ك
إصحاح
G1160
G1161.
G1162
المعنى المختصر للكلمة
dé: but, and, etc.
اللفظ الأصلي δέ
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق (deh)
تكرار الورود في الكتاب 2091 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary particle (adversative or continuative);

المعنى والشرح المفصل

but, and, etc.

الإنجليزية — KJV Translation Tags
also and but moreover now (often unexpressed in English)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

δὲ (1066×) δέ (42×) εἰ ; δὲ (38×) εἶπεν ; δὲ (30×) Εἶπεν ; δὲ (30×) ἦν ; δὲ (27×) Ἀποκριθεὶς ; δὲ (19×) δέ, (19×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (2091 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَجَابَ سِيمُونُ وَقَالَ: اطْلُبَا أَنْتُمَا إِلَى الرَّبِّ مِنْ أَجْلِي لِكَيْ لاَ يَأْتِيَ عَلَيَّ مِمَّا ذَكَرْتُمَا.
ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; Σίμων εἶπεν· δεήθητε ὑμεῖς πρὸς τὸν ; κύριον, ὑπὲρ ; ἐμοῦ ὅπως μηδὲν ἐπέλθῃ ἐπ᾽ ; ἐμὲ ὧν εἰρήκατε.
ثُمَّ إِنَّ مَلاَكَ الرَّبِّ كَلَّمَ فِيلُبُّسَ قِائِلاً: قُمْ وَاذْهَبْ نَحْوَ الْجَنُوبِ، عَلَى الطَّرِيقِ الْمُنْحَدِرَةِ مِنْ أُورُشَلِيمَ إِلَى غَزَّةَ الَّتِي هِيَ بَرِّيَّةٌ.
δὲ Ἄγγελος κυρίου ἐλάλησεν πρὸς ; Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ ; πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ; ὁδὸν τὴν ; καταβαίνουσαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.
فَقَالَ الرُّوحُ لِفِيلُبُّسَ: تَقَدَّمْ وَرَافِقْ هذِهِ الْمَرْكَبَةَ.
εἶπεν ; δὲ τὸ ; πνεῦμα τῷ ; Φιλίππῳ· πρόσελθε καὶ ; κολλήθητι τούτῳ. τῷ ; ἅρματι
فَأَجَابَ الْخَصِيُّ فِيلُبُّسَ وَقَالَ: أَطْلُبُ إِلَيْكَ: عَنْ مَنْ يَقُولُ النَّبِيُّ هذَا. عَنْ نَفْسِهِ أَمْ عَنْ وَاحِدٍ آخَرَ.
Ἀποκριθεὶς ; δὲ ὁ ; εὐνοῦχος τῷ ; Φιλίππῳ εἶπεν· δέομαί σου, περὶ τίνος λέγει ὁ ; προφήτης τοῦτο; περὶ ἑαυτοῦ, ἢ περὶ τινός; ἑτέρου
فَفَتَحَ فِيلُبُّسُ فَاهُ وابْتَدَأَ مِنْ هذَا الْكِتَابِ فَبَشِّرَهُ بِيَسُوعَ.
ἀνοίξας ; δὲ ὁ ; Φίλιππος τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀρξάμενος ἀπὸ ταύτης τῆς ; γραφῆς εὐηγγελίσατο ; αὐτῷ τὸν ; Ἰησοῦν.¶
وَفِيمَا هُمَا سَائِرَانِ فِي الطَّرِيقِ أَقْبَلاَ عَلَى مَاءٍ، فَقَالَ الْخَصِيُّ: هُوَذَا مَاءٌ. مَاذَا يَمْنَعُ أَنْ أَعْتَمِدَ.
