المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 6: 6
Luk.6.6
وَفِي سَبْتٍ آخَرَ دَخَلَ الْمَجْمَعَ وَصَارَ يُعَلِّمُ. وَكَانَ هُنَاكَ رَجُلٌ يَدُهُ الْيُمْنَى يَابِسَةٌ،
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν σαββάτῳ ἑτέρῳ εἰσελθεῖν ; αὐτὸν εἰς ; τὴν ; συναγωγὴν καὶ ; διδάσκειν· καὶ ; ἦν ἐκεῖ, ἄνθρωπος καὶ ; ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ἡ ; δεξιὰ ἦν ; ξηρά.
لوقا 6: 6
Luk.6.6
وَفِي سَبْتٍ آخَرَ دَخَلَ الْمَجْمَعَ وَصَارَ يُعَلِّمُ. وَكَانَ هُنَاكَ رَجُلٌ يَدُهُ الْيُمْنَى يَابِسَةٌ،
Ἐγένετο ; δὲ ; ἐν σαββάτῳ ἑτέρῳ εἰσελθεῖν ; αὐτὸν εἰς ; τὴν ; συναγωγὴν καὶ ; διδάσκειν· καὶ ; ἦν ἐκεῖ, ἄνθρωπος καὶ ; ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ἡ ; δεξιὰ ἦν ; ξηρά.
لوقا 6: 7
Luk.6.7
وَكَانَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُرَاقِبُونَهُ هَلْ يَشْفِي فِي السَّبْتِ، لِكَيْ يَجِدُوا عَلَيْهِ شِكَايَةً.
δὲ οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι Παρετήρουν; αὐτὸν εἰ θεραπεύσει ἐν τῷ ; σαββάτῳ ἵνα εὕρωσιν αὐτοῦ. κατηγορίαν
لوقا 6: 7
Luk.6.7
وَكَانَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ يُرَاقِبُونَهُ هَلْ يَشْفِي فِي السَّبْتِ، لِكَيْ يَجِدُوا عَلَيْهِ شِكَايَةً.
δὲ οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι Παρετήρουν; αὐτὸν εἰ θεραπεύσει ἐν τῷ ; σαββάτῳ ἵνα εὕρωσιν αὐτοῦ. κατηγορίαν
لوقا 6: 8
Luk.6.8
أَمَّا هُوَ فَعَلِمَ أَفْكَارَهُمْ، وَقَالَ لِلرَّجُلِ الَّذِي يَدُهُ يَابِسَةٌ: قُمْ وَقِفْ فِي الْوَسْطِ. فَقَامَ وَوَقَفَ.
δὲ αὐτὸς ᾔδει τοὺς ; διαλογισμοὺς ; αὐτῶν. καὶ ; εἶπεν τῷ ; ἀνδρὶ τῷ ; ἔχοντι τὴν ; χεῖρα· ξηρὰν Ἔγειραι καὶ ; στῆθι εἰς τὸ ; μέσον. δὲ ; ἀναστὰς ἔστη.
لوقا 6: 8
Luk.6.8
أَمَّا هُوَ فَعَلِمَ أَفْكَارَهُمْ، وَقَالَ لِلرَّجُلِ الَّذِي يَدُهُ يَابِسَةٌ: قُمْ وَقِفْ فِي الْوَسْطِ. فَقَامَ وَوَقَفَ.
δὲ αὐτὸς ᾔδει τοὺς ; διαλογισμοὺς ; αὐτῶν. καὶ ; εἶπεν τῷ ; ἀνδρὶ τῷ ; ἔχοντι τὴν ; χεῖρα· ξηρὰν Ἔγειραι καὶ ; στῆθι εἰς τὸ ; μέσον. δὲ ; ἀναστὰς ἔστη.
لوقا 6: 9
Luk.6.9
ثُمَّ قَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَسْأَلُكُمْ هَلْ يَحِلُّ فِي السَّبْتِ فِعْلُ الْخَيْرِ أَوْ فِعْلُ الشَّرِّ. تَخْلِيصُ نَفْسٍ أَوْ إِهْلاَكُهَا..
οὖν εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ὁ ; Ἰησοῦς Ἐπερωτήσω; ὑμᾶς εἰ ἔξεστιν τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι; σῶσαι ψυχὴν ἢ ἀπολέσαι;
لوقا 6: 10
Luk.6.10
ثُمَّ نَظَرَ حَوْلَهُ إِلَى جَمِيعِهِمْ وَقَالَ لِلرَّجُلِ: مُدَّ يَدَكَ. فَفَعَلَ هكَذَا. فَعَادَتْ يَدُهُ صَحِيحَةً كَالأُخْرَى.
