المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
رومية 1: 19
Rom.1.19
إِذْ مَعْرِفَةُ اللهِ ظَاهِرَةٌ فِيهِمْ، لأَنَّ اللهَ أَظْهَرَهَا لَهُمْ،
διότι τὸ ; γνωστὸν τοῦ ; θεοῦ φανερόν ; ἐστιν ἐν ; αὐτοῖς· γὰρ ὁ ; θεὸς ἐφανέρωσεν. αὐτοῖς
رومية 1: 20
Rom.1.20
لأَنَّ أُمُورَهُ غَيْرَ الْمَنْظُورَةِ تُرىَ مُنْذُ خَلْقِ الْعَالَمِ مُدْرَكَةً بِالْمَصْنُوعَاتِ، قُدْرَتَهُ السَّرْمَدِيَّةَ وَلاَهُوتَهُ، حَتَّى إِنَّهُمْ بِلاَ عُذْرٍ.
γὰρ τὰ ; ἀόρατα ; αὐτοῦ καθορᾶται, ἀπὸ κτίσεως κόσμου νοούμενα τοῖς ; ποιήμασιν αὐτοῦ ; δύναμις ἀΐδιος καὶ ; θειότης, εἰς εἶναι ; αὐτοὺς ἀναπολογήτους.
رومية 1: 20
Rom.1.20
لأَنَّ أُمُورَهُ غَيْرَ الْمَنْظُورَةِ تُرىَ مُنْذُ خَلْقِ الْعَالَمِ مُدْرَكَةً بِالْمَصْنُوعَاتِ، قُدْرَتَهُ السَّرْمَدِيَّةَ وَلاَهُوتَهُ، حَتَّى إِنَّهُمْ بِلاَ عُذْرٍ.
γὰρ τὰ ; ἀόρατα ; αὐτοῦ καθορᾶται, ἀπὸ κτίσεως κόσμου νοούμενα τοῖς ; ποιήμασιν αὐτοῦ ; δύναμις ἀΐδιος καὶ ; θειότης, εἰς εἶναι ; αὐτοὺς ἀναπολογήτους.
رومية 1: 21
Rom.1.21
لأَنَّهُمْ لَمَّا عَرَفُوا اللهَ لَمْ يُمَجِّدُوهُ أَوْ يَشْكُرُوهُ كَإِلهٍ، بَلْ حَمِقُوا فِي أَفْكَارِهِمْ، وَأَظْلَمَ قَلْبُهُمُ الْغَبِيُّ.
διότι γνόντες τὸν ; θεὸν οὐχ ἐδόξασαν ἢ ηὐχαρίστησαν, ὡς ; θεὸν ἀλλ᾽ ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς ; διαλογισμοῖς ; αὐτῶν, καὶ ; ἐσκοτίσθη ἡ ; αὐτῶν ; καρδία· ἀσύνετος
رومية 1: 24
Rom.1.24
لِذلِكَ أَسْلَمَهُمُ اللهُ أَيْضًا فِي شَهَوَاتِ قُلُوبِهِمْ إِلَى النَّجَاسَةِ، لإِهَانَةِ أَجْسَادِهِمْ بَيْنَ ذَوَاتِهِمِ.
Διὸ παρέδωκεν ; αὐτοὺς ὁ ; θεὸς καὶ ἐν ἐπιθυμίαις ; τῶν καρδιῶν ; αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν ἀτιμάζεσθαι τὰ ; σώματα ; αὐτῶν ἐν αὐτῶν
رومية 1: 24
Rom.1.24
لِذلِكَ أَسْلَمَهُمُ اللهُ أَيْضًا فِي شَهَوَاتِ قُلُوبِهِمْ إِلَى النَّجَاسَةِ، لإِهَانَةِ أَجْسَادِهِمْ بَيْنَ ذَوَاتِهِمِ.
Διὸ παρέδωκεν ; αὐτοὺς ὁ ; θεὸς καὶ ἐν ἐπιθυμίαις ; τῶν καρδιῶν ; αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν ἀτιμάζεσθαι τὰ ; σώματα ; αὐτῶν ἐν αὐτῶν
رومية 1: 24
Rom.1.24
لِذلِكَ أَسْلَمَهُمُ اللهُ أَيْضًا فِي شَهَوَاتِ قُلُوبِهِمْ إِلَى النَّجَاسَةِ، لإِهَانَةِ أَجْسَادِهِمْ بَيْنَ ذَوَاتِهِمِ.
