المعنى المختصر للكلمة
pisteúō:
to have faith (in, upon, or with respect to, a person or
thing), i.e. credit
اللفظ الأصلي
πιστεύω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
pisteúō
(pist-yoo-o)
تكرار الورود في الكتاب
237
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
to have faith (in, upon, or with respect to, a person or
thing), i.e. credit
2
by implication, to entrust (especially one's
spiritual well-being to Christ)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
believe(-r)
commit (to trust)
put
in trust with
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
πιστεύων (17×)
ἐπίστευσεν (8×)
ἐπίστευσαν (7×)
πιστεύουσιν (7×)
καὶ ; ἐπίστευσαν (7×)
πιστεύοντες (6×)
πιστεύσητε (5×)
πιστεύετε (5×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (237 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 16: 31
Act.16.31
فَقَالاَ: آمِنْ بِالرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ فَتَخْلُصَ أَنْتَ وَأَهْلُ بَيْتِكَ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· πίστευσον ἐπὶ ; τὸν ; κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ ; σωθήσῃ σὺ καὶ ; ὁ ; οἶκός ; σου.
أعمال الرسل 16: 34
Act.16.34
وَلَمَّا أَصْعَدَهُمَا إِلَى بَيْتِهِ قَدَّمَ لَهُمَا مَائِدَةً، وَتَهَلَّلَ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ إِذْ كَانَ قَدْ آمَنَ بِاللهِ.
ἀναγαγών ; τε ; αὐτοὺς εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ παρέθηκεν τράπεζαν καὶ ; ἠγαλλιάσατο πανοικεὶ πεπιστευκὼς τῷ ; θεῷ.¶
أعمال الرسل 17: 12
Act.17.12
فَآمَنَ مِنْهُمْ كَثِيرُونَ، وَمِنَ النِّسَاءِ الْيُونَانِيَّاتِ الشَّرِيفَاتِ، وَمِنَ الرِّجَالِ عَدَدٌ لَيْسَ بِقَلِيل.
μὲν ; οὖν ; ἐπίστευσαν, ἐξ ; αὐτῶν Πολλοὶ καὶ τῶν ; γυναικῶν Ἑλληνίδων τῶν ; εὐσχημόνων καὶ ἀνδρῶν οὐκ ; ὀλίγοι.¶
أعمال الرسل 17: 34
Act.17.34
وَلكِنَّ أُنَاسًا الْتَصَقُوا بِهِ وَآمَنُوا، مِنْهُمْ دِيُونِيسِيُوسُ الأَرِيُوبَاغِيُّ، وَامْرَأَةٌ اسْمُهَا دَامَرِسُ وَآخَرُونَ مَعَهُمَا.
δὲ Τινὲς ; ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν ; οἷς ; καὶ Διονύσιος ὁ ; Ἀρεοπαγίτης καὶ ; γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ; ἕτεροι σὺν ; αὐτοῖς.¶
أعمال الرسل 18: 8
Act.18.8
وَكِرِيسْبُسُ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ آمَنَ بِالرَّبِّ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، وَكَثِيرُونَ مِنَ الْكُورِنْثِيِّينَ إِذْ سَمِعُوا آمَنُوا وَاعْتَمَدُوا.
Κρίσπος ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος ἐπίστευσεν τῷ ; κυρίῳ σὺν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, καὶ ; πολλοὶ τῶν Κορινθίων ἀκούοντες ἐπίστευον καὶ ; ἐβαπτίζοντο.¶
أعمال الرسل 18: 8
Act.18.8
وَكِرِيسْبُسُ رَئِيسُ الْمَجْمَعِ آمَنَ بِالرَّبِّ مَعَ جَمِيعِ بَيْتِهِ، وَكَثِيرُونَ مِنَ الْكُورِنْثِيِّينَ إِذْ سَمِعُوا آمَنُوا وَاعْتَمَدُوا.
Κρίσπος ; δὲ ὁ ; ἀρχισυνάγωγος ἐπίστευσεν τῷ ; κυρίῳ σὺν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ, καὶ ; πολλοὶ τῶν Κορινθίων ἀκούοντες ἐπίστευον καὶ ; ἐβαπτίζοντο.¶
أعمال الرسل 18: 27
Act.18.27
وَإِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَجْتَازَ إِلَى أَخَائِيَةَ، كَتَبَ الإِخْوَةُ إِلَى التَّلاَمِيذِ يَحُضُّونَهُمْ أَنْ يَقْبَلُوهُ. فَلَمَّا جَاءَ سَاعَدَ كَثِيرًا بِالنِّعْمَةِ الَّذِينَ كَانُوا قَدْ آمَنُوا،
δὲ βουλομένου ; αὐτοῦ διελθεῖν εἰς τὴν ; Ἀχαΐαν, ἔγραψαν οἱ ; ἀδελφοὶ τοῖς μαθηταῖς προτρεψάμενοι ἀποδέξασθαι ; αὐτόν· ὃς ; παραγενόμενος συνεβάλετο πολὺ διὰ ; τῆς ; χάριτος· τοῖς πεπιστευκόσιν
أعمال الرسل 19: 2
Act.19.2
قَالَ لَهُمْ: هَلْ قَبِلْتُمُ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمَّا آمَنْتُمْ. قَالُوا لَهُ: وَلاَ سَمِعْنَا أَنَّهُ يُوجَدُ الرُّوحُ الْقُدُسُ.
