ك
إصحاح
G5400
G5401. phóbos
G5402
المعنى المختصر للكلمة
phóbos: alarm or fright
اللفظ الأصلي φόβος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق phóbos (fob-os)
تكرار الورود في الكتاب 46 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from a primary (to be put in fear);

المعنى والشرح المفصل

alarm or fright

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be afraid + exceedingly fear terror

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

φόβος (11×) τὸν ; φόβον (7×) φόβῳ (5×) φόβον (4×) μετὰ ; φόβου (4×) ἐν ; φόβῳ (2×) φόβου (2×) φόβον, (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (46 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 14: 26 Mat.14.26
فَلَمَّا أَبْصَرَهُ التَّلاَمِيذُ مَاشِيًا عَلَى الْبَحْرِ اضْطَرَبُوا قَائِلِينَ: إِنَّهُ خَيَالٌ. وَمِنَ الْخَوْفِ صَرَخُوا.
καὶ; ἰδόντες ; αὐτὸν Οἱ ; μαθηταὶ περιπατοῦντα ἐπὶ τὴν; θάλασσαν ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι ; ἐστιν, φάντασμά καὶ ; ἀπὸ τοῦ ; φόβου ἔκραξαν.
فَخَرَجَتَا سَرِيعًا مِنَ الْقَبْرِ بِخَوْفٍ وَفَرَحٍ عَظِيمٍ، رَاكِضَتَيْنِ لِتُخْبِرَا تَلاَمِيذَهُ.
ἐξελθοῦσαι; Καὶ ταχὺ ἀπὸ τοῦ ; μνημείου μετὰ ; φόβου καὶ ; χαρᾶς μεγάλης ἔδραμον ἀπαγγεῖλαι τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ.¶
فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا، وَقَالُوا بَعْضُهُمْ لِبَعْضٍ: مَنْ هُوَ هذَا. فَإِنَّ الرِّيحَ أَيْضًا وَالْبَحْرَ يُطِيعَانِهِ..
καὶ ; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν καὶ ; ἔλεγον πρὸς ; ἀλλήλους· τίς ; ἄρα ἐστιν οὗτός ὅτι ὁ ; ἄνεμος καὶ καὶ ; ἡ ; θάλασσα ὑπακούουσιν; αὐτῷ;¶
فَلَمَّا رَآهُ زَكَرِيَّا اضْطَرَبَ وَوَقَعَ عَلَيْهِ خَوْفٌ.
καὶ ἰδών, Ζαχαρίας ἐταράχθη καὶ ; ἐπέπεσεν ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶ φόβος
فَوَقَعَ خَوْفٌ عَلَى كُلِّ جِيرَانِهِمْ. وَتُحُدِّثَ بِهذِهِ الأُمُورِ جَمِيعِهَا فِي كُلِّ جِبَالِ الْيَهُودِيَّةِ،
καὶ ; ἐγένετο φόβος ἐπὶ πάντας τοὺς ; περιοικοῦντας ; αὐτούς· καὶ ; διελαλεῖτο ταῦτα, ῥήματα πάντα ἐν ὅλῃ τῇ ; ὀρεινῇ τῆς ; Ἰουδαίας
وَإِذَا مَلاَكُ الرَّبِّ وَقَفَ بِهِمْ، وَمَجْدُ الرَّبِّ أَضَاءَ حَوْلَهُمْ، فَخَافُوا خَوْفًا عَظِيمًا.
καὶ ; ἰδού ἄγγελος κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καὶ ; δόξα κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ; ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.
فَأَخَذَتِ الْجَمِيعَ حَيْرَةٌ وَمَجَّدُوا اللهَ، وَامْتَلأُوا خَوْفًا قَائِلِينَ: إِنَّنَا قَدْ رَأَيْنَا الْيَوْمَ عَجَائِبَ..
καὶ ; ἔλαβεν ἅπαντας, ἔκστασις καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν καὶ ; ἐπλήσθησαν φόβου λέγοντες ὅτι ; εἴδομεν σήμερον.¶ παράδοξα
فَأَخَذَ الْجَمِيعَ خَوْفٌ، وَمَجَّدُوا اللهَ قَائِلِينَ: قَدْ قَامَ فِينَا نَبِيٌّ عَظِيمٌ، وَافْتَقَدَ اللهُ شَعْبَهُ.
ἔλαβεν ; δὲ ἅπαντας φόβος καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν λέγοντες ὅτι ; ἐγήγερται ἐν ; ἡμῖν, προφήτης μέγας καὶ ; ὅτι ; ἐπεσκέψατο ὁ ; θεὸς τὸν ; λαὸν ; αὐτοῦ.
