ك
إصحاح
G3953
G3954. parrhēsía
G3955
المعنى المختصر للكلمة
parrhēsía: all out-spokenness, i.e. frankness, bluntness, publicity
اللفظ الأصلي παῤῥησία
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق parrhēsía (par-rhay-see-ah)
تكرار الورود في الكتاب 30 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 all out-spokenness, i.e. frankness, bluntness, publicity
2 by implication, assurance
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bold (X -ly, -ness, -ness of speech) confidence X freely X openly X plainly(-ness)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

παρρησίᾳ (9×) παρρησίαν (5×) τὴν ; παρρησίαν (3×) ἐν ; παρρησίᾳ (2×) παρρησίας (2×) παρρησία (2×) μετὰ ; παρρησίας (2×) ἐν ; παρρησίᾳ, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (30 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَقَالَ الْقَوْلَ عَلاَنِيَةً. فَأَخَذَهُ بُطْرُسُ وَابْتَدَأَ يَنْتَهِرُهُ.
ἐλάλει.¶ ; καὶ τὸν ; λόγον παρρησίᾳ αὐτὸν ; προσλαβόμενος ; Καὶ ὁ ; Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν ; αὐτῷ.
لأَنَّهُ لَيْسَ أَحَدٌ يَعْمَلُ شَيْئًا فِي الْخَفَاءِ وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يَكُونَ عَلاَنِيَةً. إِنْ كُنْتَ تَعْمَلُ هذِهِ الأَشْيَاءَ فَأَظْهِرْ نَفْسَكَ لِلْعَالَمِ.
γάρ οὐδεὶς ποιεῖ τι ἐν κρυπτῷ καὶ ; ζητεῖ αὐτὸς ; εἶναι· ἐν ; παρρησίᾳ εἰ ποιεῖς, ταῦτα φανέρωσον σεαυτὸν τῷ ; κόσμῳ.
وَلكِنْ لَمْ يَكُنْ أَحَدٌ يَتَكَلَّمُ عَنْهُ جِهَارًا لِسَبَبِ الْخَوْفِ مِنَ الْيَهُودِ.
μέντοι οὐδεὶς ἐλάλει περὶ ; αὐτοῦ παρρησίᾳ διὰ τὸν ; φόβον τῶν Ἰουδαίων.¶
وَهَا هُوَ يَتَكَلَّمُ جِهَارًا وَلاَ يَقُولُونَ لَهُ أَلَعَلَّ الرُّؤَسَاءَ عَرَفُوا يَقِينًا أَنَّ هذَا هُوَ الْمَسِيحُ حَقًّا.
καὶ ; ἴδε λαλεῖ, παρρησίᾳ καὶ ; οὐδὲν λέγουσιν. αὐτῷ μήποτε οἱ ; ἄρχοντες ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστός; ἀληθῶς
فَاحْتَاطَ بِهِ الْيَهُودُ وَقَالُوا لَهُ: إِلَى مَتَى تُعَلِّقُ أَنْفُسَنَا. إِنْ كُنْتَ أَنْتَ الْمَسِيحَ فَقُلْ لَنَا جَهْرًا.
ἐκύκλωσαν ; οὖν αὐτὸν οἱ ; Ἰουδαῖοι καὶ ; ἔλεγον αὐτῷ· ἕως πότε αἴρεις; ψυχὴν ; ἡμῶν εἰ εἶ σὺ ὁ ; χριστός, εἰπὲ ἡμῖν παρρησίᾳ.¶
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ حِينَئِذٍ عَلاَنِيَةً: لِعَازَرُ مَاتَ.
οὖν ; εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς Τότε παρρησίᾳ· Λάζαρος ἀπέθανεν.
فَلَمْ يَكُنْ يَسُوعُ أَيْضًا يَمْشِي بَيْنَ الْيَهُودِ عَلاَنِيَةً، بَلْ مَضَى مِنْ هُنَاكَ إِلَى الْكُورَةِ الْقَرِيبَةِ مِنَ الْبَرِّيَّةِ، إِلَى مَدِينَةٍ يُقَالُ لَهَا أَفْرَايِمُ، وَمَكَثَ هُنَاكَ مَعَ تَلاَمِيذِهِ.
