλοῦντες· αὐτὸν μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως ; αὐτῶν
فَقَامَ بُطْرُسُ وَجَاءَ مَعَهُمَا. فَلَمَّا وَصَلَ صَعِدُوا بِهِ إِلَى الْعِلِّيَّةِ، فَوَقَفَتْ لَدَيْهِ جَمِيعُ الأَرَامِلِ يَبْكِينَ وَيُرِينَ أَقْمِصَةً وَثِيَابًا مِمَّا كَانَتْ تَعْمَلُ غَزَالَةُ وَهِيَ مَعَهُنَّ.
ἀναστὰς ; δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν ; παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ; ὑπερῷον, καὶ ; παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ ; χῆραι κλαίουσαι καὶ ; ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ; ἱμάτια ὅσα ἐποίει ἡ ; Δορκάς. οὖσα μετ᾽ ; αὐτῶν
فَأَخْرَجَ بُطْرُسُ الْجَمِيعَ خَارِجًا، وَجَثَا عَلَى رُكْبَتَيْهِ وَصَلَّى، ثُمَّ الْتَفَتَ إِلَى الْجَسَدِ وَقَالَ: يَا طَابِيثَا، قُومِي. فَفَتَحَتْ عَيْنَيْهَا. وَلَمَّا أَبْصَرَتْ بُطْرُسَ جَلَسَتْ،
ἐκβαλὼν ; δὲ ὁ ; Πέτρος πάντας ἔξω καὶ ; θεὶς τὰ ; γόνατα προσηύξατο· καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ ; σῶμα εἶπεν· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ ; δὲ ; ἤνοιξεν αὐτῆς ; ὀφθαλμοὺς ; τοὺς καὶ ἰδοῦσα τὸν ; Πέτρον ἀνεκάθισεν.
فَنَاوَلَهَا يَدَهُ وَأَقَامَهَا. ثُمَّ نَادَى الْقِدِّيسِينَ وَالأَرَامِلَ وَأَحْضَرَهَا حَيَّةً.
δοὺς ; δὲ ; αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν ; αὐτήν· δὲ φωνήσας τοὺς ; ἁγίους καὶ ; τὰς ; χήρας παρέστησεν ; αὐτὴν ζῶσαν.
فَلَمَّا شَخَصَ إِلَيْهِ وَدَخَلَهُ الْخَوْفُ، قَالَ: مَاذَا يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لَهُ: صَلَوَاتُكَ وَصَدَقَاتُكَ صَعِدَتْ تَذْكَارًا أَمَامَ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ; γενόμενος ἔμφοβος ὁ ; εἶπεν· τί ; ἐστιν, κύριε; εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· αἱ ; προσευχαί ; σου καὶ ; αἱ ; ἐλεημοσύναι ; σου ἀνέβησαν εἰς ; μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ.
فَلَمَّا شَخَصَ إِلَيْهِ وَدَخَلَهُ الْخَوْفُ، قَالَ: مَاذَا يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لَهُ: صَلَوَاتُكَ وَصَدَقَاتُكَ صَعِدَتْ تَذْكَارًا أَمَامَ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ; γενόμενος ἔμφοβος ὁ ; εἶπεν· τί ; ἐστιν, κύριε; εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· αἱ ; προσευχαί ; σου καὶ ; αἱ ; ἐλεημοσύναι ; σου ἀνέβησαν εἰς ; μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ.