εἶπέν πρὸς ; αὐτούς· εἰ ; ἐλάβετε πνεῦμα ἅγιον πιστεύσαντες; οἱ ; δὲ ; εἶπον πρὸς ; αὐτόν· ἀλλ᾽ ; οὐδ᾽ ἠκούσαμεν. εἰ ἔστιν πνεῦμα ἅγιον
أعمال الرسل 19: 4
Act.19.4
فَقَالَ بُولُسُ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ، قَائِلاً لِلشَّعْبِ أَنْ يُؤْمِنُوا بِالَّذِي يَأْتِي بَعْدَهُ، أَيْ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Εἶπεν ; δὲ Παῦλος· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας λέγων τῷ ; λαῷ ἵνα πιστεύσωσιν, εἰς ; τὸν ἐρχόμενον μετ᾽ ; αὐτὸν τοῦτ᾽ ; ἔστιν εἰς ; τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν.
أعمال الرسل 19: 18
Act.19.18
وَكَانَ كَثِيرُونَ مِنَ الَّذِينَ آمَنُوا يَأْتُونَ مُقِرِّينَ وَمُخْبِرِينَ بِأَفْعَالِهِمْ،
τε πολλοί τῶν ; πεπιστευκότων ἤρχοντο ἐξομολογούμενοι καὶ ; ἀναγγέλλοντες τὰς ; πράξεις ; αὐτῶν.
أعمال الرسل 21: 20
Act.21.20
فَلَمَّا سَمِعُوا كَانُوا يُمَجِّدُونَ الرَّبَّ. وَقَالُوا لَهُ: أَنْتَ تَرَى أَيُّهَا الأَخُ كَمْ يُوجَدُ رَبْوَةً مِنَ الْيَهُودِ الَّذِينَ آمَنُوا، وَهُمْ جَمِيعًا غَيُورُونَ لِلنَّامُوسِ.
δὲ οἱ ; ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν ; κύριον εἶπόν ; τε αὐτῷ· θεωρεῖς ἀδελφέ, πόσαι εἰσὶν μυριάδες ἐν ; τοῖς ; Ἰουδαίων τῶν πεπιστευκότων καὶ πάντες ζηλωταὶ ; ὑπάρχουσιν. τοῦ ; νόμου
أعمال الرسل 21: 25
Act.21.25
وَأَمَّا مِنْ جِهَةِ الَّذِينَ آمَنُوا مِنَ الأُمَمِ، فَأَرْسَلْنَا نَحْنُ وَحَكَمْنَا أَنْ لاَ يَحْفَظُوا مِثْلَ ذلِكَ، سِوَى أَنْ يُحَافِظُوا عَلَى أَنْفُسِهِمْ مِمَّا ذُبحَ لِلأَصْنَامِ، وَمِنَ الدَّمِ، وَالْمَخْنُوقِ، وَالزِّنَا.
περὶ ; δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἐπεστείλαμεν ἡμεῖς κρίναντες μηδὲν τηρεῖν τοιοῦτον αὐτούς εἰ ; μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε ; εἰδωλόθυτον καὶ τὸ ; αἷμα καὶ ; πνικτὸν καὶ ; πορνείαν.¶
أعمال الرسل 22: 19
Act.22.19
فَقُلْتُ: يَا رَبُّ، هُمْ يَعْلَمُونَ أَنِّي كُنْتُ أَحْبِسُ وَأَضْرِبُ فِي كُلِّ مَجْمَعٍ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ بِكَ.
κἀγὼ ; εἶπον· κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ; ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ ; δέρων κατὰ τὰς ; συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ ; σέ·
أعمال الرسل 24: 14
Act.24.14
وَلكِنَّنِي أُقِرُّ لَكَ بِهذَا: أَنَّنِي حَسَبَ الطَّرِيقِ الَّذِي يَقُولُونَ لَهُ شِيعَةٌ، هكَذَا أَعْبُدُ إِلهَ آبَائِي، مُؤْمِنًا بِكُلِّ مَا هُوَ مَكْتُوبٌ فِي النَّامُوسِ وَالأَنْبِيَاءِ.