οὖν Ἰησοῦς οὐκέτι περιεπάτει ἐν τοῖς ; Ἰουδαίοις, παρρησίᾳ ἀλλ᾽ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν ; χώραν ἐγγὺς τῆς ; ἐρήμου εἰς πόλιν, λεγομένην Ἐφραὶμ διέτριβεν κἀκεῖ μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; αὐτοῦ.¶
قَدْ كَلَّمْتُكُمْ بِهذَا بِأَمْثَال، وَلكِنْ تَأْتِي سَاعَةٌ حِينَ لاَ أُكَلِّمُكُمْ بِأَمْثَال، بَلْ أُخْبِرُكُمْ عَنِ الآبِ عَلاَنِيَةً.
λελάληκα ; ὑμῖν· Ταῦτα ἐν ; παροιμίαις ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα ὅτε οὐκέτι λαλήσω ἐν ; παροιμίαις ἀλλὰ ἀναγγελῶ; ὑμῖν.¶ περὶ τοῦ ; πατρὸς παρρησίᾳ
قَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: هُوَذَا الآنَ تَتَكَلَّمُ عَلاَنِيَةً وَلَسْتَ تَقُولُ مَثَلاً وَاحِدًا.
Λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· ἴδε νῦν λαλεῖς παρρησίᾳ καὶ λέγεις. παροιμίαν οὐδεμίαν
أَجَابَهُ يَسُوعُ: أَنَا كَلَّمْتُ الْعَالَمَ عَلاَنِيَةً. أَنَا عَلَّمْتُ كُلَّ حِينٍ فِي الْمَجْمَعِ وَفِي الْهَيْكَلِ حَيْثُ يَجْتَمِعُ الْيَهُودُ دَائِمًا. وَفِي الْخَفَاءِ لَمْ أَتَكَلَّمْ بِشَيْءٍ.
ἀπεκρίθη ; αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλάλησα τῷ ; κόσμῳ. παρρησίᾳ ἐγὼ ἐδίδαξα πάντοτε ἐν τῇ ; συναγωγῇ καὶ ; ἐν τῷ ; ἱερῷ ὅπου συνέρχονται, οἱ ; Ἰουδαῖοι πάντοτε καὶ ; ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα ; οὐδέν.
أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، يَسُوغُ أَنْ يُقَالَ لَكُمْ جِهَارًا عَنْ رَئِيسِ الآبَاءِ دَاوُدَ إِنَّهُ مَاتَ وَدُفِنَ، وَقَبْرُهُ عِنْدَنَا حَتَّى هذَا الْيَوْمِ.
Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν πρὸς ; ὑμᾶς μετὰ ; παρρησίας περὶ τοῦ ; πατριάρχου Δαυὶδ ὅτι καὶ ; ἐτελεύτησεν καὶ ; ἐτάφη καὶ ; τὸ ; μνῆμα ; αὐτοῦ ἔστιν ; ἐν ; ἡμῖν ἄχρι ταύτης. τῆς ; ἡμέρας
فَلَمَّا رَأَوْا مُجَاهَرَةَ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا، وَوَجَدُوا أَنَّهُمَا إِنْسَانَانِ عَدِيمَا الْعِلْمِ وَعَامِّيَّانِ، تَعَجَّبُوا. فَعَرَفُوهُمَا أَنَّهُمَا كَانَا مَعَ يَسُوعَ.
