المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 1: 24
Luk.1.24
وَبَعْدَ تِلْكَ الأَيَّامِ حَبِلَتْ أَلِيصَابَاتُ امْرَأَتُهُ، وَأَخْفَتْ نَفْسَهَا خَمْسَةَ أَشْهُرٍ قَائِلَةً:
Μετὰ ; δὲ ταύτας τὰς ; ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ καὶ ; περιέκρυβεν ἑαυτὴν πέντε μῆνας λέγουσα
لوقا 1: 28
Luk.1.28
فَدَخَلَ إِلَيْهَا الْمَلاَكُ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكِ أَيَّتُهَا الْمُنْعَمُ عَلَيْهَا. اَلرَّبُّ مَعَكِ. مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ.
Καὶ ; εἰσελθὼν πρὸς ; αὐτὴν ὁ ; ἄγγελος εἶπεν· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ ; κύριος μετὰ ; σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
لوقا 1: 29
Luk.1.29
فَلَمَّا رَأَتْهُ اضْطَرَبَتْ مِنْ كَلاَمِهِ، وَفَكَّرَتْ: مَا عَسَى أَنْ تَكُونَ هذِهِ التَّحِيَّةُ.
ἡ ; δὲ ; ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ ; λόγῳ ; αὐτοῦ καὶ ; διελογίζετο ποταπὸς εἴη οὗτος. ὁ ; ἀσπασμὸς
لوقا 1: 30
Luk.1.30
فَقَالَ لَهَا الْمَلاَكُ: لاَ تَخَافِي يَا مَرْيَمُ، لأَنَّكِ قَدْ وَجَدْتِ نِعْمَةً عِنْدَ اللهِ.
καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· ὁ ; ἄγγελος μὴ φοβοῦ Μαριάμ, γὰρ εὗρες χάριν παρὰ τῷ ; θεῷ.
لوقا 1: 31
Luk.1.31
وَهَا أَنْتِ سَتَحْبَلِينَ وَتَلِدِينَ ابْنًا وَتُسَمِّينَهُ يَسُوعَ.
καὶ ; ἰδοὺ συλλήμψῃ ; ἐν ; γαστρὶ καὶ ; τέξῃ υἱὸν καὶ ; καλέσεις ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦν.
لوقا 1: 32
Luk.1.32
هذَا يَكُونُ عَظِيمًا، وَابْنَ الْعَلِيِّ يُدْعَى، وَيُعْطِيهِ الرَّبُّ الإِلهُ كُرْسِيَّ دَاوُدَ أَبِيهِ،
οὗτος ἔσται μέγας καὶ ; υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ ; δώσει ; αὐτῷ κύριος ὁ ; θεὸς τὸν ; θρόνον Δαυὶδ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ,
لوقا 1: 32
Luk.1.32
هذَا يَكُونُ عَظِيمًا، وَابْنَ الْعَلِيِّ يُدْعَى، وَيُعْطِيهِ الرَّبُّ الإِلهُ كُرْسِيَّ دَاوُدَ أَبِيهِ،
οὗτος ἔσται μέγας καὶ ; υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ ; δώσει ; αὐτῷ κύριος ὁ ; θεὸς τὸν ; θρόνον Δαυὶδ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ,
لوقا 1: 33
Luk.1.33
وَيَمْلِكُ عَلَى بَيْتِ يَعْقُوبَ إِلَى الأَبَدِ، وَلاَ يَكُونُ لِمُلْكِهِ نِهَايَةٌ.
καὶ ; βασιλεύσει ἐπὶ τὸν ; οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς ; αἰῶνας, καὶ ; οὐκ ἔσται τῆς ; βασιλείας ; αὐτοῦ τέλος.¶
لوقا 1: 35
Luk.1.35
فَأَجَابَ الْمَلاَكُ وَقَالَ لَها: اَلرُّوحُ الْقُدُسُ يَحِلُّ عَلَيْكِ، وَقُوَّةُ الْعَلِيِّ تُظَلِّلُكِ، فَلِذلِكَ أَيْضًا الْقُدُّوسُ الْمَوْلُودُ يُدْعَى ابْنَ اللهِ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ ; σὲ καὶ ; δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει ; σοι· διὸ καὶ τὸ ; ἅγιον γεννώμενον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ.
