ك
إصحاح
G4099
G4100. pisteúō
G4101
المعنى المختصر للكلمة
pisteúō: to have faith (in, upon, or with respect to, a person or thing), i.e. credit
اللفظ الأصلي πιστεύω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق pisteúō (pist-yoo-o)
تكرار الورود في الكتاب 237 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to have faith (in, upon, or with respect to, a person or thing), i.e. credit
2 by implication, to entrust (especially one's spiritual well-being to Christ)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
believe(-r) commit (to trust) put in trust with

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πιστεύων (17×) ἐπίστευσεν (8×) ἐπίστευσαν (7×) πιστεύουσιν (7×) καὶ ; ἐπίστευσαν (7×) πιστεύοντες (6×) πιστεύσητε (5×) πιστεύετε (5×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (237 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
مَتَى جَاءَ لِيَتَمَجَّدَ فِي قِدِّيسِيهِ وَيُتَعَجَّبَ مِنْهُ فِي جَمِيعِ الْمُؤْمِنِينَ. لأَنَّ شَهَادَتَنَا عِنْدَكُمْ صُدِّقَتْ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ.
ὅταν ἔλθῃ ἐνδοξασθῆναι ἐν τοῖς ; ἁγίοις ; αὐτοῦ θαυμασθῆναι ἐν πᾶσιν ; τοῖς πιστεύουσιν ὅτι τὸ ; μαρτύριον ; ἡμῶν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς, ἐπιστεύθη ἐν ἐκείνῃ. τῇ ; ἡμέρᾳ
مَتَى جَاءَ لِيَتَمَجَّدَ فِي قِدِّيسِيهِ وَيُتَعَجَّبَ مِنْهُ فِي جَمِيعِ الْمُؤْمِنِينَ. لأَنَّ شَهَادَتَنَا عِنْدَكُمْ صُدِّقَتْ فِي ذلِكَ الْيَوْمِ.
ὅταν ἔλθῃ ἐνδοξασθῆναι ἐν τοῖς ; ἁγίοις ; αὐτοῦ θαυμασθῆναι ἐν πᾶσιν ; τοῖς πιστεύουσιν ὅτι τὸ ; μαρτύριον ; ἡμῶν ἐφ᾽ ; ὑμᾶς, ἐπιστεύθη ἐν ἐκείνῃ. τῇ ; ἡμέρᾳ
لِكَيْ يُدَانَ جَمِيعُ الَّذِينَ لَمْ يُصَدِّقُوا الْحَقَّ، بَلْ سُرُّوا بِالإِثْمِ.
ἵνα κριθῶσιν πάντες οἱ μὴ πιστεύσαντες τῇ ; ἀληθείᾳ ἀλλ᾽ εὐδοκήσαντες ἐν ; τῇ ; ἀδικίᾳ.¶
لكِنَّنِي لِهذَا رُحِمْتُ: لِيُظْهِرَ يَسُوعُ الْمَسِيحُ فِيَّ أَنَا أَوَّلاً كُلَّ أَنَاةٍ، مِثَالاً لِلْعَتِيدِينَ أَنْ يُؤْمِنُوا بِهِ لِلْحَيَاةِ الأَبَدِيَّةِ.
ἀλλὰ διὰ ; τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ; ἐνδείξηται Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ἐμοὶ πρώτῳ πᾶσαν μακροθυμίαν πρὸς ; ὑποτύπωσιν τῶν ; μελλόντων πιστεύειν ἐπ᾽ ; αὐτῷ εἰς ; ζωὴν αἰώνιον.¶
وَبِالإِجْمَاعِ عَظِيمٌ هُوَ سِرُّ التَّقْوَى: ظَهَرَ فِي الْجَسَدِ، تَبَرَّرَ فِي الرُّوحِ، تَرَاءَى لِمَلاَئِكَةٍ، كُرِزَ بِهِ بَيْنَ الأُمَمِ، أُومِنَ بِهِ فِي الْعَالَمِ، رُفِعَ فِي الْمَجْدِ.
Καὶ ; ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τὸ ; μυστήριον, τῆς ; εὐσεβείας ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήμφθη ἐν δόξῃ.¶
لِهذَا السَّبَبِ أَحْتَمِلُ هذِهِ الأُمُورَ أَيْضًا. لكِنَّنِي لَسْتُ أَخْجَلُ، لأَنَّنِي عَالِمٌ بِمَنْ آمَنْتُ، وَمُوقِنٌ أَنَّهُ قَادِرٌ أَنْ يَحْفَظَ وَدِيعَتِي إِلَى ذلِكَ الْيَوْمِ.