Θεωροῦντες ; δὲ τὴν ; παρρησίαν τοῦ ; Πέτρου καὶ ; Ἰωάννου καὶ ; καταλαβόμενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί ; εἰσιν καὶ ; ἰδιῶται, ἐθαύμαζον, ἐπεγίνωσκόν τε ; αὐτοὺς ; ὅτι ἦσαν, σὺν τῷ ; Ἰησοῦ
وَالآنَ يَا رَبُّ، انْظُرْ إِلَى تَهْدِيدَاتِهِمْ، وَامْنَحْ عَبِيدَكَ أَنْ يَتَكَلَّمُوا بِكَلاَمِكَ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ،
καὶ ; νῦν, τὰ ; κύριε, ἔπιδε ἐπὶ τὰς ; ἀπειλὰς ; αὐτῶν καὶ ; δὸς τοῖς ; δούλοις ; σου λαλεῖν τὸν ; λόγον ; σου μετὰ ; πάσης παρρησίας
وَلَمَّا صَلَّوْا تَزَعْزَعَ الْمَكَانُ الَّذِي كَانُوا مُجْتَمِعِينَ فِيهِ، وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَكَانُوا يَتَكَلَّمُونَ بِكَلاَمِ اللهِ بِمُجَاهَرَةٍ.
καὶ αὐτῶν ; δεηθέντων ἐσαλεύθη ὁ ; τόπος ᾧ ἦσαν συνηγμένοι, ἐν καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες τοῦ πνεύματος ἁγίου καὶ ἐλάλουν τὸν ; λόγον θεοῦ μετὰ ; παρρησίας.¶
كَارِزًا بِمَلَكُوتِ اللهِ، وَمُعَلِّمًا بِأَمْرِ الرَّبِّ يَسُوعَ الْمَسِيحِ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ، بِلاَ مَانِعٍ.
κηρύσσων τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; διδάσκων τὰ ; περὶ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ; πάσης παρρησίας ἀκωλύτως.¶
فَإِذْ لَنَا رَجَاءٌ مِثْلُ هذَا نَسْتَعْمِلُ مُجَاهَرَةً كَثِيرَةً.
οὖν Ἔχοντες ἐλπίδα τοιαύτην χρώμεθα, παρρησίᾳ πολλῇ
لِي ثِقَةٌ كَثِيرَةٌ بِكُمْ. لِي افْتِخَارٌ كَثِيرٌ مِنْ جِهَتِكُمْ. قَدِ امْتَلأْتُ تَعْزِيَةً وَازْدَدْتُ فَرَحًا جِدًّا فِي جَمِيعِ ضِيقَاتِنَا.
μοι παρρησία πολλή πρὸς ; ὑμᾶς, μοι καύχησις πολλή ὑπὲρ ; ὑμῶν· πεπλήρωμαι τῇ ; παρακλήσει, ὑπερπερισσεύομαι ; τῇ ; χαρᾷ ἐπὶ πάσῃ τῇ ; θλίψει ; ἡμῶν.
الَّذِي بِهِ لَنَا جَرَاءَةٌ وَقُدُومٌ بِإِيمَانِهِ عَنْ ثِقَةٍ.
ᾧ ἐν ἔχομεν τὴν ; παρρησίαν καὶ ; τὴν ; προσαγωγὴν τῆς ; πίστεως ; αὐτοῦ. ἐν πεποιθήσει
وَلأَجْلِي، لِكَيْ يُعْطَى لِي كَلاَمٌ عِنْدَ افْتِتَاحِ فَمِي، لأُعْلِمَ جِهَارًا بِسِرِّ الإِنْجِيلِ،
καὶ ; ὑπὲρ ; ἐμοῦ, ἵνα δοθείη μοι λόγος ἐν ἀνοίξει τοῦ ; στόματός ; μου γνωρίσαι ἐν ; παρρησίᾳ τὸ ; μυστήριον τοῦ ; εὐαγγελίου,
حَسَبَ انْتِظَارِي وَرَجَائِي أَنِّي لاَ أُخْزَى فِي بَلْ بِكُلِّ مُجَاهَرَةٍ كَمَا فِي كُلِّ حِينٍ، كَذلِكَ الآنَ، يَتَعَظَّمُ الْمَسِيحُ فِي جَسَدِي، سَوَاءٌ كَانَ بِحَيَاةٍ أَمْ بِمَوْتٍ.
