المعنى المختصر للكلمة
pisteúō:
to have faith (in, upon, or with respect to, a person or
thing), i.e. credit
اللفظ الأصلي
πιστεύω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
pisteúō
(pist-yoo-o)
تكرار الورود في الكتاب
237
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
to have faith (in, upon, or with respect to, a person or
thing), i.e. credit
2
by implication, to entrust (especially one's
spiritual well-being to Christ)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
believe(-r)
commit (to trust)
put
in trust with
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
πιστεύων (17×)
ἐπίστευσεν (8×)
ἐπίστευσαν (7×)
πιστεύουσιν (7×)
καὶ ; ἐπίστευσαν (7×)
πιστεύοντες (6×)
πιστεύσητε (5×)
πιστεύετε (5×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (237 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 8: 50
Luk.8.50
فَسَمِعَ يَسُوعُ، وَأَجَابَهُ قِائِلاً: لاَ تَخَفْ. آمِنْ فَقَطْ، فَهِيَ تُشْفَى.
δὲ ; ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ἀπεκρίθη ; αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· πίστευε μόνον καὶ ; σωθήσεται.
لوقا 20: 5
Luk.20.5
فَتَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
οἱ ; δὲ ; συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες ὅτι ; ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
لوقا 22: 67
Luk.22.67
قَائِلِينَ: إِنْ كُنْتَ أَنْتَ الْمسِيحَ، فَقُلْ لَنَا.. فَقَالَ لَهُمْ: إِنْ قُلْتُ لَكُمْ لاَ تُصَدِّقُونَ،
λέγοντες· εἰ εἶ σὺ ὁ ; χριστός, εἰπὸν ἡμῖν. εἶπεν ; δὲ αὐτοῖς· ἐὰν εἴπω, ὑμῖν οὐ ; μὴ πιστεύσητε.
لوقا 24: 25
Luk.24.25
فَقَالَ لَهُمَا: أَيُّهَا الْغَبِيَّانِ وَالْبَطِيئَا الْقُلُوبِ فِي الإِيمَانِ بِجَمِيعِ مَا تَكَلَّمَ بِهِ الأَنْبِيَاءُ.
Καὶ ; αὐτὸς ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ὦ ; ἀνόητοι καὶ ; βραδεῖς τῇ ; καρδίᾳ τοῦ ; πιστεύειν ἐπὶ ; πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ ; προφῆται·
يوحنا 1: 7
Jhn.1.7
هذَا جَاءَ لِلشَّهَادَةِ لِيَشْهَدَ لِلنُّورِ، لِكَيْ يُؤْمِنَ الْكُلُّ بِوَاسِطَتِهِ.
οὗτος ἦλθεν εἰς ; μαρτυρίαν ἵνα ; μαρτυρήσῃ περὶ ; τοῦ ; φωτός, ἵνα πιστεύσωσιν πάντες δι᾽ ; αὐτοῦ.
يوحنا 1: 12
Jhn.1.12
وَأَمَّا كُلُّ الَّذِينَ قَبِلُوهُ فَأَعْطَاهُمْ سُلْطَانًا أَنْ يَصِيرُوا أَوْلاَدَ اللهِ، أَيِ الْمُؤْمِنُونَ بِاسْمِهِ.
δὲ ὅσοι ἔλαβον ; αὐτόν, ἔδωκεν ; αὐτοῖς ἐξουσίαν γενέσθαι, τέκνα θεοῦ τοῖς ; πιστεύουσιν εἰς ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ,
يوحنا 1: 50
Jhn.1.50
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُ: هَلْ آمَنْتَ لأَنِّي قُلْتُ لَكَ إِنِّي رَأَيْتُكَ تَحْتَ التِّينَةِ. سَوْفَ تَرَى أَعْظَمَ مِنْ هذَا.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῷ· πιστεύεις; ὅτι εἶπόν σοι εἶδόν ; σε ὑποκάτω τῆς ; συκῆς, ὄψῃ. μείζω τούτων
يوحنا 2: 11
Jhn.2.11
هذِهِ بِدَايَةُ الآيَاتِ فَعَلَهَا يَسُوعُ فِي قَانَا الْجَلِيلِ، وَأَظْهَرَ مَجْدَهُ، فَآمَنَ بِهِ تَلاَمِيذُهُ.