δι᾽ ; ἣν αἰτίαν πάσχω, ταῦτα καὶ ἀλλ᾽ οὐκ ἐπαισχύνομαι· γὰρ οἶδα ᾧ πεπίστευκα καὶ ; πέπεισμαι ὅτι ; ἐστιν δυνατός φυλάξαι παραθήκην ; μου εἰς ἐκείνην τὴν ; ἡμέραν.¶
وَإِنَّمَا أَظْهَرَ كَلِمَتَهُ أَوْقَاتِهَا الْخَاصَّةِ، بِالْكِرَازَةِ الَّتِي اؤْتُمِنْتُ أَنَا بِحَسَبِ أَمْرِ مُخَلِّصِنَا اللهِ،
δὲ ἐφανέρωσεν λόγον ; αὐτοῦ καιροῖς ἰδίοις ἐν ; κηρύγματι, ὃ ἐπιστεύθην ἐγὼ κατ᾽ ἐπιταγὴν τοῦ ; σωτῆρος ; ἡμῶν θεοῦ·
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ. وَأُرِيدُ أَنْ تُقَرِّرَ هذِهِ الأُمُورَ، لِكَيْ يَهْتَمَّ الَّذِينَ آمَنُوا بِاللهِ أَنْ يُمَارِسُوا أَعْمَالاً حَسَنَةً. فَإِنَّ هذِهِ الأُمُورَ هِيَ الْحَسَنَةُ وَالنَّافِعَةُ لِلنَّاسِ.
Πιστὸς ὁ ; λόγος, βούλομαί διαβεβαιοῦσθαι τούτων ἵνα φροντίζωσιν οἱ πεπιστευκότες τῷ ; θεῷ· προΐστασθαι ἔργων καλῶν ταῦτά ἐστιν τὰ ; καλὰ καὶ ; ὠφέλιμα τοῖς ; ἀνθρώποις.
لأَنَّنَا نَحْنُ الْمُؤْمِنِينَ نَدْخُلُ الرَّاحَةَ، كَمَا قَالَ: حَتَّى أَقْسَمْتُ فِي غَضَبِي: لَنْ يَدْخُلُوا رَاحَتِي مَعَ كَوْنِ الأَعْمَالِ قَدْ أُكْمِلَتْ مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ.
γὰρ οἱ ; πιστεύσαντες Εἰσερχόμεθα ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν καθὼς εἴρηκεν· ὡς ὤμοσα ἐν τῇ ; ὀργῇ ; μου· εἰ εἰσελεύσονται ; εἰς τὴν ; κατάπαυσίν ; μου· καίτοι τῶν ; ἔργων γενηθέντων. ἀπὸ καταβολῆς κόσμου
وَلكِنْ بِدُونِ إِيمَانٍ لاَ يُمْكِنُ إِرْضَاؤُهُ، لأَنَّهُ يَجِبُ أَنَّ الَّذِي يَأْتِي إِلَى اللهِ يُؤْمِنُ بِأَنَّهُ مَوْجُودٌ، وَأَنَّهُ يُجَازِي الَّذِينَ يَطْلُبُونَهُ.
δὲ χωρὶς πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι· γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ ; θεῷ πιστεῦσαι ὅτι ἔστιν καὶ μισθαποδότης ; γίνεται.¶ τοῖς ; ἐκζητοῦσιν ; αὐτὸν
أَنْتَ تُؤْمِنُ أَنَّ اللهَ وَاحِدٌ. حَسَنًا تَفْعَلُ. وَالشَّيَاطِينُ يُؤْمِنُونَ وَيَقْشَعِرُّونَ.
σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ ; θεός· εἷς ; ἐστιν καλῶς ποιεῖς· καὶ ; τὰ ; δαιμόνια πιστεύουσιν καὶ ; φρίσσουσιν.
أَنْتَ تُؤْمِنُ أَنَّ اللهَ وَاحِدٌ. حَسَنًا تَفْعَلُ. وَالشَّيَاطِينُ يُؤْمِنُونَ وَيَقْشَعِرُّونَ.
σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ ; θεός· εἷς ; ἐστιν καλῶς ποιεῖς· καὶ ; τὰ ; δαιμόνια πιστεύουσιν καὶ ; φρίσσουσιν.
الَّذِي وَإِنْ لَمْ تَرَوْهُ تُحِبُّونَهُ. لاَ تَرَوْنَهُ الآنَ لكِنْ تُؤْمِنُونَ فَتَبْتَهِجُونَ بِفَرَحٍ لاَ يُنْطَقُ بِهِ وَمَجِيدٍ،
ὃν οὐκ εἰδότες ἀγαπᾶτε, μὴ ὁρῶντες ἄρτι δὲ πιστεύοντες ἀγαλλιᾶσθε χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ ; δεδοξασμένῃ,
أَنْتُمُ الَّذِينَ بِهِ تُؤْمِنُونَ بِاللهِ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ وَأَعْطَاهُ مَجْدًا، حَتَّى إِنَّ إِيمَانَكُمْ وَرَجَاءَكُمْ هُمَا فِي اللهِ.