Ὡς ; δὲ ἐπορεύοντο κατὰ τὴν ; ὁδόν, ἦλθον ἐπί τι ; ὕδωρ καί ; φησιν εὐνοῦχος· ; ὁ ἰδοὺ ὕδωρ· τί κωλύει με ; βαπτισθῆναι;
فَقَالَ فِيلُبُّسُ: إِنْ كُنْتَ تُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ قَلْبِكَ يَجُوزُ. فَأَجَابَ وَقَالَ: أَنَا أُومِنُ أَنَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ هُوَ ابْنُ اللهِ.
εἶπε ; δὲ ὁ ; Φίλιππος· εἰ πιστεύεις ἐξ ὅλης τῆς ; καρδίας, ἔξεστιν. ἀποκριθεὶς ; δὲ εἶπε· πιστεύω τὸν ; Ἰησοῦν Χριστόν. εἶναι υἱὸν τοῦ ; θεοῦ
فَقَالَ فِيلُبُّسُ: إِنْ كُنْتَ تُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ قَلْبِكَ يَجُوزُ. فَأَجَابَ وَقَالَ: أَنَا أُومِنُ أَنَّ يَسُوعَ الْمَسِيحَ هُوَ ابْنُ اللهِ.
εἶπε ; δὲ ὁ ; Φίλιππος· εἰ πιστεύεις ἐξ ὅλης τῆς ; καρδίας, ἔξεστιν. ἀποκριθεὶς ; δὲ εἶπε· πιστεύω τὸν ; Ἰησοῦν Χριστόν. εἶναι υἱὸν τοῦ ; θεοῦ
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
وَأَمَّا فِيلُبُّسُ فَوُجِدَ فِي أَشْدُودَ. وَبَيْنَمَا هُوَ مُجْتَازٌ، كَانَ يُبَشِّرُ جَمِيعَ الْمُدُنِ حَتَّى جَاءَ إِلَى قَيْصَرِيَّةَ.
δὲ Φίλιππος εὑρέθη εἰς Ἄζωτον, καὶ ; διερχόμενος εὐηγγελίζετο πάσας τὰς ; πόλεις ἕως τοῦ ; ἐλθεῖν ; αὐτὸν εἰς Καισάρειαν.¶
أَمَّا شَاوُلُ فَكَانَ لَمْ يَزَلْ يَنْفُثُ تَهَدُّدًا وَقَتْلاً عَلَى تَلاَمِيذِ الرَّبِّ، فَتَقَدَّمَ إِلَى رَئِيسِ الْكَهَنَةِ
δὲ Ὁ ; Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ ; φόνου εἰς τοὺς ; μαθητὰς τοῦ ; κυρίου, προσελθὼν τῷ ; ἀρχιερεῖ,
وَفِي ذَهَابِهِ حَدَثَ أَنَّهُ اقْتَرَبَ إِلَى دِمَشْقَ فَبَغْتَةً أَبْرَقَ حَوْلَهُ نُورٌ مِنَ السَّمَاءِ،
ἐν ; δὲ τῷ ; πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ ; Δαμασκῷ, ἐξαίφνης αὐτὸν ; περιήστραψεν φῶς ἀπὸ τοῦ ; οὐρανοῦ·
فَقَالَ: مَنْ أَنْتَ يَا سَيِّدُ. فَقَالَ الرَّبُّ: أَنَا يَسُوعُ الَّذِي أَنْتَ تَضْطَهِدُهُ. صَعْبٌ عَلَيْكَ أَنْ تَرْفُسَ مَنَاخِسَ.
εἶπεν ; δέ· τίς εἶ, κύριε; δέ ; εἶπεν· ὁ ; κύριος ἐγώ ; εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ ; διώκεις σκληρόν σοι πρὸς λακτίζειν· κέντρα
وَأَمَّا الرِّجَالُ الْمُسَافِرُونَ مَعَهُ فَوَقَفُوا صَامِتِينَ، يَسْمَعُونَ الصَّوْتَ وَلاَ يَنْظُرُونَ أَحَدًا.
δὲ ἄνδρες ; οἱ οἱ ; συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν ἐνεοί, ἀκούοντες τῆς ; φωνῆς, μηδένα ; δὲ ; θεωροῦντες.