لوقا 1: 36
Luk.1.36
وَهُوَذَا أَلِيصَابَاتُ نَسِيبَتُكِ هِيَ أَيْضًا حُبْلَى بِابْنٍ فِي شَيْخُوخَتِهَا، وَهذَا هُوَ الشَّهْرُ السَّادِسُ لِتِلْكَ الْمَدْعُوَّةِ عَاقِرًا،
καὶ ; ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ ; συγγενής; σου αὐτὴ καὶ συνείληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει ; αὐτῆς, καὶ ; οὗτος ἐστὶν μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ ; καλουμένῃ στείρᾳ
لوقا 1: 36
Luk.1.36
وَهُوَذَا أَلِيصَابَاتُ نَسِيبَتُكِ هِيَ أَيْضًا حُبْلَى بِابْنٍ فِي شَيْخُوخَتِهَا، وَهذَا هُوَ الشَّهْرُ السَّادِسُ لِتِلْكَ الْمَدْعُوَّةِ عَاقِرًا،
καὶ ; ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ ; συγγενής; σου αὐτὴ καὶ συνείληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει ; αὐτῆς, καὶ ; οὗτος ἐστὶν μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ ; καλουμένῃ στείρᾳ
لوقا 1: 36
Luk.1.36
وَهُوَذَا أَلِيصَابَاتُ نَسِيبَتُكِ هِيَ أَيْضًا حُبْلَى بِابْنٍ فِي شَيْخُوخَتِهَا، وَهذَا هُوَ الشَّهْرُ السَّادِسُ لِتِلْكَ الْمَدْعُوَّةِ عَاقِرًا،
καὶ ; ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ ; συγγενής; σου αὐτὴ καὶ συνείληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει ; αὐτῆς, καὶ ; οὗτος ἐστὶν μὴν ἕκτος αὐτῇ τῇ ; καλουμένῃ στείρᾳ
لوقا 1: 38
Luk.1.38
فَقَالَتْ مَرْيَمُ: هُوَذَا أَمَةُ الرَّبِّ. لِيَكُنْ لِي كَقَوْلِكَ. فَمَضَى مِنْ عِنْدِهَا الْمَلاَكُ.
Εἶπεν ; δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ ; δούλη κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ ; τὸ ; ῥῆμά ; σου. καὶ ; ἀπῆλθεν ἀπ᾽ αὐτῆς ὁ ; ἄγγελος.¶
لوقا 1: 41
Luk.1.41
فَلَمَّا سَمِعَتْ أَلِيصَابَاتُ سَلاَمَ مَرْيَمَ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ فِي بَطْنِهَا، وَامْتَلأَتْ أَلِيصَابَاتُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤκουσεν ἡ ; Ἐλισάβετ, τὸν ; ἀσπασμὸν τῆς ; Μαρίας ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; αὐτῆς, καὶ ; ἐπλήσθη ἡ ; Ἐλισάβετ πνεύματος ἁγίου
لوقا 1: 45
Luk.1.45
فَطُوبَى لِلَّتِي آمَنَتْ أَنْ يَتِمَّ مَا قِيلَ لَهَا مِنْ قِبَلِ الرَّبِّ.
καὶ ; μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται ; τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ κυρίου.¶
لوقا 1: 48
Luk.1.48
لأَنَّهُ نَظَرَ إِلَى اتِّضَاعِ أَمَتِهِ. فَهُوَذَا مُنْذُ الآنَ جَمِيعُ الأَجْيَالِ تُطَوِّبُنِي،
ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ; ταπείνωσιν τῆς ; δούλης ; αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ; ἀπὸ τοῦ ; νῦν πᾶσαι αἱ ; γενεαὶ μακαριοῦσίν ; με
لوقا 1: 49
Luk.1.49
لأَنَّ الْقَدِيرَ صَنَعَ بِي عَظَائِمَ، وَاسْمُهُ قُدُّوسٌ،
ὅτι ὁ ; δυνατός· ἐποίησέν μοι μεγαλεῖα καὶ ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ· ἅγιον
لوقا 1: 50
Luk.1.50
وَرَحْمَتُهُ إِلَى جِيلِ الأَجْيَالِ لِلَّذِينَ يَتَّقُونَهُ.
καὶ ; τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς φοβουμένοις ; αὐτόν·
لوقا 1: 50
Luk.1.50
وَرَحْمَتُهُ إِلَى جِيلِ الأَجْيَالِ لِلَّذِينَ يَتَّقُونَهُ.
καὶ ; τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς φοβουμένοις ; αὐτόν·
لوقا 1: 51
Luk.1.51
صَنَعَ قُوَّةً بِذِرَاعِهِ. شَتَّتَ الْمُسْتَكْبِرِينَ بِفِكْرِ قُلُوبِهِمْ.