τοὺς δι᾽ ; αὐτοῦ πιστεύοντας εἰς ; θεόν, τὸν ἐγείραντα ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν αὐτῷ ; δόντα, δόξαν ὥστε τὴν ; πίστιν ; ὑμῶν καὶ ; ἐλπίδα εἶναι εἰς θεόν.¶
لِذلِكَ يُتَضَمَّنُ فِي الْكِتَابِ: هأنَذَا أَضَعُ فِي صِهْيَوْنَ حَجَرَ زَاوِيَةٍ مُخْتَارًا كَرِيمًا، وَالَّذِي يُؤْمِنُ بِهِ لَنْ يُخْزَى.
διὸ καὶ περιέχει ἐν τῇ ; γραφῇ· ἰδοὺ τίθημι ἐν Σιὼν λίθον ἀκρογωνιαῖον ἐκλεκτὸν ἔντιμον, καὶ ; ὁ ; πιστεύων ἐπ᾽ ; αὐτῷ οὐ ; μὴ καταισχυνθῇ.
فَلَكُمْ أَنْتُمُ الَّذِينَ تُؤْمِنُونَ الْكَرَامَةُ، وَأَمَّا لِلَّذِينَ لاَ يُطِيعُونَ، فَالْحَجَرُ الَّذِي رَفَضَهُ الْبَنَّاؤُونَ، هُوَ قَدْ صَارَ رَأْسَ الزَّاوِيَةِ
ὑμῖν ; οὖν τοῖς πιστεύουσιν· ἡ ; τιμὴ δὲ ἀπειθοῦσιν Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ ; οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς ; κεφαλὴν γωνίας
وَهذِهِ هِيَ وَصِيَّتُهُ: أَنْ نُؤْمِنَ بِاسْمِ ابْنِهِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ، وَنُحِبَّ بَعْضُنَا بَعْضًا كَمَا أَعْطَانَا وَصِيَّةً.
αὕτη ἐστὶν ἐντολὴ πιστεύσωμεν ὀνόματι υἱοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀγαπῶμεν ἀλλήλους καθὼς ἔδωκεν ; ἡμῖν. ἐντολὴν
أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، لاَ تُصَدِّقُوا كُلَّ رُوحٍ، بَلِ امْتَحِنُوا الأَرْوَاحَ: هَلْ هِيَ مِنَ اللهِ. لأَنَّ أَنْبِيَاءَ كَذَبَةً كَثِيرِينَ قَدْ خَرَجُوا إِلَى الْعَالَمِ.
Ἀγαπητοί, μὴ πιστεύετε παντὶ πνεύματι ἀλλὰ δοκιμάζετε πνεύματα εἰ ἐστιν, ἐκ θεοῦ ὅτι ψευδοπροφῆται πολλοὶ ἐξεληλύθασιν εἰς κόσμον.
وَنَحْنُ قَدْ عَرَفْنَا وَصَدَّقْنَا الْمَحَبَّةَ الَّتِي ِللهِ فِينَا. اَللهُ مَحَبَّةٌ، وَمَنْ يَثْبُتْ فِي الْمَحَبَّةِ، يَثْبُتْ فِي اللهِ وَاللهُ فِيهِ.
καὶ ; ἡμεῖς ἐγνώκαμεν πεπιστεύκαμεν ἀγάπην ἣν θεὸς ἐν ; ἡμῖν. θεὸς ἀγάπη καὶ μένων ἐν ἀγάπῃ μένει, ἐν θεῷ θεὸς ἐν ; αὐτῷ
كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ أَنَّ يَسُوعَ هُوَ الْمَسِيحُ فَقَدْ وُلِدَ مِنَ اللهِ. وَكُلُّ مَنْ يُحِبُّ الْوَالِدَ يُحِبُّ الْمَوْلُودَ مِنْهُ أَيْضًا.
Πᾶς ὁ πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν Χριστὸς γεγέννηται, ἐκ θεοῦ πᾶς ὁ ; ἀγαπῶν γεννήσαντα ἀγαπᾷ γεγεννημένον ἐξ ; αὐτοῦ. καὶ
مَنْ هُوَ الَّذِي يَغْلِبُ الْعَالَمَ، إِلاَّ الَّذِي يُؤْمِنُ أَنَّ يَسُوعَ هُوَ ابْنُ اللهِ.
