ك
إصحاح
G590
G591. apodídōmi
G592
المعنى المختصر للكلمة
apodídōmi: to give away, i.e. up, over, back, etc. (in various applications)
اللفظ الأصلي ἀποδίδωμι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apodídōmi (ap-od-eed-o-mee)
تكرار الورود في الكتاب 34 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to give away, i.e. up, over, back, etc. (in various applications)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
deliver (again) give (again) (re-)pay(-ment be made) perform recompense render requite restore reward sell yield

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀποδοῦναι (4×) ἀπόδοτε (3×) ἀποδώσει (3×) ἀποδώσουσιν (2×) ἀπόδος (1×) ἀπέδοσθε; (1×) ἀπέδοντο (1×) ἀπέδετο (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (34 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكَ: لاَ تَخْرُجُ مِنْ هُنَاكَ حَتَّى تُوفِيَ الْفَلْسَ الأَخِيرَ.
ἀμὴν λέγω σοι· οὐ ; μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως ; ἂν ἀποδῷς τὸν ; κοδράντην.¶ ἔσχατον
أَيْضًا سَمِعْتُمْ أَنَّهُ قِيلَ لِلْقُدَمَاءِ: لاَ تَحْنَثْ، بَلْ أَوْفِ لِلرَّبِّ أَقْسَامَكَ.
Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ; ἀρχαίοις· οὐκ ἐπιορκήσεις, δὲ ἀποδώσεις τῷ ; κυρίῳ τοὺς ; ὅρκους ; σου.
متى 12: 36 Mat.12.36
وَلكِنْ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كُلَّ كَلِمَةٍ بَطَّالَةٍ يَتَكَلَّمُ بِهَا النَّاسُ سَوْفَ يُعْطُونَ عَنْهَا حِسَابًا يَوْمَ الدِّينِ.
δὲ Λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν λαλήσωσιν ὃ οἱ ; ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ ; αὐτοῦ λόγον ἐν ; ἡμέρᾳ κρίσεως.
متى 16: 27 Mat.16.27
فَإِنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ سَوْفَ يَأْتِي فِي مَجْدِ أَبِيهِ مَعَ مَلاَئِكَتِهِ، وَحِينَئِذٍ يُجَازِي كُلَّ وَاحِدٍ حَسَبَ عَمَلِهِ.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου μέλλει ἔρχεσθαι ἐν τῇ ; δόξῃ τοῦ ; πατρὸς ; αὐτοῦ μετὰ τῶν ; ἀγγέλων ; αὐτοῦ καὶ ; τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν ; πρᾶξιν ; αὐτοῦ.¶
متى 18: 25 Mat.18.25
وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ مَا يُوفِي أَمَرَ سَيِّدُهُ أَنْ يُبَاعَ هُوَ وَامْرَأَتُهُ وَأَوْلاَدُهُ وَكُلُّ مَا لَهُ، وَيُوفَي الدَّيْنُ.
δὲ μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ πραθῆναι αὐτὸν καὶ ; τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ τὰ ; τέκνα ; καὶ καὶ ; πάντα ὅσα εἶχεν καὶ ; ἀποδοθῆναι.¶
متى 18: 25 Mat.18.25
وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ مَا يُوفِي أَمَرَ سَيِّدُهُ أَنْ يُبَاعَ هُوَ وَامْرَأَتُهُ وَأَوْلاَدُهُ وَكُلُّ مَا لَهُ، وَيُوفَي الدَّيْنُ.
δὲ μὴ ἔχοντος αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ πραθῆναι αὐτὸν καὶ ; τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ τὰ ; τέκνα ; καὶ καὶ ; πάντα ὅσα εἶχεν καὶ ; ἀποδοθῆναι.¶
متى 18: 30 Mat.18.30
فَلَمْ يُرِدْ بَلْ مَضَى وَأَلْقَاهُ فِي سِجْنٍ حَتَّى يُوفِيَ الدَّيْنَ.