فَنَهَضَ شَاوُلُ عَنِ الأَرْضِ، وَكَانَ وَهُوَ مَفْتُوحُ الْعَيْنَيْنِ لاَ يُبْصِرُ أَحَدًا. فَاقْتَادُوهُ بِيَدِهِ وَأَدْخَلُوهُ إِلَى دِمَشْقَ.
ἠγέρθη ; δὲ ὁ ; Σαῦλος ἀπὸ τῆς ; γῆς, ἀνεῳγμένων ; δὲ τῶν ; ὀφθαλμῶν ; αὐτοῦ οὐδένα; ἔβλεπεν· χειραγωγοῦντες δὲ ; αὐτὸν ; εἰσήγαγον εἰς Δαμασκόν.
فَنَهَضَ شَاوُلُ عَنِ الأَرْضِ، وَكَانَ وَهُوَ مَفْتُوحُ الْعَيْنَيْنِ لاَ يُبْصِرُ أَحَدًا. فَاقْتَادُوهُ بِيَدِهِ وَأَدْخَلُوهُ إِلَى دِمَشْقَ.
ἠγέρθη ; δὲ ὁ ; Σαῦλος ἀπὸ τῆς ; γῆς, ἀνεῳγμένων ; δὲ τῶν ; ὀφθαλμῶν ; αὐτοῦ οὐδένα; ἔβλεπεν· χειραγωγοῦντες δὲ ; αὐτὸν ; εἰσήγαγον εἰς Δαμασκόν.
وَكَانَ فِي دِمَشْقَ تِلْمِيذٌ اسْمُهُ حَنَانِيَّا، فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ فِي رُؤْيَا: يَا حَنَانِيَّا.. فَقَالَ: هأَنَذَا يَا رَبُّ.
Ἦν ; δέ ἐν Δαμασκῷ τις ; μαθητὴς ὀνόματι Ἁνανίας, καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· ἐν ὁράματι Ἁνανία. ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἰδοὺ ; ἐγώ, κύριε.
فَأَجَابَ حَنَانِيَّا: يَا رَبُّ، قَدْ سَمِعْتُ مِنْ كَثِيرِينَ عَنْ هذَا الرَّجُلِ، كَمْ مِنَ الشُّرُورِ فَعَلَ بِقِدِّيسِيكَ فِي أُورُشَلِيمَ.
Ἀπεκρίθη ; δὲ ὁ ; Ἁνανίας· κύριε, ἀκήκοα ἀπὸ πολλῶν περὶ τούτου, τοῦ ; ἀνδρὸς ὅσα κακὰ ἐποίησεν τοῖς ; ἁγίοις ; σου ἐν Ἰερουσαλήμ·
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
وَتَنَاوَلَ طَعَامًا فَتَقَوَّى. وَكَانَ شَاوُلُ مَعَ التَّلاَمِيذِ الَّذِينَ فِي دِمَشْقَ أَيَّامًا.
καὶ ; λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν.¶ Ἐγένετο ; δὲ ὁ ; Σαῦλος μετὰ μαθητῶν τῶν ἐν Δαμασκῷ ἡμέρας ; τινάς·
فَبُهِتَ جَمِيعُ الَّذِينَ كَانُوا يَسْمَعُونَ وَقَالُوا: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي أَهْلَكَ فِي أُورُشَلِيمَ الَّذِينَ يَدْعُونَ بِهذَا الاسْمِ. وَقَدْ جَاءَ إِلَى هُنَا لِهذاَ لِيَسُوقَهُمْ مُوثَقِينَ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ..