فَطَلَبَ إِلَيْهِ كُلُّ جُمْهُورِ كُورَةِ الْجَدَرِيِّينَ أَنْ يَذْهَبَ عَنْهُمْ، لأَنَّهُ اعْتَرَاهُمْ خَوْفٌ عَظِيمٌ. فَدَخَلَ السَّفِينَةَ وَرَجَعَ.
καὶ ; ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ ; πλῆθος τῆς ; περιχώρου τῶν ; Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾽ ; αὐτῶν, ὅτι συνείχοντο.¶ φόβῳ μεγάλῳ ἐμβὰς εἰς ; τὸ ; πλοῖον ὑπέστρεψεν.
وَالنَّاسُ يُغْشَى عَلَيْهِمْ مِنْ خَوْفٍ وَانْتِظَارِ مَا يَأْتِي عَلَى الْمَسْكُونَةِ، لأَنَّ قُوَّاتِ السَّمَاوَاتِ تَتَزَعْزَعُ.
ἀνθρώπων ἀποψυχόντων ἀπὸ φόβου καὶ ; προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ· γὰρ αἱ ; δυνάμεις τῶν ; οὐρανῶν σαλευθήσονται.
وَلكِنْ لَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَتَكَلَّمُ عَنْهُ جِهَارًا لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ.
μέντοι οὐδεὶς ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ παρρησίᾳ διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων.¶
ثُمَّ إِنَّ يُوسُفَ الَّذِي مِنَ الرَّامَةِ، وَهُوَ تِلْمِيذُ يَسُوعَ، وَلكِنْ خُفْيَةً لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، سَأَلَ بِيلاَطُسَ أَنْ يَأْخُذَ جَسَدَ يَسُوعَ، فَأَذِنَ بِيلاَطُسُ. فَجَاءَ وَأَخَذَ جَسَدَ يَسُوعَ.
Μετὰ ; δὲ ; ταῦτα ὁ ; Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας ὢν μαθητὴς τοῦ ; Ἰησοῦ, δὲ κεκρυμμένος διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἠρώτησεν τὸν ; Πιλᾶτον ἵνα ἄρῃ τὸ ; σῶμα τοῦ ; Ἰησοῦ. καὶ ; ἐπέτρεψεν ὁ ; Πιλᾶτος. ἦλθεν ; οὖν καὶ ; ἦρεν τὸ ; σῶμα τοῦ Ἰησοῦ
وَلَمَّا كَانَتْ عَشِيَّةُ ذلِكَ الْيَوْمِ، وَهُوَ أَوَّلُ الأُسْبُوعِ، وَكَانَتِ الأَبْوَابُ مُغَلَّقَةً حَيْثُ كَانَ التَّلاَمِيذُ مُجْتَمِعِينَ لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ، جَاءَ يَسُوعُ وَوَقَفَ فِي الْوَسْطِ، وَقَالَ لَهُمْ: سَلاَمٌ لَكُمْ.
Οὔσης ; οὖν ὀψίας ἐκείνῃ τῇ ; ἡμέρᾳ τῇ ; μιᾷ τῶν ; σαββάτων καὶ ; τῶν ; θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ ; μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; ἔστη εἰς τὸ ; μέσον καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.
وَصَارَ خَوْفٌ فِي كُلِّ نَفْسٍ. وَكَانَتْ عَجَائِبُ وَآيَاتٌ كَثِيرَةٌ تُجْرَى عَلَى أَيْدِي الرُّسُلِ.
Ἐγένετο; δὲ φόβος, πάσῃ ψυχῇ τε τέρατα καὶ ; σημεῖα πολλά ἐγίνετο. διὰ τῶν ; ἀποστόλων
فَلَمَّا سَمِعَ حَنَانِيَّا هذَا الْكَلاَمَ وَقَعَ وَمَاتَ. وَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
δὲ ἀκούων Ἁνανίας τούτους τοὺς ; λόγους πεσὼν ἐξέψυξεν. καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα·
فَصَارَ خَوْفٌ عَظِيمٌ عَلَى جَمِيعِ الْكَنِيسَةِ وَعَلَى جَمِيعِ الَّذِينَ سَمِعُوا بِذلِكَ.
καὶ ; ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ᾽ ὅλην τὴν ; ἐκκλησίαν καὶ ; ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.¶
وَأَمَّا الْكَنَائِسُ فِي جَمِيعِ الْيَهُودِيَّةِ وَالْجَلِيلِ وَالسَّامِرَةِ فَكَانَ لَهَا سَلاَمٌ، وَكَانَتْ تُبْنَى وَتَسِيرُ فِي خَوْفِ الرَّبِّ، وَبِتَعْزِيَةِ الرُّوحِ الْقُدُسِ كَانَتْ تَتَكَاثَرُ.
