ك
إصحاح
G845
G846. autós
G847
المعنى المختصر للكلمة
autós: the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي αὐτός
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق autós (ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب 5246 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons

الإنجليزية — KJV Translation Tags
her it(-self) one the other (mine) own said (self-) the) same ((him-, my-, thy- )self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at, - by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man), those, together, very, which

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

αὐτῷ (284×) αὐτῷ· (187×) αὐτοῖς· (187×) αὐτοῖς (155×) αὐτὸν (99×) αὐτὸς (83×) αὐτοῦ (62×) πρὸς ; αὐτὸν (54×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لأَنَّهُ لاَقَ بِذَاكَ الَّذِي مِنْ أَجْلِهِ الْكُلُّ وَبِهِ الْكُلُّ، وَهُوَ آتٍ بِأَبْنَاءٍ كَثِيرِينَ إِلَى الْمَجْدِ، أَنْ يُكَمِّلَ رَئِيسَ خَلاَصِهِمْ بِالآلاَمِ.
γὰρ ἔπρεπεν αὐτῷ, δι᾽ ; ὃν τὰ ; πάντα καὶ ; δι᾽ ; οὗ τὰ ; πάντα, ἀγαγόντα, υἱοὺς πολλοὺς εἰς δόξαν τελειῶσαι. τὸν ; ἀρχηγὸν τῆς ; σωτηρίας ; αὐτῶν διὰ ; παθημάτων
وَأَيْضًا: أَنَا أَكُونُ مُتَوَكِّلاً عَلَيْهِ. وَأَيْضًا: هَا أَنَا وَالأَوْلاَدُ الَّذِينَ أَعْطَانِيهِمِ اللهُ.
καὶ ; πάλιν· ἐγὼ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ᾽ ; αὐτῷ. καὶ ; πάλιν· ἰδοὺ ἐγὼ καὶ ; τὰ ; παιδία ἅ μοι ; ἔδωκεν ὁ ; θεός.¶
فَإِذْ قَدْ تَشَارَكَ الأَوْلاَدُ فِي اللَّحْمِ وَالدَّمِ اشْتَرَكَ هُوَ أَيْضًا كَذلِكَ فِيهِمَا، لِكَيْ يُبِيدَ بِالْمَوْتِ ذَاكَ الَّذِي لَهُ سُلْطَانُ الْمَوْتِ، أَيْ إِبْلِيسَ،
οὖν ; Ἐπεὶ κεκοινώνηκεν τὰ ; παιδία σαρκός, αἵματος μετέσχεν αὐτὸς καὶ παραπλησίως τῶν ; αὐτῶν, ἵνα καταργήσῃ διὰ ; τοῦ ; θανάτου τὸν ἔχοντα τὸ ; κράτος τοῦ ; θανάτου, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τὸν ; διάβολον,
فَإِذْ قَدْ تَشَارَكَ الأَوْلاَدُ فِي اللَّحْمِ وَالدَّمِ اشْتَرَكَ هُوَ أَيْضًا كَذلِكَ فِيهِمَا، لِكَيْ يُبِيدَ بِالْمَوْتِ ذَاكَ الَّذِي لَهُ سُلْطَانُ الْمَوْتِ، أَيْ إِبْلِيسَ،
οὖν ; Ἐπεὶ κεκοινώνηκεν τὰ ; παιδία σαρκός, αἵματος μετέσχεν αὐτὸς καὶ παραπλησίως τῶν ; αὐτῶν, ἵνα καταργήσῃ διὰ ; τοῦ ; θανάτου τὸν ἔχοντα τὸ ; κράτος τοῦ ; θανάτου, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τὸν ; διάβολον,
لأَنَّهُ فِي مَا هُوَ قَدْ تَأَلَّمَ مُجَرَّبًا يَقْدِرُ أَنْ يُعِينَ الْمُجَرَّبِينَ.
γὰρ ἐν ᾧ αὐτὸς πέπονθεν πειρασθείς, δύναται βοηθῆσαι.¶ τοῖς ; πειραζομένοις
حَالَ كَوْنِهِ أَمِينًا لِلَّذِي أَقَامَهُ، كَمَا كَانَ مُوسَى أَيْضًا فِي كُلِّ بَيْتِهِ.
ὄντα πιστὸν τῷ ποιήσαντι ; αὐτὸν ὡς Μωϋσῆς καὶ ἐν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ.
حَالَ كَوْنِهِ أَمِينًا لِلَّذِي أَقَامَهُ، كَمَا كَانَ مُوسَى أَيْضًا فِي كُلِّ بَيْتِهِ.