ταύτην τὴν ; ἀρχὴν τῶν ; σημείων ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς ἐν Κανὰ τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; ἐφανέρωσεν τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ, καὶ ; ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ.¶
يوحنا 2: 22
Jhn.2.22
فَلَمَّا قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، تَذَكَّرَ تَلاَمِيذُهُ أَنَّهُ قَالَ هذَا، فَآمَنُوا بِالْكِتَابِ وَالْكَلاَمِ الَّذِي قَالَهُ يَسُوعُ.
οὖν ; ὅτε ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ ὅτι ἔλεγεν τοῦτο καὶ ; ἐπίστευσαν τῇ ; γραφῇ καὶ ; τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν ὁ ; Ἰησοῦς.¶
يوحنا 2: 23
Jhn.2.23
وَلَمَّا كَانَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ، آمَنَ كَثِيرُونَ بِاسْمِهِ، إِذْ رَأَوْا الآيَاتِ الَّتِي صَنَعَ.
Ὡς ; δὲ ἦν ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ, ἐν ; τῷ ; πάσχα ἐπίστευσαν πολλοὶ εἰς ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ θεωροῦντες αὐτοῦ ; τὰ ; σημεῖα ἃ ἐποίει.
يوحنا 3: 12
Jhn.3.12
إِنْ كُنْتُ قُلْتُ لَكُمُ الأَرْضِيَّاتِ وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ، فَكَيْفَ تُؤْمِنُونَ إِنْ قُلْتُ لَكُمُ السَّمَاوِيَّاتِ.
εἰ εἶπον ὑμῖν τὰ ; ἐπίγεια καὶ ; οὐ πιστεύετε, πῶς πιστεύσετε; ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ; ἐπουράνια
يوحنا 3: 12
Jhn.3.12
إِنْ كُنْتُ قُلْتُ لَكُمُ الأَرْضِيَّاتِ وَلَسْتُمْ تُؤْمِنُونَ، فَكَيْفَ تُؤْمِنُونَ إِنْ قُلْتُ لَكُمُ السَّمَاوِيَّاتِ.
εἰ εἶπον ὑμῖν τὰ ; ἐπίγεια καὶ ; οὐ πιστεύετε, πῶς πιστεύσετε; ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ; ἐπουράνια
يوحنا 3: 15
Jhn.3.15
لِكَيْ لاَ يَهْلِكَ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ بَلْ تَكُونُ لَهُ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ.
ἵνα μὴ ἀπόληται πᾶς ὁ πιστεύων εἰς; αὐτὸν ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.
يوحنا 3: 16
Jhn.3.16
لأَنَّهُ هكَذَا أَحَبَّ اللهُ الْعَالَمَ حَتَّى بَذَلَ ابْنَهُ الْوَحِيدَ، لِكَيْ لاَ يَهْلِكَ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ بِهِ، بَلْ تَكُونُ لَهُ الْحَيَاةُ الأَبَدِيَّةُ.
γὰρ οὕτως ἠγάπησεν ὁ ; θεὸς τὸν ; κόσμον, ὥστε ἔδωκεν, τὸν ; υἱὸν ; αὐτοῦ τὸν ; μονογενῆ ἵνα μὴ ἀπόληται πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ; αὐτὸν ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.
يوحنا 3: 18
Jhn.3.18
اَلَّذِي يُؤْمِنُ بِهِ لاَ يُدَانُ، وَالَّذِي لاَ يُؤْمِنُ قَدْ دِينَ، لأَنَّهُ لَمْ يُؤْمِنْ بِاسْمِ ابْنِ اللهِ الْوَحِيدِ.