δὲ ὁμολογῶ σοι τοῦτό ὅτι κατὰ τὴν ; ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν οὕτως λατρεύω τῷ ; θεῷ πατρῴῳ πιστεύων πᾶσιν τοῖς ; κατὰ γεγραμμένοις, τὸν ; νόμον καὶ ; τοῖς ; προφήταις
أعمال الرسل 26: 27
Act.26.27
أَتُؤْمِنُ أَيُّهَا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ بِالأَنْبِيَاءِ. أَنَا أَعْلَمُ أَنَّكَ تُؤْمِنُ.
πιστεύεις, βασιλεῦ Ἀγρίππα, τοῖς ; προφήταις; οἶδα ὅτι πιστεύεις.¶
أعمال الرسل 26: 27
Act.26.27
أَتُؤْمِنُ أَيُّهَا الْمَلِكُ أَغْرِيبَاسُ بِالأَنْبِيَاءِ. أَنَا أَعْلَمُ أَنَّكَ تُؤْمِنُ.
πιστεύεις, βασιλεῦ Ἀγρίππα, τοῖς ; προφήταις; οἶδα ὅτι πιστεύεις.¶
أعمال الرسل 27: 25
Act.27.25
لِذلِكَ سُرُّوا أَيُّهَا الرِّجَالُ، لأَنِّي أُومِنُ بِاللهِ أَنَّهُ يَكُونُ هكَذَا كَمَا قِيلَ لِي.
διὸ εὐθυμεῖτε ἄνδρες· γὰρ πιστεύω τῷ ; θεῷ ὅτι ἔσται οὕτως καθ᾽ ; ὃν ; τρόπον λελάληταί μοι.
رومية 1: 16
Rom.1.16
لأَنِّي لَسْتُ أَسْتَحِي بِإِنْجِيلِ الْمَسِيحِ، لأَنَّهُ قُوَّةُ اللهِ لِلْخَلاَصِ لِكُلِّ مَنْ يُؤْمِنُ: لِلْيَهُودِيِّ أَوَّلاً ثُمَّ لِلْيُونَانِيِّ.
γὰρ οὐ ἐπαισχύνομαι τὸ ; εὐαγγέλιον τοῦ ; χριστοῦ· γὰρ ; ἐστιν δύναμις θεοῦ εἰς ; σωτηρίαν παντὶ τῷ πιστεύοντι, Ἰουδαίῳ πρῶτον καὶ Ἕλληνι.
رومية 3: 2
Rom.3.2
كَثِيرٌ عَلَى كُلِّ وَجْهٍ. أَمَّا أَوَّلاً فَلأَنَّهُمُ اسْتُؤْمِنُوا عَلَى أَقْوَالِ اللهِ.
πολὺ κατὰ πάντα τρόπον· μὲν πρῶτον γὰρ ; ὅτι ἐπιστεύθησαν τὰ ; λόγια τοῦ ; θεοῦ.
رومية 3: 22
Rom.3.22
بِرُّ اللهِ بِالإِيمَانِ بِيَسُوعَ الْمَسِيحِ، إِلَى كُلِّ وَعَلَى كُلِّ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ. لأَنَّهُ لاَ فَرْقَ.
δικαιοσύνη θεοῦ διὰ ; πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ; ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας· γάρ οὐ διαστολή.
رومية 4: 5
Rom.4.5
وَأَمَّا الَّذِي لاَ يَعْمَلُ، وَلكِنْ يُؤْمِنُ بِالَّذِي يُبَرِّرُ الْفَاجِرَ، فَإِيمَانُهُ يُحْسَبُ لَهُ بِرًّا.
δὲ τῷ μὴ ἐργαζομένῳ, δὲ πιστεύοντι ἐπὶ ; τὸν δικαιοῦντα τὸν ; ἀσεβῆ, ἡ ; πίστις ; αὐτοῦ λογίζεται δικαιοσύνην.
رومية 4: 11
Rom.4.11
وَأَخَذَ عَلاَمَةَ الْخِتَانِ خَتْمًا لِبِرِّ الإِيمَانِ الَّذِي كَانَ فِي الْغُرْلَةِ، لِيَكُونَ أَبًا لِجَمِيعِ الَّذِينَ يُؤْمِنُونَ وَهُمْ فِي الْغُرْلَةِ، كَيْ يُحْسَبَ لَهُمْ أَيْضًا الْبِرُّ.