Διὸ παρέδωκεν ; αὐτοὺς ὁ ; θεὸς καὶ ἐν ἐπιθυμίαις ; τῶν καρδιῶν ; αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν ἀτιμάζεσθαι τὰ ; σώματα ; αὐτῶν ἐν αὐτῶν
رومية 1: 24
Rom.1.24
لِذلِكَ أَسْلَمَهُمُ اللهُ أَيْضًا فِي شَهَوَاتِ قُلُوبِهِمْ إِلَى النَّجَاسَةِ، لإِهَانَةِ أَجْسَادِهِمْ بَيْنَ ذَوَاتِهِمِ.
Διὸ παρέδωκεν ; αὐτοὺς ὁ ; θεὸς καὶ ἐν ἐπιθυμίαις ; τῶν καρδιῶν ; αὐτῶν εἰς ἀκαθαρσίαν ἀτιμάζεσθαι τὰ ; σώματα ; αὐτῶν ἐν αὐτῶν
رومية 1: 26
Rom.1.26
لِذلِكَ أَسْلَمَهُمُ اللهُ إِلَى أَهْوَاءِ الْهَوَانِ، لأَنَّ إِنَاثَهُمُ اسْتَبْدَلْنَ الاسْتِعْمَالَ الطَّبِيعِيَّ بِالَّذِي عَلَى خِلاَفِ الطَّبِيعَةِ،
Διὰ ; τοῦτο παρέδωκεν ὁ ; θεὸς εἰς πάθη ἀτιμίας· γὰρ θήλειαι ; αὐτῶν μετήλλαξαν τὴν ; χρῆσιν φυσικὴν εἰς ; τὴν παρὰ φύσιν,
رومية 1: 27
Rom.1.27
وَكَذلِكَ الذُّكُورُ أَيْضًا تَارِكِينَ اسْتِعْمَالَ الأُنْثَى الطَّبِيعِيَّ، اشْتَعَلُوا بِشَهْوَتِهِمْ بَعْضِهِمْ لِبَعْضٍ، فَاعِلِينَ الْفَحْشَاءَ ذُكُورًا بِذُكُورٍ، وَنَائِلِينَ فِي أَنْفُسِهِمْ جَزَاءَ ضَلاَلِهِمِ الْمُحِقَّ.
ὁμοίως οἱ ; ἄρσενες καὶ ἀφέντες τὴν ; χρῆσιν τῆς ; θηλείας φυσικὴν ἐξεκαύθησαν ἐν ; τῇ ; ὀρέξει ; αὐτῶν εἰς ; ἀλλήλους, κατεργαζόμενοι, τὴν ; ἀσχημοσύνην ἄρσενες ἐν ; ἄρσεσιν ἀπολαμβάνοντες.¶ ἐν ἑαυτοῖς τὴν ; ἀντιμισθίαν τῆς ; πλάνης ; αὐτῶν ἣν ; ἔδει
رومية 1: 27
Rom.1.27
وَكَذلِكَ الذُّكُورُ أَيْضًا تَارِكِينَ اسْتِعْمَالَ الأُنْثَى الطَّبِيعِيَّ، اشْتَعَلُوا بِشَهْوَتِهِمْ بَعْضِهِمْ لِبَعْضٍ، فَاعِلِينَ الْفَحْشَاءَ ذُكُورًا بِذُكُورٍ، وَنَائِلِينَ فِي أَنْفُسِهِمْ جَزَاءَ ضَلاَلِهِمِ الْمُحِقَّ.
ὁμοίως οἱ ; ἄρσενες καὶ ἀφέντες τὴν ; χρῆσιν τῆς ; θηλείας φυσικὴν ἐξεκαύθησαν ἐν ; τῇ ; ὀρέξει ; αὐτῶν εἰς ; ἀλλήλους, κατεργαζόμενοι, τὴν ; ἀσχημοσύνην ἄρσενες ἐν ; ἄρσεσιν ἀπολαμβάνοντες.¶ ἐν ἑαυτοῖς τὴν ; ἀντιμισθίαν τῆς ; πλάνης ; αὐτῶν ἣν ; ἔδει
رومية 1: 28
Rom.1.28
وَكَمَا لَمْ يَسْتَحْسِنُوا أَنْ يُبْقُوا اللهَ فِي مَعْرِفَتِهِمْ، أَسْلَمَهُمُ اللهُ إِلَى ذِهْنٍ مَرْفُوضٍ لِيَفْعَلُوا مَا لاَ يَلِيقُ.
Καὶ ; καθὼς οὐκ ἐδοκίμασαν ἔχειν τὸν ; θεὸν ἐν ἐπιγνώσει, παρέδωκεν ; αὐτοὺς ὁ ; θεὸς εἰς νοῦν ἀδόκιμον ποιεῖν τὰ μὴ καθήκοντα,
رومية 2: 1
Rom.2.1
لِذلِكَ أَنْتَ بِلاَ عُذْرٍ أَيُّهَا الإِنْسَانُ، كُلُّ مَنْ يَدِينُ. لأَنَّكَ فِي مَا تَدِينُ غَيْرَكَ تَحْكُمُ عَلَى نَفْسِكَ. لأَنَّكَ أَنْتَ الَّذِي تَدِينُ تَفْعَلُ تِلْكَ الأُمُورَ بِعَيْنِهَا.