ὁ πιστεύων εἰς ; αὐτὸν οὐ κρίνεται· ὁ ; δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ. μονογενοῦς
يوحنا 3: 18
Jhn.3.18
اَلَّذِي يُؤْمِنُ بِهِ لاَ يُدَانُ، وَالَّذِي لاَ يُؤْمِنُ قَدْ دِينَ، لأَنَّهُ لَمْ يُؤْمِنْ بِاسْمِ ابْنِ اللهِ الْوَحِيدِ.
ὁ πιστεύων εἰς ; αὐτὸν οὐ κρίνεται· ὁ ; δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ. μονογενοῦς
يوحنا 3: 18
Jhn.3.18
اَلَّذِي يُؤْمِنُ بِهِ لاَ يُدَانُ، وَالَّذِي لاَ يُؤْمِنُ قَدْ دِينَ، لأَنَّهُ لَمْ يُؤْمِنْ بِاسْمِ ابْنِ اللهِ الْوَحِيدِ.
ὁ πιστεύων εἰς ; αὐτὸν οὐ κρίνεται· ὁ ; δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ. μονογενοῦς
يوحنا 3: 36
Jhn.3.36
الَّذِي يُؤْمِنُ بِالابْنِ لَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَالَّذِي لاَ يُؤْمِنُ بِالابْنِ لَنْ يَرَى حَيَاةً بَلْ يَمْكُثُ عَلَيْهِ غَضَبُ اللهِ.
ὁ πιστεύων εἰς ; τὸν ; υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ ; δὲ ἀπειθῶν τῷ ; υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾽ μένει ἐπ᾽ ; αὐτόν.¶ ἡ ; ὀργὴ τοῦ ; θεοῦ
يوحنا 4: 39
Jhn.4.39
فَآمَنَ بِهِ مِنْ تِلْكَ الْمَدِينَةِ كَثِيرُونَ مِنَ السَّامِرِيِّينَ بِسَبَبِ كَلاَمِ الْمَرْأَةِ الَّتِي كَانَتْ تَشْهَدُ أَنَّهُ: قَالَ لِي كُلَّ مَا فَعَلْتُ.
δὲ ; ἐπίστευσαν εἰς ; αὐτὸν ἐκ ἐκείνης τῆς ; πόλεως πολλοὶ τῶν Σαμαριτῶν διὰ τὸν ; λόγον τῆς ; γυναικὸς μαρτυρούσης ὅτι εἶπέν μοι πάντα ὅσα ἐποίησα.
يوحنا 4: 41
Jhn.4.41
فَآمَنَ بِهِ أَكْثَرُ جِدًّا بِسَبَبِ كَلاَمِهِ.
καὶ ; ἐπίστευσαν πολλῷ πλείους διὰ τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ,
يوحنا 4: 48
Jhn.4.48
فَقَالَ لَهُ يَسُوعُ: لاَ تُؤْمِنُونَ إِنْ لَمْ تَرَوْا آيَاتٍ وَعَجَائِبَ
εἶπεν ; οὖν πρὸς ; αὐτόν· ὁ ; Ἰησοῦς οὐ ; μὴ πιστεύσητε. ἐὰν μὴ ἴδητε, σημεῖα καὶ ; τέρατα
يوحنا 4: 50
Jhn.4.50
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ. اِبْنُكَ حَيٌّ. فَآمَنَ الرَّجُلُ بِالْكَلِمَةِ الَّتِي قَالَهَا لَهُ يَسُوعُ، وَذَهَبَ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· πορεύου, ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν ὁ ; ἄνθρωπος τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἐπορεύετο.
يوحنا 4: 53
Jhn.4.53
فَفَهِمَ الأَبُ أَنَّهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ الَّتِي قَالَ لَهُ فِيهَا يَسُوعُ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ. فَآمَنَ هُوَ وَبَيْتُهُ كُلُّهُ.