καὶ ; ἔλαβεν σημεῖον περιτομῆς, σφραγῖδα τῆς ; δικαιοσύνης τῆς ; πίστεως τῆς ἐν τῇ ; ἀκροβυστίᾳ· εἶναι ; αὐτὸν πατέρα πάντων τῶν πιστευόντων δι᾽ ἀκροβυστίας, εἰς λογισθῆναι αὐτοῖς καὶ τὴν ; δικαιοσύνην,
رومية 4: 17
Rom.4.17
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: إِنِّي قَدْ جَعَلْتُكَ أَبًا لأُمَمٍ كَثِيرَةٍ. أَمَامَ اللهِ الَّذِي آمَنَ بِهِ، الَّذِي يُحْيِي الْمَوْتَى، وَيَدْعُو الأَشْيَاءَ غَيْرَ الْمَوْجُودَةِ كَأَنَّهَا مَوْجُودَةٌ.
καθὼς ὅτι γέγραπται τέθεικά ; σε, πατέρα ἐθνῶν πολλῶν κατέναντι θεοῦ, οὗ ἐπίστευσεν τοῦ ζῳοποιοῦντος τοὺς ; νεκροὺς καὶ ; καλοῦντος τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα·
رومية 4: 18
Rom.4.18
فَهُوَ عَلَى خِلاَفِ الرَّجَاءِ، آمَنَ عَلَى الرَّجَاءِ، لِكَيْ يَصِيرَ أَبًا لأُمَمٍ كَثِيرَةٍ، كَمَا قِيلَ: هكَذَا يَكُونُ نَسْلُكَ.
ὃς παρ᾽ ἐλπίδα ἐπίστευσεν ἐπ᾽ ἐλπίδι εἰς τὸ ; γενέσθαι ; αὐτὸν πατέρα ἐθνῶν πολλῶν κατὰ ; τὸ εἰρημένον· οὕτως ἔσται τὸ ; σπέρμα ; σου·
رومية 4: 24
Rom.4.24
بَلْ مِنْ أَجْلِنَا نَحْنُ أَيْضًا، الَّذِينَ سَيُحْسَبُ الَّذِينَ نُؤْمِنُ بِمَنْ أَقَامَ يَسُوعَ رَبَّنَا مِنَ الأَمْوَاتِ.
ἀλλὰ δι᾽ ἡμᾶς καὶ οἷς λογίζεσθαι, τοῖς πιστεύουσιν ἐπὶ ; τὸν ἐγείραντα Ἰησοῦν τὸν ; κύριον ; ἡμῶν ἐκ νεκρῶν,
رومية 6: 8
Rom.6.8
فَإِنْ كُنَّا قَدْ مُتْنَا مَعَ الْمَسِيحِ، نُؤْمِنُ أَنَّنَا سَنَحْيَا أَيْضًا مَعَهُ.
εἰ ; δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι συζήσομεν καὶ αὐτῷ,
رومية 9: 33
Rom.9.33
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: هَا أَنَا أَضَعُ فِي صِهْيَوْنَ حَجَرَ صَدْمَةٍ وَصَخْرَةَ عَثْرَةٍ، وَكُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ لاَ يُخْزَى.
καθὼς γέγραπται· ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον προσκόμματος καὶ ; πέτραν σκανδάλου, καὶ ; πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ᾽ ; αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται.¶
رومية 10: 4
Rom.10.4
لأَنَّ غَايَةَ النَّامُوسِ هِيَ الْمَسِيحُ لِلْبِرِّ لِكُلِّ مَنْ يُؤْمِنُ.
γὰρ Τέλος νόμου Χριστὸς εἰς ; δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι.
رومية 10: 9
Rom.10.9
لأَنَّكَ إِنِ اعْتَرَفْتَ بِفَمِكَ بِالرَّبِّ يَسُوعَ، وَآمَنْتَ بِقَلْبِكَ أَنَّ اللهَ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ، خَلَصْتَ.
ὅτι ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν ; τῷ ; στόματί ; σου κύριον Ἰησοῦν καὶ ; πιστεύσῃς ἐν ; τῇ ; καρδίᾳ ; σου ὅτι ὁ ; θεὸς αὐτὸν ; ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, σωθήσῃ·
رومية 10: 10
Rom.10.10
لأَنَّ الْقَلْبَ يُؤْمَنُ بِهِ لِلْبِرِّ، وَالْفَمَ يُعْتَرَفُ بِهِ لِلْخَلاَصِ.
γὰρ καρδίᾳ πιστεύεται εἰς ; δικαιοσύνην, στόματι ; δὲ ὁμολογεῖται εἰς ; σωτηρίαν.¶