μὲν ; οὖν Αἱ; ἐκκλησίαι καθ᾽ ὅλης τῆς ; Ἰουδαίας καὶ ; Γαλιλαίας καὶ ; Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην, οἰκοδομούμεναι καὶ ; πορευόμεναι τῷ ; φόβῳ τοῦ ; κυρίου, καὶ ; τῇ ; παρακλήσει τοῦ ; πνεύματος ἁγίου ἐπληθύνοντο
وَصَارَ هذَا مَعْلُومًا عِنْدَ جَمِيعِ الْيَهُودِ وَالْيُونَانِيِّينَ السَّاكِنِينَ فِي أَفَسُسَ. فَوَقَعَ خَوْفٌ عَلَى جَمِيعِهِمْ، وَكَانَ اسْمُ الرَّبِّ يَسُوعَ يَتَعَظَّمُ.
δὲ ; ἐγένετο τοῦτο γνωστὸν πᾶσιν Ἰουδαίοις καὶ ; Ἕλλησιν τοῖς ; κατοικοῦσιν τὴν ; Ἔφεσον καὶ ; ἐπέπεσεν φόβος ἐπὶ πάντας ; αὐτούς, καὶ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, ἐμεγαλύνετο
لَيْسَ خَوْفُ اللهِ قُدَّامَ عُيُونِهِمْ.
ἔστιν ; οὐκ φόβος θεοῦ ἀπέναντι τῶν ; ὀφθαλμῶν ; αὐτῶν.¶
إِذْ لَمْ تَأْخُذُوا رُوحَ الْعُبُودِيَّةِ أَيْضًا لِلْخَوْفِ، بَلْ أَخَذْتُمْ رُوحَ التَّبَنِّي الَّذِي بِهِ نَصْرُخُ: يَا أَبَا الآبُ.
γὰρ οὐ ἐλάβετε πνεῦμα δουλείας πάλιν εἰς ; φόβον, ἀλλ᾽ ἐλάβετε πνεῦμα υἱοθεσίας ᾧ ἐν κράζομεν· αββα ὁ ; πατήρ.
فَإِنَّ الْحُكَّامَ لَيْسُوا خَوْفًا لِلأَعْمَالِ الصَّالِحَةِ بَلْ لِلشِّرِّيرَةِ. أَفَتُرِيدُ أَنْ لاَ تَخَافَ السُّلْطَانَ. افْعَلِ الصَّلاَحَ فَيَكُونَ لَكَ مَدْحٌ مِنْهُ،
γὰρ οἱ ; ἄρχοντες οὐκ ; εἰσὶν φόβος τῶν; ἔργων ἀγαθῶν ἀλλὰ τῶν; κακῶν θέλεις δὲ ; μὴ φοβεῖσθαι τὴν ; ἐξουσίαν; ποίει τὸ ; ἀγαθὸν καὶ ; ἕξεις ἔπαινον ἐξ ; αὐτῆς·
فَأَعْطُوا الْجَمِيعَ حُقُوقَهُمُ: الْجِزْيَةَ لِمَنْ لَهُ الْجِزْيَةُ. الْجِبَايَةَ لِمَنْ لَهُ الْجِبَايَةُ. وَالْخَوْفَ لِمَنْ لَهُ الْخَوْفُ. وَالإِكْرَامَ لِمَنْ لَهُ الإِكْرَامُ.
ἀπόδοτε ; οὖν πᾶσιν τὰς ; ὀφειλάς, τὸν ; φόρον τῷ τὸν ; φόρον, τὸ ; τέλος τῷ τὸ ; τέλος, τὸν ; φόβον τῷ τὸν ; φόβον, τὴν ; τιμὴν τῷ τὴν ; τιμήν.
فَأَعْطُوا الْجَمِيعَ حُقُوقَهُمُ: الْجِزْيَةَ لِمَنْ لَهُ الْجِزْيَةُ. الْجِبَايَةَ لِمَنْ لَهُ الْجِبَايَةُ. وَالْخَوْفَ لِمَنْ لَهُ الْخَوْفُ. وَالإِكْرَامَ لِمَنْ لَهُ الإِكْرَامُ.
ἀπόδοτε ; οὖν πᾶσιν τὰς ; ὀφειλάς, τὸν ; φόρον τῷ τὸν ; φόρον, τὸ ; τέλος τῷ τὸ ; τέλος, τὸν ; φόβον τῷ τὸν ; φόβον, τὴν ; τιμὴν τῷ τὴν ; τιμήν.