ὄντα πιστὸν τῷ ποιήσαντι ; αὐτὸν ὡς Μωϋσῆς καὶ ἐν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ.
وَمُوسَى كَانَ أَمِينًا فِي كُلِّ بَيْتِهِ كَخَادِمٍ، شَهَادَةً لِلْعَتِيدِ أَنْ يُتَكَلَّمَ بِهِ.
καὶ ; Μωϋσῆς μὲν ; πιστὸς ἐν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ ὡς ; θεράπων εἰς ; μαρτύριον τῶν ; λαληθησομένων,
وَأَمَّا الْمَسِيحُ فَكَابْنٍ عَلَى بَيْتِهِ. وَبَيْتُهُ نَحْنُ إِنْ تَمَسَّكْنَا بِثِقَةِ الرَّجَاءِ وَافْتِخَارِهِ ثَابِتَةً إِلَى النِّهَايَةِ.
δὲ Χριστὸς ὡς ; υἱὸς ἐπὶ τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ, οὗ ; οἶκός ἐσμεν ; ἡμεῖς ἐάνπερ κατάσχωμεν.¶ τὴν ; παρρησίαν τῆς ; ἐλπίδος καὶ ; τὸ ; καύχημα βεβαίαν μέχρι τέλους
لِذلِكَ كَمَا يَقُولُ الرُّوحُ الْقُدُسُ: الْيَوْمَ، إِنْ سَمِعْتُمْ صَوْتَهُ
Διό, καθὼς λέγει τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον, σήμερον ἐὰν ἀκούσητε, τῆς ; φωνῆς ; αὐτοῦ
إِذْ قِيلَ: الْيَوْمَ، إِنْ سَمِعْتُمْ صَوْتَهُ فَلاَ تُقَسُّوا قُلُوبَكُمْ، كَمَا فِي الإِسْخَاطِ.
ἐν ; τῷ ; λέγεσθαι· σήμερον ἐὰν ἀκούσητε, τῆς ; φωνῆς ; αὐτοῦ μὴ σκληρύνητε τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν ὡς ἐν τῷ ; παραπικρασμῷ.
وَلِمَنْ أَقْسَمَ: لَنْ يَدْخُلُوا رَاحَتَهُ، إِلاَّ لِلَّذِينَ لَمْ يُطِيعُوا.
τίσιν ; δὲ ὤμοσεν μὴ εἰσελεύσεσθαι ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ εἰ ; μὴ τοῖς ἀπειθήσασιν;
فَلْنَخَفْ، أَنَّهُ مَعَ بَقَاءِ وَعْدٍ بِالدُّخُولِ إِلَى رَاحَتِهِ، يُرَى أَحَدٌ مِنْكُمْ أَنَّهُ قَدْ خَابَ مِنْهُ.
Φοβηθῶμεν οὖν μήποτε καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ὑστερηκέναι.
لأَنَّهُ قَالَ فِي مَوْضِعٍ عَنِ السَّابعِ هكَذَا: وَاسْتَرَاحَ اللهُ فِي الْيَوْمِ السَّابعِ مِنْ جَمِيعِ أَعْمَالِهِ.
γάρ εἴρηκεν που περὶ τῆς ; ἑβδόμης οὕτως· καὶ ; κατέπαυσεν ὁ ; θεὸς ἐν τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ; ἔργων ; αὐτοῦ.
فَإِذْ بَقِيَ أَنَّ قَوْمًا يَدْخُلُونَهَا، وَالَّذِينَ بُشِّرُوا أَوَّلاً لَمْ يَدْخُلُوا لِسَبَبِ الْعِصْيَانِ،
ἐπεὶ ; οὖν ἀπολείπεται τινὰς εἰσελθεῖν ; εἰς ; αὐτὴν καὶ ; οἱ εὐαγγελισθέντες πρότερον οὐκ εἰσῆλθον δι᾽ ἀπείθειαν,
يُعَيِّنُ أَيْضًا يَوْمًا قَائِلاً فِي دَاوُدَ: الْيَوْمَ بَعْدَ زَمَانٍ هذَا مِقْدَارُهُ، كَمَا قِيلَ: الْيَوْمَ، إِنْ سَمِعْتُمْ صَوْتَهُ فَلاَ تُقَسُّوا قُلُوبَكُمْ.