ἐξίσταντο ; δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ; ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ ; πορθήσας ἐν Ἰερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τοῦτο; τὸ ; ὄνομα καὶ ἐληλύθει ὧδε εἰς ; τοῦτο αὐτοὺς ; ἀγάγῃ δεδεμένους ἐπὶ τοὺς ; ἀρχιερεῖς.¶
وَأَمَّا شَاوُلُ فَكَانَ يَزْدَادُ قُوَّةً، وَيُحَيِّرُ الْيَهُودَ السَّاكِنِينَ فِي دِمَشْقَ مُحَقِّقًا أَنَّ هذَا هُوَ الْمَسِيحُ.
δὲ Σαῦλος μᾶλλον ἐνεδυναμοῦτο καὶ ; συνέχυννεν τοὺς ; Ἰουδαίους τοὺς ; κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ, συμβιβάζων ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστός.
وَلَمَّا تَمَّتْ أَيَّامٌ كَثِيرَةٌ تَشَاوَرَ الْيَهُودُ لِيَقْتُلُوهُ،
ὡς ; δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν ; αὐτόν·
فَعَلِمَ شَاوُلُ بِمَكِيدَتِهِمْ. وَكَانُوا يُرَاقِبُونَ الأَبْوَابَ أَيْضًا نَهَارًا وَلَيْلاً لِيَقْتُلُوهُ.
ἐγνώσθη ; δὲ τῷ ; Σαύλῳ ἡ ; ἐπιβουλὴ ; αὐτῶν. Παρετήρουν; τε τὰς ; πύλας καὶ ἡμέρας τε ; καὶ ; νυκτός, ὅπως ; αὐτὸν ; ἀνέλωσιν·
فَأَخَذَهُ التَّلاَمِيذُ لَيْلاً وَأَنْزَلُوهُ مِنَ السُّورِ مُدَلِّينَ إِيَّاهُ فِي سَلّ.
λαβόντες ; δὲ οἱ ; μαθηταὶ νυκτὸς καθῆκαν ; αὐτὸν διὰ τοῦ ; τείχους χαλάσαντες αὐτὸν ἐν σπυρίδι.¶
وَلَمَّا جَاءَ شَاوُلُ إِلَى أُورُشَلِيمَ حَاوَلَ أَنْ يَلْتَصِقَ بِالتَّلاَمِيذِ، وَكَانَ الْجَمِيعُ يَخَافُونَهُ غَيْرَ مُصَدِّقِينَ أَنَّهُ تِلْمِيذٌ.
δὲ Παραγενόμενος ὁ ; Σαῦλος εἰς Ἰερουσαλὴμ ἐπειρᾶτο κολλᾶσθαι τοῖς ; μαθηταῖς· καὶ πάντες ἐφοβοῦντο ; αὐτὸν μὴ πιστεύοντες ὅτι ; ἐστὶν μαθητής.
وَكَانَ يُخَاطِبُ وَيُبَاحِثُ الْيُونَانِيِّينَ، فَحَاوَلُوا أَنْ يَقْتُلُوهُ.
ἐλάλει ; τε καὶ ; συνεζήτει πρὸς ; τοὺς ; Ἑλληνιστάς· οἱ ; ἐπεχείρουν ; δὲ ἀνελεῖν ; αὐτόν.
فَلَمَّا عَلِمَ الإِخْوَةُ أَحْدَرُوهُ إِلَى قَيْصَرِيَّةَ وَأَرْسَلُوهُ إِلَى طَرْسُوسَ.
ἐπιγνόντες ; δὲ οἱ ; ἀδελφοὶ κατήγαγον ; αὐτὸν εἰς Καισάρειαν καὶ ; ἐξαπέστειλαν ; αὐτὸν εἰς Ταρσόν.¶
وَحَدَثَ أَنَّ بُطْرُسَ وَهُوَ يَجْتَازُ بِالْجَمِيعِ، نَزَلَ أَيْضًا إِلَى الْقِدِّيسِينَ السَّاكِنِينَ فِي لُدَّةَ،
Ἐγένετο ; δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ ; πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ; ἁγίους τοὺς ; κατοικοῦντας Λύδδα.