وَأَنَا كُنْتُ عِنْدَكُمْ فِي ضَعْفٍ، وَخَوْفٍ، وَرِعْدَةٍ كَثِيرَةٍ.
κἀγὼ ἐγενόμην πρὸς ; ὑμᾶς· ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ; ἐν ; φόβῳ καὶ ; ἐν ; τρόμῳ πολλῷ
فَإِذْ نَحْنُ عَالِمُونَ مَخَافَةَ الرَّبِّ نُقْنِعُ النَّاسَ. وَأَمَّا اللهُ فَقَدْ صِرْنَا ظَاهِرِينَ لَهُ، وَأَرْجُو أَنَّنَا قَدْ صِرْنَا ظَاهِرِينَ فِي ضَمَائِرِكُمْ أَيْضًا.
οὖν Εἰδότες τὸν ; φόβον τοῦ ; κυρίου πείθομεν, ἀνθρώπους δὲ θεῷ πεφανερώμεθα· ἐλπίζω ; δὲ πεφανερῶσθαι.¶ ἐν ταῖς ; συνειδήσεσιν ; ὑμῶν καὶ
فَإِذْ لَنَا هذِهِ الْمَوَاعِيدُ أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ لِنُطَهِّرْ ذَوَاتِنَا مِنْ كُلِّ دَنَسِ الْجَسَدِ وَالرُّوحِ، مُكَمِّلِينَ الْقَدَاسَةَ فِي خَوْفِ اللهِ.
οὖν ἔχοντες Ταύτας τὰς ; ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ ; πνεύματος ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ θεοῦ.¶
لأَنَّنَا لَمَّا أَتَيْنَا إِلَى مَكِدُونِيَّةَ لَمْ يَكُنْ لِجَسَدِنَا شَيْءٌ مِنَ الرَّاحَةِ بَلْ كُنَّا مُكْتَئِبِينَ فِي كُلِّ شَيْءٍ: مِنْ خَارِجٍ خُصُومَاتٌ، مِنْ دَاخِل مَخَاوِفُ.
καὶ ; γὰρ ἐλθόντων ; ἡμῶν εἰς Μακεδονίαν οὐδεμίαν ἔσχηκεν ἡ ; σὰρξ ; ἡμῶν ἄνεσιν ἀλλ᾽ θλιβόμενοι· ἐν παντὶ ἔξωθεν μάχαι, ἔσωθεν φόβοι.
فَإِنَّهُ هُوَذَا حُزْنُكُمْ هذَا عَيْنُهُ بِحَسَبِ مَشِيئَةِ اللهِ، كَمْ أَنْشَأَ فِيكُمْ: مِنَ الاجْتِهَادِ، بَلْ مِنَ الاحْتِجَاجِ، بَلْ مِنَ الْغَيْظِ، بَلْ مِنَ الْخَوْفِ، بَلْ مِنَ الشَّوْقِ، بَلْ مِنَ الْغَيْرَةِ، بَلْ مِنَ الانْتِقَامِ. فِي كُلِّ شَيْءٍ أَظْهَرْتُمْ أَنْفُسَكُمْ أَنَّكُمْ أَبْرِيَاءُ فِي هذَا الأَمْرِ.
γὰρ ἰδοὺ λυπηθῆναι ; ὑμᾶς, αὐτὸ ; τοῦτο κατὰ τὸ θεὸν πόσην κατειργάσατο ὑμῖν σπουδήν, ἀλλ᾽ ἀπολογίαν, ἀλλ᾽ ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ φόβον, ἀλλ᾽ ἐπιπόθησιν, ἀλλὰ ζῆλον, ἀλλ᾽ ἐκδίκησιν; ἐν παντὶ συνεστήσατε ἑαυτοὺς εἶναι ἁγνοὺς ἐν πράγματι.
وَأَحْشَاؤُهُ هِيَ نَحْوَكُمْ بِالزِّيَادَةِ، مُتَذَكِّرًا طَاعَةَ جَمِيعِكُمْ، كَيْفَ قَبِلْتُمُوهُ بِخَوْفٍ وَرِعْدَةٍ.
καὶ ; τὰ ; σπλάγχνα ; αὐτοῦ ἐστιν εἰς ; ὑμᾶς περισσοτέρως ἀναμιμνῃσκομένου τὴν ; ὑπακοήν, πάντων ; ὑμῶν ὡς ἐδέξασθε ; αὐτόν. μετὰ ; φόβου καὶ ; τρόμου
خَاضِعِينَ بَعْضُكُمْ لِبَعْضٍ فِي خَوْفِ اللهِ.
ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Θεοῦ