ὁρίζει πάλιν τινὰ ; ἡμέραν· λέγων· ἐν Δαυὶδ σήμερον, μετὰ χρόνον, τοσοῦτον καθὼς εἴρηται σήμερον ἐὰν ἀκούσητε, τῆς ; φωνῆς ; αὐτοῦ μὴ σκληρύνητε τὰς ; καρδίας ; ὑμῶν.¶
لأَنَّهُ لَوْ كَانَ يَشُوعُ قَدْ أَرَاحَهُمْ لَمَا تَكَلَّمَ بَعْدَ ذلِكَ عَنْ يَوْمٍ آخَرَ.
γὰρ Εἰ Ἰησοῦς κατέπαυσεν, ; αὐτοὺς οὐκ ; ἂν ἐλάλει μετὰ ταῦτα περὶ ἡμέρας· ἄλλης
لأَنَّ الَّذِي دَخَلَ رَاحَتَهُ اسْتَرَاحَ هُوَ أَيْضًا مِنْ أَعْمَالِهِ، كَمَا اللهُ مِنْ أَعْمَالِهِ.
γὰρ ὁ εἰσελθὼν ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ κατέπαυσεν αὐτὸς καὶ ἀπὸ τῶν ; ἔργων ; αὐτοῦ ὥσπερ ὁ ; θεός.¶ ἀπὸ τῶν ; ἰδίων
لأَنَّ الَّذِي دَخَلَ رَاحَتَهُ اسْتَرَاحَ هُوَ أَيْضًا مِنْ أَعْمَالِهِ، كَمَا اللهُ مِنْ أَعْمَالِهِ.
γὰρ ὁ εἰσελθὼν ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ κατέπαυσεν αὐτὸς καὶ ἀπὸ τῶν ; ἔργων ; αὐτοῦ ὥσπερ ὁ ; θεός.¶ ἀπὸ τῶν ; ἰδίων
لأَنَّ الَّذِي دَخَلَ رَاحَتَهُ اسْتَرَاحَ هُوَ أَيْضًا مِنْ أَعْمَالِهِ، كَمَا اللهُ مِنْ أَعْمَالِهِ.
γὰρ ὁ εἰσελθὼν ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ κατέπαυσεν αὐτὸς καὶ ἀπὸ τῶν ; ἔργων ; αὐτοῦ ὥσπερ ὁ ; θεός.¶ ἀπὸ τῶν ; ἰδίων
فَلْنَجْتَهِدْ أَنْ نَدْخُلَ تِلْكَ الرَّاحَةَ، لِئَلاَّ يَسْقُطَ أَحَدٌ فِي عِبْرَةِ الْعِصْيَانِ هذِهِ عَيْنِهَا.
Σπουδάσωμεν ; οὖν εἰσελθεῖν ; εἰς ἐκείνην τὴν ; κατάπαυσιν, ἵνα ; μὴ πέσῃ τις ὑποδείγματι τῆς ; ἀπειθείας. ἐν ; τῷ ; αὐτῷ
وَلَيْسَتْ خَلِيقَةٌ غَيْرَ ظَاهِرَةٍ قُدَّامَهُ، بَلْ كُلُّ شَيْءٍ عُرْيَانٌ وَمَكْشُوفٌ لِعَيْنَيْ ذلِكَ الَّذِي مَعَهُ أَمْرُنَا.
καὶ ; οὐκ ; ἔστιν κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον ; αὐτοῦ· δὲ πάντα γυμνὰ καὶ ; τετραχηλισμένα τοῖς ; ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ πρὸς ; ὃν ἡμῖν ; ὁ ; λόγος.¶
وَلَيْسَتْ خَلِيقَةٌ غَيْرَ ظَاهِرَةٍ قُدَّامَهُ، بَلْ كُلُّ شَيْءٍ عُرْيَانٌ وَمَكْشُوفٌ لِعَيْنَيْ ذلِكَ الَّذِي مَعَهُ أَمْرُنَا.
καὶ ; οὐκ ; ἔστιν κτίσις ἀφανὴς ἐνώπιον ; αὐτοῦ· δὲ πάντα γυμνὰ καὶ ; τετραχηλισμένα τοῖς ; ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ πρὸς ; ὃν ἡμῖν ; ὁ ; λόγος.¶
قَادِرًا أَنْ يَتَرَفَّقَ بِالْجُهَّالِ وَالضَّالِّينَ، إِذْ هُوَ أَيْضًا مُحَاطٌ بِالضَّعْفِ.