فَلَمَّا انْطَلَقَ الْمَلاَكُ الَّذِي كَانَ يُكَلِّمُ كَرْنِيلِيُوسَ، نَادَى اثْنَيْنِ مِنْ خُدَّامِهِ، وَعَسْكَرِيًّا تَقِيًّا مِنَ الَّذِينَ كَانُوا يُلاَزِمُونَهُ،
Ὡς ; δὲ ἀπῆλθεν ὁ ; ἄγγελος ὁ λαλῶν τῷ ; Κορνηλίῳ φωνήσας δύο τῶν ; οἰκετῶν ; αὐτοῦ καὶ ; στρατιώτην εὐσεβῆ τῶν προσκαρτερούντων ; αὐτῷ,
ثُمَّ فِي الْغَدِ فِيمَا هُمْ يُسَافِرُونَ وَيَقْتَرِبُونَ إِلَى الْمَدِينَةِ، صَعِدَ بُطْرُسُ عَلَى السَّطْحِ لِيُصَلِّيَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
δὲ Τῇ ἐπαύριον ἐκείνων ; ὁδοιπορούντων καὶ ; ἐγγιζόντων, τῇ πόλει ἀνέβη Πέτρος ἐπὶ τὸ ; δῶμα προσεύξασθαι περὶ ὥραν ἕκτην.
فَجَاعَ كَثِيرًا وَاشْتَهَى أَنْ يَأْكُلَ. وَبَيْنَمَا هُمْ يُهَيِّئُونَ وَقَعَتْ عَلَيْهِ غَيْبَةٌ،
ἐγένετο ; δὲ ; πρόσπεινος, καὶ ; ἤθελεν γεύσασθαι. δὲ ἐκείνων παρασκευαζόντων ἐπέπεσεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἔκστασις,
وَإِذْ كَانَ بُطْرُسُ يَرْتَابُ فِي نَفْسِهِ: مَاذَا عَسَى أَنْ تَكُونَ الرُّؤْيَا الَّتِي رَآهَا.، إِذَا الرِّجَالُ الَّذِينَ أُرْسِلُوا مِنْ قِبَلِ كَرْنِيلِيُوسَ، وكَانُوا قَدْ سَأَلُوا عَنْ بَيْتِ سِمْعَانَ وَقَدْ وَقَفُوا عَلَى الْبَابِ
ὡς ; δὲ ὁ ; Πέτρος διηπόρει ἐν ἑαυτῷ τί ἂν εἴη τὸ ; ὅραμα ὃ εἶδεν, καὶ ; ἰδοὺ οἱ ; ἄνδρες οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τοῦ ; Κορνηλίου διερωτήσαντες τὴν ; οἰκίαν Σίμωνος, ἐπέστησαν ἐπὶ τὸν ; πυλῶνα·
وَبَيْنَمَا بُطْرُسُ مُتَفَكِّرٌ فِي الرُّؤْيَا، قَالَ لَهُ الرُّوحُ: هُوَذَا ثَلاَثَةُ رِجَال يَطْلُبُونَكَ.
δὲ Τοῦ ; Πέτρου ἐνθυμουμένου περὶ τοῦ ; ὁράματος εἶπεν αὐτῷ τὸ ; πνεῦμα· ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες ζητοῦσίν; σε·
فَنَزَلَ بُطْرُسُ إِلَى الرِّجَالِ الَّذِينَ أُرْسِلُوا إِلَيْهِ مِنْ قِبَلِ كَرْنِيلِيُوسَ، وَقَالَ: هَا أَنَا الَّذِي تَطْلُبُونَهُ. مَا هُوَ السَّبَبُ الَّذِي حَضَرْتُمْ لأَجْلِهِ.
καταβὰς ; δὲ Πέτρος πρὸς τοὺς ; ἄνδρας τοὺς ἀπεσταλμενοῦς πρὸς ; αὑτὸν, ἀπὸ τοῦ ; Κορνηλίου εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ ; εἰμι ὃν ζητεῖτε· τίς ἡ ; αἰτία πάρεστε; δι᾽ ; ἣν
فَدَعَاهُمْ إِلَى دَاخِل وَأَضَافَهُمْ. ثُمَّ فِي الْغَدِ خَرَجَ بُطْرُسُ مَعَهُمْ، وَأُنَاسٌ مِنَ الإِخْوَةِ الَّذِينَ مِنْ يَافَا رَافَقُوهُ.