καὶ περιβλεψάμενος πάντας ; αὐτοὺς εἶπεν τῷ ἀνθρώπῳ ἔκτεινον τὴν ; χεῖρά ; σου. ὁ ; δὲ ; ἐποίησεν οὕτως· καὶ ; ἀπεκατεστάθη ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ; ἡ ; ἄλλη.
لوقا 6: 10
Luk.6.10
ثُمَّ نَظَرَ حَوْلَهُ إِلَى جَمِيعِهِمْ وَقَالَ لِلرَّجُلِ: مُدَّ يَدَكَ. فَفَعَلَ هكَذَا. فَعَادَتْ يَدُهُ صَحِيحَةً كَالأُخْرَى.
καὶ περιβλεψάμενος πάντας ; αὐτοὺς εἶπεν τῷ ἀνθρώπῳ ἔκτεινον τὴν ; χεῖρά ; σου. ὁ ; δὲ ; ἐποίησεν οὕτως· καὶ ; ἀπεκατεστάθη ἡ ; χεὶρ ; αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ; ἡ ; ἄλλη.
لوقا 6: 13
Luk.6.13
وَلَمَّا كَانَ النَّهَارُ دَعَا تَلاَمِيذَهُ، وَاخْتَارَ مِنْهُمُ اثْنَيْ عَشَرَ، الَّذِينَ سَمَّاهُمْ أَيْضًا رُسُلاً:
καὶ ; ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐκλεξάμενος ἀπ᾽ ; αὐτῶν δώδεκα οὓς ὠνόμασεν· καὶ ἀποστόλους
لوقا 6: 13
Luk.6.13
وَلَمَّا كَانَ النَّهَارُ دَعَا تَلاَمِيذَهُ، وَاخْتَارَ مِنْهُمُ اثْنَيْ عَشَرَ، الَّذِينَ سَمَّاهُمْ أَيْضًا رُسُلاً:
καὶ ; ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησεν τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐκλεξάμενος ἀπ᾽ ; αὐτῶν δώδεκα οὓς ὠνόμασεν· καὶ ἀποστόλους
لوقا 6: 14
Luk.6.14
سِمْعَانَ الَّذِي سَمَّاهُ أَيْضًا بُطْرُسَ وَأَنْدَرَاوُسَ أَخَاهُ. يَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا. فِيلُبُّسَ وَبَرْثُولَمَاوُسَ.
Σίμωνα ὃν ὠνόμασεν καὶ Πέτρον καὶ ; Ἀνδρέαν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην Φίλιππον καὶ ; Βαρθολομαῖον
لوقا 6: 17
Luk.6.17
وَنَزَلَ مَعَهُمْ وَوَقَفَ فِي مَوْضِعٍ سَهْل، وَجَمْعٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَجُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ وَسَاحِلِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، الَّذِينَ جَاءُوا لِيَسْمَعُوهُ وَيُشْفَوْا مِنْ أَمْرَاضِهِمْ،
καὶ ; καταβὰς μετ᾽ ; αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ; ὄχλος μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; τῆς ; παραλίου Τύρου καὶ ; Σιδῶνος οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι ; αὐτοῦ καὶ ; ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν ; νόσων ; αὐτῶν.
لوقا 6: 17
Luk.6.17
وَنَزَلَ مَعَهُمْ وَوَقَفَ فِي مَوْضِعٍ سَهْل، وَجَمْعٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَجُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ وَسَاحِلِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، الَّذِينَ جَاءُوا لِيَسْمَعُوهُ وَيُشْفَوْا مِنْ أَمْرَاضِهِمْ،
καὶ ; καταβὰς μετ᾽ ; αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ; ὄχλος μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; τῆς ; παραλίου Τύρου καὶ ; Σιδῶνος οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι ; αὐτοῦ καὶ ; ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν ; νόσων ; αὐτῶν.
لوقا 6: 17
Luk.6.17
وَنَزَلَ مَعَهُمْ وَوَقَفَ فِي مَوْضِعٍ سَهْل، وَجَمْعٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَجُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ وَسَاحِلِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، الَّذِينَ جَاءُوا لِيَسْمَعُوهُ وَيُشْفَوْا مِنْ أَمْرَاضِهِمْ،
καὶ ; καταβὰς μετ᾽ ; αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ; ὄχλος μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; τῆς ; παραλίου Τύρου καὶ ; Σιδῶνος οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι ; αὐτοῦ καὶ ; ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν ; νόσων ; αὐτῶν.