δυνάμενος μετριοπαθεῖν τοῖς ; ἀγνοοῦσιν καὶ ; πλανωμένοις, ἐπεὶ αὐτὸς καὶ περίκειται ἀσθένειαν·
كَذلِكَ الْمَسِيحُ أَيْضًا لَمْ يُمَجِّدْ نَفْسَهُ لِيَصِيرَ رَئِيسَ كَهَنَةٍ، بَلِ الَّذِي قَالَ لَهُ: أَنْتَ ابْنِي أَنَا الْيَوْمَ وَلَدْتُكَ.
οὕτως ὁ ; Χριστὸς καὶ οὐχ ἐδόξασεν ἑαυτὸν γενηθῆναι ἀρχιερέα ἀλλ᾽ ὁ λαλήσας πρὸς ; αὐτόν· σύ, υἱός ; μου ; εἶ ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά ; σε.
الَّذِي، فِي أَيَّامِ جَسَدِهِ، إِذْ قَدَّمَ بِصُرَاخٍ شَدِيدٍ وَدُمُوعٍ طَلِبَاتٍ وَتَضَرُّعَاتٍ لِلْقَادِرِ أَنْ يُخَلِّصَهُ مِنَ الْمَوْتِ، وَسُمِعَ لَهُ مِنْ أَجْلِ تَقْوَاهُ،
ὃς ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; σαρκὸς ; αὐτοῦ προσενέγκας μετὰ ; κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ ; δακρύων δεήσεις τε ; καὶ ; ἱκετηρίας πρὸς ; τὸν ; δυνάμενον σῴζειν ; αὐτὸν ἐκ θανάτου καὶ ; εἰσακουσθεὶς ἀπὸ τῆς ; εὐλαβείας,
الَّذِي، فِي أَيَّامِ جَسَدِهِ، إِذْ قَدَّمَ بِصُرَاخٍ شَدِيدٍ وَدُمُوعٍ طَلِبَاتٍ وَتَضَرُّعَاتٍ لِلْقَادِرِ أَنْ يُخَلِّصَهُ مِنَ الْمَوْتِ، وَسُمِعَ لَهُ مِنْ أَجْلِ تَقْوَاهُ،
ὃς ἐν ταῖς ; ἡμέραις τῆς ; σαρκὸς ; αὐτοῦ προσενέγκας μετὰ ; κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ ; δακρύων δεήσεις τε ; καὶ ; ἱκετηρίας πρὸς ; τὸν ; δυνάμενον σῴζειν ; αὐτὸν ἐκ θανάτου καὶ ; εἰσακουσθεὶς ἀπὸ τῆς ; εὐλαβείας,
وَإِذْ كُمِّلَ صَارَ لِجَمِيعِ الَّذِينَ يُطِيعُونَهُ، سَبَبَ خَلاَصٍ أَبَدِيٍّ،
καὶ τελειωθεὶς ἐγένετο πᾶσιν τοῖς ὑπακούουσιν ; αὐτῷ αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου,
لأَنَّ أَرْضًا قَدْ شَرِبَتِ الْمَطَرَ الآتِيَ عَلَيْهَا مِرَارًا كَثِيرَةً، وَأَنْتَجَتْ عُشْبًا صَالِحًا لِلَّذِينَ فُلِحَتْ مِنْ أَجْلِهِمْ، تَنَالُ بَرَكَةً مِنَ اللهِ.
γὰρ Γῆ ἡ ; πιοῦσα ὑετὸν τὸν ; ἐρχόμενον ἐπ᾽ ; αὐτῆς πολλάκις καὶ ; τίκτουσα βοτάνην εὔθετον ἐκείνοις γεωργεῖται, δι᾽ ; οὓς μεταλαμβάνει εὐλογίας ἀπὸ τοῦ ; θεοῦ·
لأَنَّ اللهَ لَيْسَ بِظَالِمٍ حَتَّى يَنْسَى عَمَلَكُمْ وَتَعَبَ الْمَحَبَّةِ الَّتِي أَظْهَرْتُمُوهَا نَحْوَ اسْمِهِ، إِذْ قَدْ خَدَمْتُمُ الْقِدِّيسِينَ وَتَخْدِمُونَهُمْ.
γὰρ ὁ ; θεὸς οὐ ἄδικος ἐπιλαθέσθαι τοῦ ; ἔργου ; ὑμῶν καὶ ; τοῦ ; κόπου τῆς ; ἀγάπης ἧς ἐνεδείξασθε εἰς τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ διακονήσαντες τοῖς ; ἁγίοις καὶ ; διακονοῦντες.