εἰσκαλεσάμενος ; οὖν ; αὐτοὺς ἐξένισεν. δὲ τῇ ἐπαύριον ἐξῆλθεν ὁ ; Πέτρος σὺν ; αὐτοῖς, καί ; τινες τῶν ἀδελφῶν τῶν ἀπὸ τὴς ; Ἰόππης συνῆλθον ; αὐτῷ.
وَفِي الْغَدِ دَخَلُوا قَيْصَرِيَّةَ. وَأَمَّا كَرْنِيلِيُوسُ فَكَانَ يَنْتَظِرُهُمْ، وَقَدْ دَعَا أَنْسِبَاءَهُ وَأَصْدِقَاءَهُ الأَقْرَبِينَ.
Καὶ ; τῇ ἐπαύριον εἰσῆλθον εἰς ; τὴν ; Καισάρειαν· δὲ ὁ ; Κορνήλιος ἦν προσδοκῶν ; αὐτοὺς συγκαλεσάμενος τοὺς ; συγγενεῖς ; αὐτοῦ καὶ ; τοὺς ; φίλους. ἀναγκαίους
فَفَتَحَ بُطْرُسُ فَاهُ وَقَالَ: بِالْحَقِّ أَنَا أَجِدُ أَنَّ اللهَ لاَ يَقْبَلُ الْوُجُوهَ.
Ἀνοίξας ; δὲ Πέτρος τὸ ; στόμα εἶπεν· ἐπ᾽ ; ἀληθείας καταλαμβάνομαι ὅτι ὁ ; θεός, οὐκ ; ἔστιν προσωπολήμπτης
فَسَمِعَ الرُّسُلُ وَالإِخْوَةُ الَّذِينَ كَانُوا فِي الْيَهُودِيَّةِ أَنَّ الأُمَمَ أَيْضًا قَبِلُوا كَلِمَةَ اللهِ.
Ἤκουσαν ; δὲ οἱ ; ἀπόστολοι καὶ ; οἱ ; ἀδελφοὶ οἱ ὄντες κατὰ τὴν ; Ἰουδαίαν ὅτι τὰ ; ἔθνη καὶ ἐδέξαντο τὸν ; λόγον τοῦ ; θεοῦ.¶
فَابْتَدَأَ بُطْرُسُ يَشْرَحُ لَهُمْ بِالتَّتَابُعِ قَائِلاً:
ἀρξάμενος ; δὲ ὁ ; Πέτρος ἐξετίθετο αὐτοῖς καθεξῆς λέγων·
وَسَمِعْتُ صَوْتًا قَائِلاً لِي: قُمْ يَا بُطْرُسُ، اذْبَحْ وَكُلْ.
ἤκουσα ; δὲ φωνῆς λεγούσης μοι· ἀναστὰς Πέτρε, θῦσον καὶ ; φάγε.
فَقُلْتُ: كَلاَّ يَا رَبُّ. لأَنَّهُ لَمْ يَدْخُلْ فَمِي دَنِسٌ أَوْ نَجِسٌ.
εἶπον ; δέ· μηδαμῶς, κύριε· ὅτι οὐδέποτε εἰσῆλθεν τὸ ; στόμα ; μου. κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον
فَقَالَ لِي الرُّوحُ أَنْ أَذْهَبَ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ فِي شَيْءٍ. وَذَهَبَ مَعِي أَيْضًا هؤُلاَءِ الإِخْوَةُ السِّتَّةُ. فَدَخَلْنَا بَيْتَ الرَّجُلِ،
εἶπεν ; δὲ μοι τὸ ; πνεῦμά συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον ἦλθον ; δὲ σὺν ; ἐμοὶ καὶ οἱ ; οὗτοι, ἀδελφοὶ ἓξ εἰσήλθομεν ; καὶ τὸν ; οἶκον τοῦ ; ἀνδρός.