δὲ ; οὐκ ὁ ; ἤθελεν, ἀλλ᾽ ἀπελθὼν ἔβαλεν ; αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως ἀποδῷ ὀφειλόμενον.¶ ; τὸ
متى 18: 34 Mat.18.34
وَغَضِبَ سَيِّدُهُ وَسَلَّمَهُ إِلَى الْمُعَذِّبِينَ حَتَّى يُوفِيَ كُلَّ مَا كَانَ لَهُ عَلَيْهِ.
Καὶ ; ὀργισθεὶς ὁ ; κύριος ; αὐτοῦ παρέδωκεν ; αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ; ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον ; αὐτῷ.
متى 22: 21 Mat.22.21
قَالُوا لَهُ: لِقَيْصَرَ. فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا إِذًا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ ِللهِ.
λέγουσιν αὐτῷ· Καίσαρος.¶ Τότε ; λέγει αὐτοῖς· ἀπόδοτε οὖν τὰ ; Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ.
متى 27: 58 Mat.27.58
فَهذَا تَقَدَّمَ إِلَى بِيلاَطُسَ وَطَلَبَ جَسَدَ يَسُوعَ. فَأَمَرَ بِيلاَطُسُ حِينَئِذٍ أَنْ يُعْطَى الْجَسَدُ.
οὗτος προσελθὼν τῷ ; Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. ἐκέλευσεν ὁ ; Πιλᾶτος τότε ἀποδοθῆναι τὸ ; σῶμα.¶
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ للهِ. فَتَعَجَّبُوا مِنْهُ.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ. καὶ ; ἐθαύμασαν ἐπ᾽ ; αὐτῷ.¶
ثُمَّ طَوَى السِّفْرَ وَسَلَّمَهُ إِلَى الْخَادِمِ، وَجَلَسَ. وَجَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْمَجْمَعِ كَانَتْ عُيُونُهُمْ شَاخِصَةً إِلَيْهِ.
καὶ πτύξας τὸ ; βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισεν, καὶ ; πάντων ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἦσαν οἱ ; ὀφθαλμοὶ ἀτενίζοντες αὐτῷ.
وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُمَا مَا يُوفِيَانِ سَامَحَهُمَا جَمِيعًا. فَقُلْ: أَيُّهُمَا يَكُونُ أَكْثَرَ حُبًّا لَهُ.
δὲ μὴ ἐχόντων ; αὐτῶν ἀποδοῦναι ἐχαρίσατο. ἀμφοτέροις οὖν ; εἶπέ τίς ; αὐτῶν πλεῖον ἀγαπήσει αὐτόν;
أَقُولُ لَكَ: لاَ تَخْرُجُ مِنْ هُنَاكَ حَتَّى تُوفِيَ الْفَلْسَ الأَخِيرَ.
λέγω σοι· οὐ ; μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως ἀποδῷς.¶ λεπτὸν καὶ ; τὸν; ἔσχατον
فَدَعَاهُ وَقَالَ لَهُ: مَا هذَا الَّذِي أَسْمَعُ عَنْكَ. أَعْطِ حِسَابَ وَكَالَتِكَ لأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَكُونَ وَكِيلاً بَعْدُ.
καὶ ; φωνήσας ; αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω σοῦ; ἀπόδος τὸν ; λόγον τῆς ; οἰκονομίας ; σου· γὰρ οὐ δύνήσῃ οἰκονομεῖν. ἔτι
فَوَقَفَ زَكَّا وَقَالَ لِلرَّبِّ: هَا يَا رَبُّ أُعْطِي نِصْفَ أَمْوَالِي لِلْمَسَاكِينِ، وَإِنْ كُنْتُ قَدْ وَشَيْتُ بِأَحَدٍ أَرُدُّ أَرْبَعَةَ أَضْعَافٍ.
Σταθεὶς ; δὲ Ζακχαῖος εἶπεν πρὸς ; τὸν ; κύριον· ἰδοὺ κύριε, δίδωμι· τὰ ; ἡμίσιά μου ; τῶν ; ὑπαρχόντων, τοῖς ; πτωχοῖς καὶ ; εἴ ἐσυκοφάντησα, τινός ; τι ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.¶
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا إِذًا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ للهِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς ἀπόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ.
وَبِقُوَّةٍ عَظِيمَةٍ كَانَ الرُّسُلُ يُؤَدُّونَ الشَّهَادَةَ بِقِيَامَةِ الرَّبِّ يَسُوعَ، وَنِعْمَةٌ عَظِيمَةٌ كَانَتْ عَلَى جَمِيعِهِمْ،
καὶ ; δυνάμει μεγάλῃ οἱ ; ἀπόστολοι ἀπεδίδουν τὸ ; μαρτύριον ἀναστάσεως ; τῆς τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, χάρις ; τε μεγάλη ἦν ἐπὶ αὐτούς. ; πάντας
فأَجَابَهَا بُطْرُسُ: قُولِي لِي: أَبِهذَا الْمِقْدَارِ بِعْتُمَا الْحَقْلَ. فَقَالَتْ: نَعَمْ، بِهذَا الْمِقْدَارِ.
ἀπεκρίθη ; δὲ ; αὐτῇ ὁ ; Πέτρος· εἰπέ μοι, εἰ ; τοσούτου ἀπέδοσθε; τὸ ; χωρίον ἡ ; δὲ ; εἶπεν· ναὶ τοσούτου.
وَرُؤَسَاءُ الآبَاءِ حَسَدُوا يُوسُفَ وَبَاعُوهُ إِلَى مِصْرَ، وَكَانَ اللهُ مَعَهُ،
καὶ ; οἱ ; πατριάρχαι ζηλώσαντες τὸν ; Ἰωσὴφ ἀπέδοντο εἰς Αἴγυπτον· καὶ ; ἦν ὁ ; θεὸς αὐτοῦ ; μετ᾽
لأَنَّنَا فِي خَطَرٍ أَنْ نُحَاكَمَ مِنْ أَجْلِ فِتْنَةِ هذَا الْيَوْمِ. وَلَيْسَ عِلَّةٌ يُمْكِنُنَا مِنْ أَجْلِهَا أَنْ نُقَدِّمَ حِسَابًا عَنْ هذَا التَّجَمُّعِ.
καὶ ; γὰρ κινδυνεύομεν ἐγκαλεῖσθαι περὶ στάσεως τῆς ; σήμερον μηδενὸς αἰτίου ; ὑπάρχοντος δυνησόμεθα περὶ ; οὗ ἀποδοῦναι λόγον περὶ ταύτης. τῆς ; συστροφῆς
الَّذِي سَيُجَازِي كُلَّ وَاحِدٍ حَسَبَ أَعْمَالِهِ.
ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὰ ; ἔργα ; αὐτοῦ,
لاَ تُجَازُوا أَحَدًا عَنْ شَرّ بِشَرّ. مُعْتَنِينَ بِأُمُورٍ حَسَنَةٍ قُدَّامَ جَمِيعِ النَّاسِ.
μηδενὶ ; ἀποδιδόντες, κακὸν ἀντὶ ; κακοῦ προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων·
لِيُوفِ الرَّجُلُ الْمَرْأَةَ حَقَّهَا الْوَاجِبَ، وَكَذلِكَ الْمَرْأَةُ أَيْضًا الرَّجُلَ.
ἀποδιδότω· ὁ ; ἀνὴρ τῇ ; γυναικὶ τὴν ; ὀφειλομένην εὔνοιαν ὁμοίως ἡ ; γυνὴ καὶ τῷ ; ἀνδρί.
انْظُرُوا أَنْ لاَ يُجَازِيَ أَحَدٌ أَحَدًا عَنْ شَرّ بِشَرّ، بَلْ كُلَّ حِينٍ اتَّبِعُوا الْخَيْرَ بَعْضُكُمْ لِبَعْضٍ وَلِلْجَمِيعِ.
ὁρᾶτε μή ἀποδῷ, τις τινι κακὸν ἀντὶ ; κακοῦ ἀλλὰ πάντοτε διώκετε τὸ ; ἀγαθὸν εἰς ; ἀλλήλους καὶ ; εἰς ; πάντας.