Διὸ εἶ, ἀναπολόγητος ὦ ἄνθρωπε πᾶς ὁ κρίνων· γὰρ ἐν ᾧ κρίνεις τὸν ; ἕτερον, κατακρίνεις· σεαυτὸν γὰρ ὁ κρίνων. πράσσεις τὰ ; αὐτὰ
رومية 2: 3
Rom.2.3
أَفَتَظُنُّ هذَا أَيُّهَا الإِنْسَانُ الَّذِي تَدِينُ الَّذِينَ يَفْعَلُونَ مِثْلَ هذِهِ، وَأَنْتَ تَفْعَلُهَا، أَنَّكَ تَنْجُو مِنْ دَيْنُونَةِ اللهِ.
λογίζῃ τοῦτο, ὦ ἄνθρωπε ὁ κρίνων τοὺς πράσσοντας τὰ ; τοιαῦτα καὶ ; ποιῶν ; αὐτά, ὅτι σὺ ; ἐκφεύξῃ τὸ ; κρίμα τοῦ ; θεοῦ;
رومية 2: 4
Rom.2.4
أَمْ تَسْتَهِينُ بِغِنَى لُطْفِهِ وَإِمْهَالِهِ وَطُولِ أَنَاتِهِ، غَيْرَ عَالِمٍ أَنَّ لُطْفَ اللهِ إِنَّمَا يَقْتَادُكَ إِلَى التَّوْبَةِ.
ἢ καταφρονεῖς τοῦ ; πλούτου τῆς ; χρηστότητος ; αὐτοῦ καὶ ; τῆς ; ἀνοχῆς καὶ ; τῆς ; μακροθυμίας ἀγνοῶν ὅτι τὸ ; χρηστὸν τοῦ ; θεοῦ σε ; ἄγει; εἰς μετάνοιάν
رومية 2: 6
Rom.2.6
الَّذِي سَيُجَازِي كُلَّ وَاحِدٍ حَسَبَ أَعْمَالِهِ.
ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ; ἔργα ; αὐτοῦ,
رومية 2: 26
Rom.2.26
إِذًا إِنْ كَانَ الأَغْرَلُ يَحْفَظُ أَحْكَامَ النَّامُوسِ، أَفَمَا تُحْسَبُ غُرْلَتُهُ خِتَانًا.
οὖν ἐὰν ἡ ; ἀκροβυστία φυλάσσῃ, τὰ ; δικαιώματα τοῦ ; νόμου οὐχὶ λογισθήσεται; ἡ ; ἀκροβυστία ; αὐτοῦ εἰς ; περιτομὴν
رومية 3: 3
Rom.3.3
فَمَاذَا إِنْ كَانَ قَوْمٌ لَمْ يَكُونُوا أُمَنَاءَ. أَفَلَعَلَّ عَدَمَ أَمَانَتِهِمْ يُبْطِلُ أَمَانَةَ اللهِ.
τί γὰρ ; εἰ τινες; ἠπίστησάν μὴ ἡ ; ἀπιστία ; αὐτῶν καταργήσει; τὴν ; πίστιν τοῦ ; θεοῦ
رومية 3: 7
Rom.3.7
فَإِنَّهُ إِنْ كَانَ صِدْقُ اللهِ قَدِ ازْدَادَ بِكَذِبِي لِمَجْدِهِ، فَلِمَاذَا أُدَانُ أَنَا بَعْدُ كَخَاطِئٍ.
γὰρ εἰ ἡ ; ἀλήθεια τοῦ ; θεοῦ ἐπερίσσευσεν ἐν ; τῷ ; ἐμῷ ; ψεύσματι εἰς ; τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ, τί κρίνομαι; ἔτι ; κἀγὼ ὡς ; ἁμαρτωλὸς
رومية 3: 13
Rom.3.13
حَنْجَرَتُهُمْ قَبْرٌ مَفْتُوحٌ. بِأَلْسِنَتِهِمْ قَدْ مَكَرُوا. سِمُّ الأَصْلاَلِ تَحْتَ شِفَاهِهِمْ.
ὁ ; λάρυγξ ; αὐτῶν, τάφος ἀνεῳγμένος ταῖς ; γλώσσαις ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ ; χείλη ; αὐτῶν·
رومية 3: 13
Rom.3.13
حَنْجَرَتُهُمْ قَبْرٌ مَفْتُوحٌ. بِأَلْسِنَتِهِمْ قَدْ مَكَرُوا. سِمُّ الأَصْلاَلِ تَحْتَ شِفَاهِهِمْ.