ἐποίησεν κράτος ἐν ; βραχίονι ; αὐτοῦ· διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας ; αὐτῶν·
لوقا 1: 51
Luk.1.51
صَنَعَ قُوَّةً بِذِرَاعِهِ. شَتَّتَ الْمُسْتَكْبِرِينَ بِفِكْرِ قُلُوبِهِمْ.
ἐποίησεν κράτος ἐν ; βραχίονι ; αὐτοῦ· διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας ; αὐτῶν·
لوقا 1: 54
Luk.1.54
عَضَدَ إِسْرَائِيلَ فَتَاهُ لِيَذْكُرَ رَحْمَةً،
ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς ; αὐτοῦ μνησθῆναι ἐλέους,
لوقا 1: 55
Luk.1.55
كَمَا كَلَّمَ آبَاءَنَا. لإِبْراهِيمَ وَنَسْلِهِ إِلَى الأَبَدِ.
καθὼς ἐλάλησεν πρὸς ; τοὺς ; πατέρας ; ἡμῶν, τῷ ; Ἀβραὰμ καὶ ; τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
لوقا 1: 56
Luk.1.56
فَمَكَثَتْ مَرْيَمُ عِنْدَهَا نَحْوَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ، ثُمَّ رَجَعَتْ إِلَى بَيْتِهَا.
Ἔμεινεν ; δὲ Μαριὰμ σὺν ; αὐτῇ ὡσεὶ τρεῖς μῆνας καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς.¶
لوقا 1: 56
Luk.1.56
فَمَكَثَتْ مَرْيَمُ عِنْدَهَا نَحْوَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ، ثُمَّ رَجَعَتْ إِلَى بَيْتِهَا.
Ἔμεινεν ; δὲ Μαριὰμ σὺν ; αὐτῇ ὡσεὶ τρεῖς μῆνας καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς.¶
لوقا 1: 57
Luk.1.57
وَأَمَّا أَلِيصَابَاتُ فَتَمَّ زَمَانُهَا لِتَلِدَ، فَوَلَدَتِ ابْنًا.
δὲ Τῇ ; Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ ; χρόνος ; τοῦ ; αὐτὴν τεκεῖν καὶ ; ἐγέννησεν υἱόν.
لوقا 1: 58
Luk.1.58
وَسَمِعَ جِيرَانُهَا وَأَقْرِبَاؤُهَا أَنَّ الرَّبَّ عَظَّمَ رَحْمَتَهُ لَهَا، فَفَرِحُوا مَعَهَا.
καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; περίοικοι καὶ ; οἱ ; συγγενεῖς ; αὐτῆς ὅτι κύριος ἐμεγάλυνεν τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτῆς, καὶ ; συνέχαιρον αὐτῇ.¶
لوقا 1: 58
Luk.1.58
وَسَمِعَ جِيرَانُهَا وَأَقْرِبَاؤُهَا أَنَّ الرَّبَّ عَظَّمَ رَحْمَتَهُ لَهَا، فَفَرِحُوا مَعَهَا.
καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; περίοικοι καὶ ; οἱ ; συγγενεῖς ; αὐτῆς ὅτι κύριος ἐμεγάλυνεν τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτῆς, καὶ ; συνέχαιρον αὐτῇ.¶
لوقا 1: 58
Luk.1.58
وَسَمِعَ جِيرَانُهَا وَأَقْرِبَاؤُهَا أَنَّ الرَّبَّ عَظَّمَ رَحْمَتَهُ لَهَا، فَفَرِحُوا مَعَهَا.
καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; περίοικοι καὶ ; οἱ ; συγγενεῖς ; αὐτῆς ὅτι κύριος ἐμεγάλυνεν τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτῆς, καὶ ; συνέχαιρον αὐτῇ.¶
لوقا 1: 58
Luk.1.58
وَسَمِعَ جِيرَانُهَا وَأَقْرِبَاؤُهَا أَنَّ الرَّبَّ عَظَّمَ رَحْمَتَهُ لَهَا، فَفَرِحُوا مَعَهَا.
καὶ ; ἤκουσαν οἱ ; περίοικοι καὶ ; οἱ ; συγγενεῖς ; αὐτῆς ὅτι κύριος ἐμεγάλυνεν τὸ ; ἔλεος ; αὐτοῦ μετ᾽ ; αὐτῆς, καὶ ; συνέχαιρον αὐτῇ.¶