فَقَالَ لِي الرُّوحُ أَنْ أَذْهَبَ مَعَهُمْ غَيْرَ مُرْتَابٍ فِي شَيْءٍ. وَذَهَبَ مَعِي أَيْضًا هؤُلاَءِ الإِخْوَةُ السِّتَّةُ. فَدَخَلْنَا بَيْتَ الرَّجُلِ،
εἶπεν ; δὲ μοι τὸ ; πνεῦμά συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον ἦλθον ; δὲ σὺν ; ἐμοὶ καὶ οἱ ; οὗτοι, ἀδελφοὶ ἓξ εἰσήλθομεν ; καὶ τὸν ; οἶκον τοῦ ; ἀνδρός.
فَتَذَكَّرْتُ كَلاَمَ الرَّبِّ كَيْفَ قَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَاءٍ وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتُعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
ἐμνήσθην ; δὲ τοῦ ; ῥήματος τοῦ ; κυρίου, ὡς ἔλεγεν· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
فَتَذَكَّرْتُ كَلاَمَ الرَّبِّ كَيْفَ قَالَ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَاءٍ وَأَمَّا أَنْتُمْ فَسَتُعَمَّدُونَ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ.
ἐμνήσθην ; δὲ τοῦ ; ῥήματος τοῦ ; κυρίου, ὡς ἔλεγεν· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν ὕδατι, δὲ ὑμεῖς βαπτισθήσεσθε ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ.
فَلَمَّا سَمِعُوا ذلِكَ سَكَتُوا، وَكَانُوا يُمَجِّدُونَ اللهَ قَائِلِينَ: إِذًا أَعْطَى اللهُ الأُمَمَ أَيْضًا التَّوْبَةَ لِلْحَيَاةِ..
δὲ Ἀκούσαντες ταῦτα ἡσύχασαν καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν λέγοντες· ἄρα ; γε ἔδωκεν.¶ ὁ ; θεὸς τοῖς ; ἔθνεσιν καὶ τὴν ; μετάνοιαν εἰς ; ζωὴν
وَلكِنْ كَانَ مِنْهُمْ قَوْمٌ، وَهُمْ رِجَالٌ قُبْرُسِيُّونَ وَقَيْرَوَانِيُّونَ، الَّذِينَ لَمَّا دَخَلُوا أَنْطَاكِيَةَ كَانُوا يُخَاطِبُونَ الْيُونَانِيِّينَ مُبَشِّرِينَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ.
δέ Ἦσαν ἐξ ; αὐτῶν τινες ἄνδρες Κύπριοι καὶ ; Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ; Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς ; τοὺς ; Ἑλληνιστὰς εὐαγγελιζόμενοι τὸν ; κύριον Ἰησοῦν.
فَسُمِعَ الْخَبَرُ عَنْهُمْ فِي آذَانِ الْكَنِيسَةِ الَّتِي فِي أُورُشَلِيمَ، فَأَرْسَلُوا بَرْنَابَا لِكَيْ يَجْتَازَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
ἠκούσθη ; δὲ ὁ ; λόγος περὶ ; αὐτῶν εἰς τὰ ; ὦτα τῆς ; ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις καὶ ; ἐξαπέστειλαν Βαρναβᾶν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας·
ثُمَّ خَرَجَ بَرْنَابَا إِلَى طَرْسُوسَ لِيَطْلُبَ شَاوُلَ. وَلَمَّا وَجَدَهُ جَاءَ بِهِ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
δὲ ἐξῆλθεν ὁ ; Βαρνάβας εἰς Ταρσὸν ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν ; αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν.
فَحَدَثَ أَنَّهُمَا اجْتَمَعَا فِي الْكَنِيسَةِ سَنَةً كَامِلَةً وَعَلَّمَا جَمْعًا غَفِيرًا. وَدُعِيَ التَّلاَمِيذُ مَسِيحِيِّينَ فِي أَنْطَاكِيَةَ أَوَّلاً.
ἐγένετο ; δὲ αὐτοὺς συναχθῆναι ἐν τῇ ; ἐκκλησίᾳ ἐνιαυτὸν ὅλον καὶ ; διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τοὺς ; μαθητὰς Χριστιανούς.¶ ἐν Ἀντιοχείᾳ πρώτον