لوقا 6: 17
Luk.6.17
وَنَزَلَ مَعَهُمْ وَوَقَفَ فِي مَوْضِعٍ سَهْل، وَجَمْعٌ مِنْ تَلاَمِيذِهِ، وَجُمْهُورٌ كَثِيرٌ مِنَ الشَّعْبِ، مِنْ جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَأُورُشَلِيمَ وَسَاحِلِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، الَّذِينَ جَاءُوا لِيَسْمَعُوهُ وَيُشْفَوْا مِنْ أَمْرَاضِهِمْ،
καὶ ; καταβὰς μετ᾽ ; αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ. καὶ ; ὄχλος μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Ἰερουσαλὴμ καὶ ; τῆς ; παραλίου Τύρου καὶ ; Σιδῶνος οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι ; αὐτοῦ καὶ ; ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν ; νόσων ; αὐτῶν.
لوقا 6: 19
Luk.6.19
وَكُلُّ الْجَمْعِ طَلَبُوا أَنْ يَلْمِسُوهُ، لأَنَّ قُوَّةً كَانَتْ تَخْرُجُ مِنْهُ وَتَشْفِي الْجَمِيعَ.
καὶ ; πᾶς ὁ ; ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι ; αὐτοῦ, ὅτι δύναμις ἐξήρχετο, παρ᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; ἰᾶτο πάντας.¶
لوقا 6: 19
Luk.6.19
وَكُلُّ الْجَمْعِ طَلَبُوا أَنْ يَلْمِسُوهُ، لأَنَّ قُوَّةً كَانَتْ تَخْرُجُ مِنْهُ وَتَشْفِي الْجَمِيعَ.
καὶ ; πᾶς ὁ ; ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι ; αὐτοῦ, ὅτι δύναμις ἐξήρχετο, παρ᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; ἰᾶτο πάντας.¶
لوقا 6: 20
Luk.6.20
وَرَفَعَ عَيْنَيْهِ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: طُوبَاكُمْ أَيُّهَا الْمَسَاكِينُ، لأَنَّ لَكُمْ مَلَكُوتَ اللهِ.
Καὶ ; αὐτὸς ; ἐπάρας τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ ἔλεγεν· μακάριοι οἱ ; πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.¶
لوقا 6: 20
Luk.6.20
وَرَفَعَ عَيْنَيْهِ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: طُوبَاكُمْ أَيُّهَا الْمَسَاكِينُ، لأَنَّ لَكُمْ مَلَكُوتَ اللهِ.
Καὶ ; αὐτὸς ; ἐπάρας τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ εἰς τοὺς ; μαθητὰς ; αὐτοῦ ἔλεγεν· μακάριοι οἱ ; πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ; ἐστὶν ἡ ; βασιλεία τοῦ ; θεοῦ.¶
لوقا 6: 23
Luk.6.23
اِفْرَحُوا فِي ذلِكَ الْيَوْمِ وَتَهَلَّلُوا، فَهُوَذَا أَجْرُكُمْ عَظِيمٌ فِي السَّمَاءِ. لأَنَّ آبَاءَهُمْ هكَذَا كَانُوا يَفْعَلُونَ بِالأَنْبِيَاءِ.
χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ καὶ ; σκιρτήσατε· ἰδοὺ ; γὰρ ὁ ; μισθὸς ; ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ ; οὐρανῷ. γὰρ οἱ ; πατέρες ; αὐτῶν.¶ κατὰ ; τὰ ; ταῦτα ἐποίουν τοῖς ; προφήταις
لوقا 6: 26
Luk.6.26
وَيْلٌ لَكُمْ إِذَا قَالَ فِيكُمْ جَمِيعُ النَّاسِ حَسَنًا. لأَنَّهُ هكَذَا كَانَ آبَاؤُهُمْ يَفْعَلُونَ بِالأَنْبِيَاءِ الْكَذَبَةِ.