ὁ ; λάρυγξ ; αὐτῶν, τάφος ἀνεῳγμένος ταῖς ; γλώσσαις ἐδολιοῦσαν· ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ ; χείλη ; αὐτῶν·
رومية 3: 15
Rom.3.15
أَرْجُلُهُمْ سَرِيعَةٌ إِلَى سَفْكِ الدَّمِ.
οἱ ; πόδες ; αὐτῶν ὀξεῖς ἐκχέαι αἷμα·
رومية 3: 16
Rom.3.16
فِي طُرُقِهِمِ اغْتِصَابٌ وَسُحْقٌ.
ἐν ταῖς ; ὁδοῖς ; αὐτῶν· σύντριμμα καὶ ; ταλαιπωρία
رومية 3: 18
Rom.3.18
لَيْسَ خَوْفُ اللهِ قُدَّامَ عُيُونِهِمْ.
ἔστιν ; οὐκ φόβος θεοῦ ἀπέναντι τῶν ; ὀφθαλμῶν ; αὐτῶν.¶
رومية 3: 20
Rom.3.20
لأَنَّهُ بِأَعْمَالِ النَّامُوسِ كُلُّ ذِي جَسَدٍ لاَ يَتَبَرَّرُ أَمَامَهُ. لأَنَّ بِالنَّامُوسِ مَعْرِفَةَ الْخَطِيَّةِ.
διότι ἐξ ; ἔργων νόμου πᾶσα σὰρξ οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιον ; αὐτοῦ· γὰρ διὰ ; νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας.
رومية 3: 25
Rom.3.25
الَّذِي قَدَّمَهُ اللهُ كَفَّارَةً بِالإِيمَانِ بِدَمِهِ، لإِظْهَارِ بِرِّهِ، مِنْ أَجْلِ الصَّفْحِ عَنِ الْخَطَايَا السَّالِفَةِ بِإِمْهَالِ اللهِ.
ὃν προέθετο ὁ ; θεὸς ἱλαστήριον διὰ ; τῆς ; πίστεως ἐν ; τῷ ; αὐτοῦ ; αἵματι εἰς ; ἔνδειξιν τῆς ; δικαιοσύνης ; αὐτοῦ διὰ τὴν ; πάρεσιν τῶν ἁμαρτημάτων προγεγονότων ἐν ; τῇ ; ἀνοχῇ τοῦ ; θεοῦ·
رومية 3: 26
Rom.3.26
لإِظْهَارِ بِرِّهِ فِي الزَّمَانِ الْحَاضِرِ، لِيَكُونَ بَارًّا وَيُبَرِّرَ مَنْ هُوَ مِنَ الإِيمَانِ بِيَسُوعَ.
πρὸς ; ἔνδειξιν τῆς ; δικαιοσύνης ; αὐτοῦ ἐν τῷ ; καιρῷ νῦν εἰς ; τὸ ; εἶναι ; αὐτὸν δίκαιον καὶ ; δικαιοῦντα τὴν ἐκ πίστεως Ἰησοῦ.¶
رومية 3: 26
Rom.3.26
لإِظْهَارِ بِرِّهِ فِي الزَّمَانِ الْحَاضِرِ، لِيَكُونَ بَارًّا وَيُبَرِّرَ مَنْ هُوَ مِنَ الإِيمَانِ بِيَسُوعَ.
πρὸς ; ἔνδειξιν τῆς ; δικαιοσύνης ; αὐτοῦ ἐν τῷ ; καιρῷ νῦν εἰς ; τὸ ; εἶναι ; αὐτὸν δίκαιον καὶ ; δικαιοῦντα τὴν ἐκ πίστεως Ἰησοῦ.¶
رومية 4: 3
Rom.4.3
لأَنَّهُ مَاذَا يَقُولُ الْكِتَابُ. فَآمَنَ إِبْرَاهِيمُ بِاللهِ فَحُسِبَ لَهُ بِرًّا.
γὰρ τί λέγει; ἡ ; γραφὴ ἐπίστευσεν ; δὲ Ἀβραὰμ τῷ ; θεῷ, καὶ ; ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς ; δικαιοσύνην.
رومية 4: 5
Rom.4.5
وَأَمَّا الَّذِي لاَ يَعْمَلُ، وَلكِنْ يُؤْمِنُ بِالَّذِي يُبَرِّرُ الْفَاجِرَ، فَإِيمَانُهُ يُحْسَبُ لَهُ بِرًّا.
δὲ τῷ μὴ ἐργαζομένῳ, δὲ πιστεύοντι ἐπὶ ; τὸν δικαιοῦντα τὸν ; ἀσεβῆ, ἡ ; πίστις ; αὐτοῦ λογίζεται δικαιοσύνην.