τίς ἐστιν ὁ ; νικῶν κόσμον εἰ ; μὴ ὁ ; πιστεύων ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν υἱὸς θεοῦ;
مَنْ يُؤْمِنُ بِابْنِ اللهِ فَعِنْدَهُ الشَّهَادَةُ فِي نَفْسِهِ. مَنْ لاَ يُصَدِّقُ اللهَ، فَقَدْ جَعَلَهُ كَاذِبًا، لأَنَّهُ لَمْ يُؤْمِنْ بِالشَّهَادَةِ الَّتِي قَدْ شَهِدَ اللهُ عَنِ ابْنِهِ.
ὁ ; πιστεύων υἱὸν θεοῦ ἔχει μαρτυρίαν ἐν ἑαυτῷ· ὁ ; μὴ πιστεύων θεῷ πεποίηκεν ; αὐτόν, ψεύστην ὅτι οὐ πεπίστευκεν μαρτυρίαν ἣν μεμαρτύρηκεν θεὸς περὶ υἱοῦ ; αὐτοῦ.
مَنْ يُؤْمِنُ بِابْنِ اللهِ فَعِنْدَهُ الشَّهَادَةُ فِي نَفْسِهِ. مَنْ لاَ يُصَدِّقُ اللهَ، فَقَدْ جَعَلَهُ كَاذِبًا، لأَنَّهُ لَمْ يُؤْمِنْ بِالشَّهَادَةِ الَّتِي قَدْ شَهِدَ اللهُ عَنِ ابْنِهِ.
ὁ ; πιστεύων υἱὸν θεοῦ ἔχει μαρτυρίαν ἐν ἑαυτῷ· ὁ ; μὴ πιστεύων θεῷ πεποίηκεν ; αὐτόν, ψεύστην ὅτι οὐ πεπίστευκεν μαρτυρίαν ἣν μεμαρτύρηκεν θεὸς περὶ υἱοῦ ; αὐτοῦ.
مَنْ يُؤْمِنُ بِابْنِ اللهِ فَعِنْدَهُ الشَّهَادَةُ فِي نَفْسِهِ. مَنْ لاَ يُصَدِّقُ اللهَ، فَقَدْ جَعَلَهُ كَاذِبًا، لأَنَّهُ لَمْ يُؤْمِنْ بِالشَّهَادَةِ الَّتِي قَدْ شَهِدَ اللهُ عَنِ ابْنِهِ.
ὁ ; πιστεύων υἱὸν θεοῦ ἔχει μαρτυρίαν ἐν ἑαυτῷ· ὁ ; μὴ πιστεύων θεῷ πεποίηκεν ; αὐτόν, ψεύστην ὅτι οὐ πεπίστευκεν μαρτυρίαν ἣν μεμαρτύρηκεν θεὸς περὶ υἱοῦ ; αὐτοῦ.
كَتَبْتُ هذَا إِلَيْكُمْ، أَنْتُمُ الْمُؤْمِنِينَ بِاسْمِ ابْنِ اللهِ، لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنَّ لَكُمْ حَيَاةً أَبَدِيَّةً، وَلِكَيْ تُؤْمِنُوا بِاسْمِ ابْنِ اللهِ.
ἔγραψα Ταῦτα ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ, ἵνα εἰδῆτε ὅτι ἔχετε ζωὴν αἰώνιον, καὶ ; ἵνα πιστεύητε εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ.
كَتَبْتُ هذَا إِلَيْكُمْ، أَنْتُمُ الْمُؤْمِنِينَ بِاسْمِ ابْنِ اللهِ، لِكَيْ تَعْلَمُوا أَنَّ لَكُمْ حَيَاةً أَبَدِيَّةً، وَلِكَيْ تُؤْمِنُوا بِاسْمِ ابْنِ اللهِ.
ἔγραψα Ταῦτα ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ, ἵνα εἰδῆτε ὅτι ἔχετε ζωὴν αἰώνιον, καὶ ; ἵνα πιστεύητε εἰς ; τὸ ; ὄνομα τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ.
فَأُرِيدُ أَنْ أُذَكِّرَكُمْ، عَلِمْتُمْ هذَا مَرَّةً، أَنَّ الرَّبَّ بَعْدَمَا خَلَّصَ الشَّعْبَ مِنْ أَرْضِ مِصْرَ، أَهْلَكَ الَّذِينَ لَمْ يُؤْمِنُوا.
βούλομαι, Ὑπομνῆσαι ; ὑμᾶς εἰδότας ἅπαξ ὅτι κύριος δεύτερον σώσας λαὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἀπώλεσεν. τοὺς μὴ πιστεύσαντας