Οὐαὶ ὑμῖν ὅταν εἴπωσιν ὑμᾶς πάντες οἱ ; ἄνθρωποι· καλῶς γὰρ κατὰ ; τὰ ; ταῦτα οἱ ; πατέρες ; αὐτῶν. ἐποίουν τοῖς ; ψευδοπροφήταις
لوقا 6: 31
Luk.6.31
وَكَمَا تُرِيدُونَ أَنْ يَفْعَلَ النَّاسُ بِكُمُ افْعَلُوا أَنْتُمْ أَيْضًا بِهِمْ هكَذَا.
καὶ ; καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν οἱ ; ἄνθρωποι, ὑμῖν ποιεῖτε ὑμεῖς καὶ αὐτοῖς ὁμοίως.
لوقا 6: 33
Luk.6.33
وَإِذَا أَحْسَنْتُمْ إِلَى الَّذِينَ يُحْسِنُونَ إِلَيْكُمْ، فَأَيُّ فَضْل لَكُمْ. فَإِنَّ الْخُطَاةَ أَيْضًا يَفْعَلُونَ هكَذَا.
καὶ ; ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία χάρις ὑμῖν γὰρ οἱ ; ἁμαρτωλοὶ καὶ ποιοῦσιν. τὸ ; αὐτὸ
لوقا 6: 35
Luk.6.35
بَلْ أَحِبُّوا أَعْدَاءَكُمْ، وَأَحْسِنُوا وَأَقْرِضُوا وَأَنْتُمْ لاَ تَرْجُونَ شَيْئًا، فَيَكُونَ أَجْرُكُمْ عَظِيمًا وَتَكُونُوا بَنِي الْعَلِيِّ، فَإِنَّهُ مُنْعِمٌ عَلَى غَيْرِ الشَّاكِرِينَ وَالأَشْرَارِ.
πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ; ἐχθροὺς ; ὑμῶν καὶ ; ἀγαθοποιεῖτε καὶ ; δανίζετε μηδὲν ; ἀπελπίζοντες· καὶ ; ἔσται ὁ ; ὑμῶν ; μισθὸς πολύς, καὶ ; ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ ; ὑψίστου, ὅτι ; αὐτὸς χρηστός ; ἐστιν ἐπὶ τοὺς ; ἀχαρίστους καὶ ; πονηρούς.¶
لوقا 6: 38
Luk.6.38
أَعْطُوا تُعْطَوْا، كَيْلاً جَيِّدًا مُلَبَّدًا مَهْزُوزًا فَائِضًا يُعْطُونَ فِي أَحْضَانِكُمْ. لأَنَّهُ بِنَفْسِ الْكَيْلِ الَّذِي بِهِ تَكِيلُونَ يُكَالُ لَكُمْ.
δίδοτε, καὶ ; δοθήσεται ; ὑμῖν. μέτρον καλὸν πεπιεσμένον καὶ ; σεσαλευμένον καὶ ; ὑπερεκχυννόμενον δώσουσιν εἰς τὸν ; κόλπον ; ὑμῶν· γὰρ αὐτῷ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν.
لوقا 6: 39
Luk.6.39
وَضَرَبَ لَهُمْ مَثَلاً: هَلْ يَقْدِرُ أَعْمَى أَنْ يَقُودَ أَعْمَى. أَمَا يَسْقُطُ الاثْنَانِ فِي حُفْرَةٍ.
εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· παραβολὴν μήτι δύναται τυφλὸς ὁδηγεῖν; τυφλὸν οὐχὶ πεσοῦνται ἀμφότεροι εἰς βόθυνον
لوقا 6: 40
Luk.6.40
لَيْسَ التِّلْمِيذُ أَفْضَلَ مِنْ مُعَلِّمِهِ، بَلْ كُلُّ كَامِلاً يَكُونُ مِثْلَ مُعَلِّمِهِ.
Οὐκ ; ἔστιν μαθητὴς ὑπὲρ τὸν ; διδάσκαλον ; αὐτοῦ. δὲ πᾶς κατηρτισμένος ἔσται ὡς ὁ ; διδάσκαλος ; αὐτοῦ.¶
لوقا 6: 40
Luk.6.40
لَيْسَ التِّلْمِيذُ أَفْضَلَ مِنْ مُعَلِّمِهِ، بَلْ كُلُّ كَامِلاً يَكُونُ مِثْلَ مُعَلِّمِهِ.
Οὐκ ; ἔστιν μαθητὴς ὑπὲρ τὸν ; διδάσκαλον ; αὐτοῦ. δὲ πᾶς κατηρτισμένος ἔσται ὡς ὁ ; διδάσκαλος ; αὐτοῦ.¶
لوقا 6: 42
Luk.6.42
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου