ك
إصحاح
G564
G565. apérchomai
G566
المعنى المختصر للكلمة
apérchomai: to go off (i.e. depart), aside (i.e. apart) or behind (i.e. follow), literally or figuratively
اللفظ الأصلي ἀπέρχομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق apérchomai (ap-erkh-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 112 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to go off (i.e. depart), aside (i.e. apart) or behind (i.e. follow), literally or figuratively

الإنجليزية — KJV Translation Tags
come depart go (aside, away, back, out, … ways) pass away be past

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀπῆλθεν (18×) ἀπελθὼν (11×) καὶ ; ἀπῆλθεν (11×) ἀπῆλθον (9×) ἀπελθόντες (6×) ἀπελθεῖν (6×) Καὶ ; ἀπῆλθεν (4×) ἀπῆλθεν. (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (112 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 26: 44 Mat.26.44
فَتَرَكَهُمْ وَمَضَى أَيْضًا وَصَلَّى ثَالِثَةً قَائِلاً ذلِكَ الْكَلاَمَ بِعَيْنِهِ.
ἀφεὶς ; αὐτοὺς ; Καὶ ἀπελθὼν πάλιν προσηύξατο τρίτου ; ἐκ εἰπὼν αὐτὸν ; λόγον
فَطَرَحَ الْفِضَّةَ فِي الْهَيْكَلِ وَانْصَرَفَ، ثُمَّ مَضَى وَخَنَقَ نَفْسَهُ.
καὶ ; ῥίψας τὰ ; ἀργύρια ἐν τῷ; ναῷ ἀνεχώρησεν, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο.¶
متى 27: 60 Mat.27.60
وَوَضَعَهُ فِي قَبْرِهِ الْجَدِيدِ الَّذِي كَانَ قَدْ نَحَتَهُ فِي الصَّخْرَةِ، ثُمَّ دَحْرَجَ حَجَرًا كَبِيرًا عَلَى بَاب الْقَبْرِ وَمَضَى.
καὶ ; ἔθηκεν ; αὐτὸ ἐν τῷ ; αὐτοῦ ; μνημείῳ καινῷ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ ; πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ ; μνημείου ἀπῆλθεν.
متى 28: 10 Mat.28.10
فَقَالَ لَهُمَا يَسُوعُ: لاَ تَخَافَا. اِذْهَبَا قُولاَ لإِخْوَتِي أَنْ يَذْهَبُوا إِلَى الْجَلِيلِ، وَهُنَاكَ يَرَوْنَنِي.
Τότε ; λέγει αὐταῖς ὁ ; Ἰησοῦς· μὴ φοβεῖσθε· ὑπάγετε ἀπαγγείλατε τοῖς ; ἀδελφοῖς ; μου ἵνα ἀπέλθωσιν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν κἀκεῖ ὄψονται.¶ ; με
فَدَعَاهُمَا لِلْوَقْتِ. فَتَرَكَا أَبَاهُمَا زَبْدِي فِي السَّفِينَةِ مَعَ الأَجْرَى وَذَهَبَا وَرَاءَهُ.
καὶ ; ἐκάλεσεν ; αὐτούς. εὐθὺς καὶ ; ἀφέντες τὸν ; πατέρα ; αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ ; πλοίῳ μετὰ τῶν ; μισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω ; αὐτοῦ.¶
وَفِي الصُّبْحِ بَاكِرًا جِدًّا قَامَ وَخَرَجَ وَمَضَى إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ، وَكَانَ يُصَلِّي هُنَاكَ،
Καὶ πρωῒ ἔννυχα λίαν ἀναστὰς ἐξῆλθεν καὶ ; ἀπῆλθεν εἰς τόπον ἔρημον προσηύχετο. κἀκεῖ
فَلِلْوَقْتِ وَهُوَ يَتَكَلَّمُ ذَهَبَ عَنْهُ الْبَرَصُ وَطَهَرَ.
καὶ ; εὐθὺς εἰπόντος ; αὐτοῦ ἀπῆλθεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ ἡ ; λέπρα, καὶ ; ἐκαθαρίσθη.
ثُمَّ صَعِدَ إِلَى الْجَبَلِ وَدَعَا الَّذِينَ أَرَادَهُمْ فَذَهَبُوا إِلَيْهِ.
Καὶ ἀναβαίνει εἰς τὸ ; ὄρος καὶ ; προσκαλεῖται οὓς ἤθελεν ; αὐτός, καὶ ; ἀπῆλθον πρὸς ; αὐτόν.¶
فَابْتَدَأُوا يَطْلُبُونَ إِلَيْهِ أَنْ يَمْضِيَ مِنْ تُخُومِهِمْ.
καὶ ; ἤρξαντο παρακαλεῖν αὐτὸν ἀπελθεῖν ἀπὸ τῶν ; ὁρίων ; αὐτῶν.¶
فَمَضَى وَابْتَدَأَ يُنَادِي فِي الْعَشْرِ الْمُدُنِ كَمْ صَنَعَ بِهِ يَسُوعُ. فَتَعَجَّبَ الْجَمِيعُ.
Καὶ ; ἀπῆλθεν καὶ ; ἤρξατο κηρύσσειν ἐν τῇ ; Δεκαπόλει ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ Ἰησοῦς· ; ὁ ἐθαύμαζον.¶ ; καὶ πάντες
فَمَضَى مَعَهُ وَتَبِعَهُ جَمْعٌ كَثِيرٌ وَكَانُوا يَزْحَمُونَهُ.
Καὶ ; ἀπῆλθεν μετ᾽ ; αὐτοῦ, καὶ ; ἠκολούθει ; αὐτῷ ὄχλος πολὺς καὶ ; συνέθλιβον ; αὐτόν.¶
فَمَضَى وَقَطَعَ رَأْسَهُ فِي السِّجْنِ. وَأَتَى بِرَأْسِهِ عَلَى طَبَق وَأَعْطَاهُ لِلصَّبِيَّةِ، وَالصَّبِيَّةُ أَعْطَتْهُ لأُمِّهَا.
ὁ ; δὲ; ἀπελθὼν ἀπεκεφάλισεν ; αὐτὸν ἐν τῇ ; φυλακῇ καὶ ; ἤνεγκεν τὴν ; κεφαλὴν ; αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ; αὐτὴν ; ἔδωκεν τῷ ; κορασίῳ, καὶ ; τὸ ; κοράσιον ἔδωκεν ; αὐτὴν τῇ ; μητρὶ ; αὐτῆς.¶
فَمَضَوْا فِي السَّفِينَةِ إِلَى مَوْضِعٍ خَلاَءٍ مُنْفَرِدِينَ.
Καὶ ; ἀπῆλθον ἐν τῷ ; πλοίῳ εἰς τόπον ἔρημον κατ᾽ ; ἰδίαν.
اِصْرِفْهُمْ لِكَيْ يَمْضُوا إِلَى الضِّيَاعِ وَالْقُرَى حَوَالَيْنَا وَيَبْتَاعُوا لَهُمْ خُبْزًا، لأَنْ لَيْسَ عِنْدَهُمْ مَا يَأْكُلُونَ.
ἀπόλυσον ; αὐτοὺς ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς ; ἀγροὺς καὶ ; κώμας κύκλῳ ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους γὰρ οὐκ ἔχουσιν. τί φάγωσιν
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوهُمْ أَنْتُمْ لِيَأْكُلُوا. فَقَالُوا لَهُ: أَنَمْضِي وَنَبْتَاعُ خُبْزًا بِمِئَتَيْ دِينَارٍ وَنُعْطِيَهُمْ لِيَأْكُلُوا.
ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· δότε ; αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. καὶ ; λέγουσιν αὐτῷ· ἀπελθόντες ἀγοράσωμεν ἄρτους διακοσίων δηναρίων καὶ ; δῶμεν; αὐτοῖς φαγεῖν;¶
وَبَعْدَمَا وَدَّعَهُمْ مَضَى إِلَى الْجَبَلِ لِيُصَلِّيَ.
καὶ ἀποταξάμενος ; αὐτοῖς ἀπῆλθεν εἰς τὸ ; ὄρος προσεύξασθαι.¶
ثُمَّ قَامَ مِنْ هُنَاكَ وَمَضَى إِلَى تُخُومِ صُورَ وَصَيْدَاءَ، وَدَخَلَ بَيْتًا وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ لاَ يَعْلَمَ أَحَدٌ، فَلَمْ يَقْدِرْ أَنْ يَخْتَفِيَ،
Καὶ ἀναστὰς Ἐκεῖθεν ἀπῆλθεν εἰς τὰ ; μεθόρια Τύρου καὶ ; Σιδῶνος. καὶ ; εἰσελθὼν τὴν ; οἰκίαν ἤθελεν γνῶναι ; οὐδένα καὶ ; οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν.
فَذَهَبَتْ إِلَى بَيْتِهَا وَوَجَدَتِ الشَّيْطَانَ قَدْ خَرَجَ، وَالابْنَةَ مَطْرُوحَةً عَلَى الْفِرَاشِ.
καὶ ; ἀπελθοῦσα εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτῆς εὗρεν τὸ ; δαιμόνιον ἐξεληλυθός.¶ τὸ ; θυγατέρα βεβλημένην ἐπὶ τῆς; κλίνης
ثُمَّ تَرَكَهُمْ وَدَخَلَ أَيْضًا السَّفِينَةَ وَمَضَى إِلَى الْعَبْرِ.
καὶ ἀφεὶς ; αὐτοὺς ἐμβὰς πάλιν εἰς ; τὸ ; πλοῖον ἀπῆλθεν εἰς τὸ ; πέραν.
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ يَدُكَ فَاقْطَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَقْطَعَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ يَدَانِ وَتَمْضِيَ إِلَى جَهَنَّمَ، إِلَى النَّارِ الَّتِي لاَ تُطْفَأُ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε ἡ ; χείρ ; σου, ἀπόκοψον ; αὐτήν· καλόν ; ἐστίν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν κυλλὸν ἢ ἔχοντα τὰς ; δύο ; χεῖρας ἀπελθεῖν εἰς τὴν ; γέενναν εἰς τὸ ; πῦρ τὸ ; ἄσβεστον.
فَاغْتَمَّ عَلَى الْقَوْلِ وَمَضَى حَزِينًا، لأَنَّهُ كَانَ ذَا أَمْوَال كَثِيرَةٍ.
δὲ ; στυγνάσας ; ὁ ἐπὶ τῷ ; λόγῳ ἀπῆλθεν λυπούμενος· ἦν ; γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.
فَطَلَبُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ. فَتَرَكُوهُ وَمَضَوْا.
καὶ ; ἐζήτουν αὐτὸν ; κρατῆσαι καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; ὄχλον· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν. τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς καὶ ; ἀφέντες ; αὐτὸν ἀπῆλθον.¶
ثُمَّ إِنَّ يَهُوذَا الإِسْخَرْيُوطِيَّ، وَاحِدًا مِنَ الاثْنَيْ عَشَرَ، مَضَى إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ لِيُسَلِّمَهُ إِلَيْهِمْ.
Καὶ ὁ ; Ἰούδας Ἰσκαριώθ, ὁ ; εἷς τῶν δώδεκα, ἀπῆλθεν πρὸς τοὺς ; ἀρχιερεῖς ἵνα ; αὐτὸν ; παραδοῖ αὐτοῖς.
وَفِي الْيَوْمِ الأَوَّلِ مِنَ الْفَطِيرِ. حِينَ كَانُوا يَذْبَحُونَ الْفِصْحَ، قَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: أَيْنَ تُرِيدُ أَنْ نَمْضِيَ وَنُعِدَّ لِتَأْكُلَ الْفِصْحَ.
Καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ πρώτῃ τῶν ; ἀζύμων, ὅτε ἔθυον, τὸ ; πάσχα λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα ; φάγῃς τὸ ; πάσχα;
وَمَضَى أَيْضًا وَصَلَّى قَائِلاً ذلِكَ الْكَلاَمَ بِعَيْنِهِ.
καὶ ; ἀπελθὼν πάλιν προσηύξατο εἰπών. τὸν ; αὐτὸν ; λόγον
وَذَهَبَ هذَانِ وَأَخْبَرَا الْبَاقِينَ، فَلَمْ يُصَدِّقُوا وَلاَ هذَيْنِ.
ἀπελθόντες κἀκεῖνοι ἀπήγγειλαν τοῖς ; λοιποῖς· οὐδὲ ἐπίστευσαν. ἐκείνοις
وَلَمَّا كَمِلَتْ أَيَّامُ خِدْمَتِهِ مَضَى إِلَى بَيْتِهِ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ; ἡμέραι τῆς ; λειτουργίας ; αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.¶
فَقَالَتْ مَرْيَمُ: هُوَذَا أَمَةُ الرَّبِّ. لِيَكُنْ لِي كَقَوْلِكَ. فَمَضَى مِنْ عِنْدِهَا الْمَلاَكُ.
Εἶπεν ; δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ ; δούλη κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ ; τὸ ; ῥῆμά ; σου. καὶ ; ἀπῆλθεν ἀπ᾽ αὐτῆς ὁ ; ἄγγελος.¶
وَلَمَّا مَضَتْ عَنْهُمُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى السَّمَاءِ، قَالَ الرجال الرُّعَاةُ بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: لِنَذْهَبِ الآنَ إِلَى بَيْتِ لَحْمٍ وَنَنْظُرْ هذَا الأَمْرَ الْوَاقِعَ الَّذِي أَعْلَمَنَا بِهِ الرَّبُّ.
Καὶ ; ἐγένετο ὡς ; ἀπῆλθον ἀπ᾽ ; αὐτῶν οἱ ; ἄγγελοι, εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; εἶπον οἱ ; ἄνθρωποι οἱ ; ποιμένες ἀλλήλους· ; πρὸς διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλέεμ καὶ ; ἴδωμεν τοῦτο τὸ ; ῥῆμα τὸ ; γεγονὸς ὃ ἐγνώρισεν ; ἡμῖν. ὁ ; κύριος
فَمَدَّ يَدَهُ وَلَمَسَهُ قَائِلاً: أُرِيدُ، فَاطْهُرْ.. وَلِلْوَقْتِ ذَهَبَ عَنْهُ الْبَرَصُ.
καὶ ; ἐκτείνας τὴν ; χεῖρα ἥψατο ; αὐτοῦ εἰπών θέλω, καθαρίσθητι. καὶ ; εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ. ἡ ; λέπρα