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ᾗ εἶπεν αὐτῷ ἐν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι· ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ; ἡ ; οἰκία ; αὐτοῦ ὅλη.¶
يوحنا 5: 24
Jhn.5.24
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ مَنْ يَسْمَعُ كَلاَمِي وَيُؤْمِنُ بِالَّذِي أَرْسَلَنِي فَلَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ، وَلاَ يَأْتِي إِلَى دَيْنُونَةٍ، بَلْ قَدِ انْتَقَلَ مِنَ الْمَوْتِ إِلَى الْحَيَاةِ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ ἀκούων τὸν ; λόγον ; μου καὶ ; πιστεύων τῷ πέμψαντί ; με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ; οὐκ ἔρχεται, εἰς κρίσιν ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ θανάτου εἰς τὴν ; ζωήν.¶
يوحنا 5: 38
Jhn.5.38
وَلَيْسَتْ لَكُمْ كَلِمَتُهُ ثَابِتَةً فِيكُمْ، لأَنَّ الَّذِي أَرْسَلَهُ هُوَ لَسْتُمْ أَنْتُمْ تُؤْمِنُونَ بِهِ.
καὶ ; οὐκ ἔχετε τὸν ; λόγον ; αὐτοῦ μένοντα, ἐν ; ὑμῖν ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, οὐ ὑμεῖς πιστεύετε.¶ τούτῳ
يوحنا 5: 44
Jhn.5.44
كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تُؤْمِنُوا وَأَنْتُمْ تَقْبَلُونَ مَجْدًا بَعْضُكُمْ مِنْ بَعْضٍ، وَالْمَجْدُ الَّذِي مِنَ الإِلهِ الْوَاحِدِ لَسْتُمْ تَطْلُبُونَهُ.
Πῶς δύνασθε πιστεῦσαι ὑμεῖς λαμβάνοντες δόξαν παρὰ ; ἀλλήλων καὶ ; τὴν ; δόξαν τὴν παρὰ τοῦ ; θεοῦ μόνου οὐ ζητεῖτε;¶
يوحنا 5: 46
Jhn.5.46
لأَنَّكُمْ لَوْ كُنْتُمْ تُصَدِّقُونَ مُوسَى لَكُنْتُمْ تُصَدِّقُونَنِي، لأَنَّهُ هُوَ كَتَبَ عَنِّي.
γὰρ εἰ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἂν ἐπιστεύετε ; ἐμοί· γὰρ ἐκεῖνος ἔγραψεν. περὶ ; ἐμοῦ
يوحنا 5: 47
Jhn.5.47
فَإِنْ كُنْتُمْ لَسْتُمْ تُصَدِّقُونَ كُتُبَ ذَاكَ، فَكَيْفَ تُصَدِّقُونَ كَلاَمِي..
εἰ ; δὲ οὐ πιστεύετε, τοῖς ; ἐκείνου ; γράμμασιν πῶς πιστεύσετε;¶ τοῖς ; ἐμοῖς ; ῥήμασιν
يوحنا 5: 47
Jhn.5.47
فَإِنْ كُنْتُمْ لَسْتُمْ تُصَدِّقُونَ كُتُبَ ذَاكَ، فَكَيْفَ تُصَدِّقُونَ كَلاَمِي..
εἰ ; δὲ οὐ πιστεύετε, τοῖς ; ἐκείνου ; γράμμασιν πῶς πιστεύσετε;¶ τοῖς ; ἐμοῖς ; ῥήμασιν
يوحنا 6: 29
Jhn.6.29
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: هذَا هُوَ عَمَلُ اللهِ: أَنْ تُؤْمِنُوا بِالَّذِي هُوَ أَرْسَلَهُ.
Ἀπεκρίθη ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν ; καὶ αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν τὸ ; ἔργον τοῦ ; θεοῦ ἵνα πιστεύσητε εἰς ; ὃν ἐκεῖνος.¶ ἀπέστειλεν