وَلكِنْ إِنْ كَانَتْ أَرْمَلَةٌ لَهَا أَوْلاَدٌ أَوْ حَفَدَةٌ، فَلْيَتَعَلَّمُوا أَوَّلاً أَنْ يُوَقِّرُوا أَهْلَ بَيْتِهِمْ وَيُوفُوا وَالِدِيهِمِ الْمُكَافَأَةَ، لأَنَّ هذَا صَالِحٌ وَمَقْبُولٌ أَمَامَ اللهِ.
δέ εἰ τις χήρα ἔχει, τέκνα ἢ ἔκγονα μανθανέτωσαν πρῶτον εὐσεβεῖν τὸν ; ἴδιον ; οἶκον ἀποδιδόναι τοῖς ; προγόνοις· ἀμοιβὰς γάρ τοῦτο καλὸν καὶ ; ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ.¶
وَأَخِيرًا قَدْ وُضِعَ لِي إِكْلِيلُ الْبِرِّ، الَّذِي يَهَبُهُ لِي فِي ذلِكَ الْيَوْمِ، الرَّبُّ الدَّيَّانُ الْعَادِلُ، وَلَيْسَ لِي فَقَطْ، بَلْ لِجَمِيعِ الَّذِينَ يُحِبُّونَ ظُهُورَهُ أَيْضًا.
λοιπὸν ἀπόκειταί μοι στέφανος τῆς ; δικαιοσύνης ὃν ἀποδώσει μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ, ὁ ; κύριος ὁ ; κριτής· δίκαιος οὐ ἐμοί, μόνον ἀλλὰ πᾶσιν τοῖς ἠγαπηκόσιν τὴν ; ἐπιφάνειαν ; αὐτοῦ.¶ καὶ
وَلكِنَّ كُلَّ تَأْدِيبٍ فِي الْحَاضِرِ لاَ يُرَى أَنَّهُ لِلْفَرَحِ بَلْ لِلْحَزَنِ. وَأَمَّا أَخِيرًا فَيُعْطِي الَّذِينَ يَتَدَرَّبُونَ بِهِ ثَمَرَ بِرّ لِلسَّلاَمِ.
δὲ πᾶσα παιδεία παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς ; εἶναι ἀλλὰ λύπης, δὲ ὕστερον ἀποδίδωσιν γεγυμνασμένοις δι᾽ ; αὐτῆς καρπὸν δικαιοσύνης.¶ εἰρηνικὸν
لِئَلاَّ يَكُونَ أَحَدٌ زَانِيًا أَوْ مُسْتَبِيحًا كَعِيسُو، الَّذِي لأَجْلِ أَكْلَةٍ وَاحِدَةٍ بَاعَ بَكُورِيَّتَهُ.
μή τις πόρνος ἢ βέβηλος ὡς ; Ἠσαῦ, ὃς ἀντὶ βρώσεως μιᾶς ἀπέδετο τὰ ; πρωτοτόκια ; αὐτοῦ
أَطِيعُوا مُرْشِدِيكُمْ وَاخْضَعُوا، لأَنَّهُمْ يَسْهَرُونَ لأَجْلِ نُفُوسِكُمْ كَأَنَّهُمْ سَوْفَ يُعْطُونَ حِسَابًا، لِكَيْ يَفْعَلُوا ذلِكَ بِفَرَحٍ، لاَ آنِّينَ، لأَنَّ هذَا غَيْرُ نَافِعٍ لَكُمْ.
Πείθεσθε τοῖς ; ἡγουμένοις ; ὑμῶν καὶ ; ὑπείκετε· αὐτοὶ ; γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ; ψυχῶν ; ὑμῶν ὡς ἀποδώσοντες, λόγον ἵνα ποιῶσιν τοῦτο μετὰ ; χαρᾶς καὶ ; μὴ στενάζοντες· γὰρ τοῦτο.¶ ἀλυσιτελὲς ὑμῖν