κατὰ τὴν ; ἀποκαραδοκίαν καὶ ; ἐλπίδα ; μου ὅτι οὐδενὶ αἰσχυνθήσομαι ἐν ἀλλ᾽ ἐν ; πάσῃ παρρησίᾳ ὡς πάντοτε καὶ νῦν μεγαλυνθήσεται Χριστὸς ἐν τῷ ; σώματί ; μου, εἴτε διὰ ; ζωῆς εἴτε διὰ ; θανάτου.¶
إِذْ جَرَّدَ الرِّيَاسَاتِ وَالسَّلاَطِينَ أَشْهَرَهُمْ جِهَارًا، ظَافِرًا بِهِمْ فِيهِ.
ἀπεκδυσάμενος τὰς ; ἀρχὰς καὶ ; τὰς ; ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν ; παρρησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν ; αὐτῷ.¶
لأَنَّ الَّذِينَ تَشَمَّسُوا حَسَنًا، يَقْتَنُونَ لأَنْفُسِهِمْ دَرَجَةً حَسَنَةً وَثِقَةً كَثِيرَةً فِي الإِيمَانِ الَّذِي بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
γὰρ οἱ διακονήσαντες καλῶς περιποιοῦνται ἑαυτοῖς βαθμὸν καλὸν καὶ ; παρρησίαν πολλὴν ἐν πίστει τῇ ἐν ; Χριστῷ Ἰησοῦ.¶
لِذلِكَ، وَإِنْ كَانَ لِي بِالْمَسِيحِ ثِقَةٌ كَثِيرَةٌ أَنْ آمُرَكَ بِمَا يَلِيقُ،
Διὸ ἔχων ἐν ; Χριστῷ παρρησίαν πολλὴν ἐπιτάσσειν ; σοι τὸ ἀνῆκον
وَأَمَّا الْمَسِيحُ فَكَابْنٍ عَلَى بَيْتِهِ. وَبَيْتُهُ نَحْنُ إِنْ تَمَسَّكْنَا بِثِقَةِ الرَّجَاءِ وَافْتِخَارِهِ ثَابِتَةً إِلَى النِّهَايَةِ.
δὲ Χριστὸς ὡς ; υἱὸς ἐπὶ τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ, οὗ ; οἶκός ἐσμεν ; ἡμεῖς ἐάνπερ κατάσχωμεν.¶ τὴν ; παρρησίαν τῆς ; ἐλπίδος καὶ ; τὸ ; καύχημα βεβαίαν μέχρι τέλους
فَلْنَتَقَدَّمْ بِثِقَةٍ إِلَى عَرْشِ النِّعْمَةِ لِكَيْ نَنَالَ رَحْمَةً وَنَجِدَ نِعْمَةً عَوْنًا فِي حِينِهِ.
προσερχώμεθα ; οὖν μετὰ ; παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς ; χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ ; εὕρωμεν χάριν βοήθειαν.¶ εἰς εὔκαιρον
فَإِذْ لَنَا أَيُّهَا الإِخْوَةُ ثِقَةٌ بِالدُّخُولِ إِلَى الأَقْدَاسِ بِدَمِ يَسُوعَ،
οὖν, Ἔχοντες ἀδελφοί, παρρησίαν τὴν ; εἴσοδον τῶν ἁγίων ἐν ; τῷ ; αἵματι Ἰησοῦ,
وَالآنَ أَيُّهَا الأَوْلاَدُ، اثْبُتُوا فِيهِ، حَتَّى إِذَا أُظْهِرَ يَكُونُ لَنَا ثِقَةٌ، وَلاَ نَخْجَلُ مِنْهُ فِي مَجِيئِهِ.
καὶ ; νῦν, τεκνία, μένετε ἐν ; αὐτῷ, ἵνα ὅταν φανερωθῇ, ἔχῶμεν παρρησίαν καὶ ; μὴ αἰσχυνθῶμεν ἀπ᾽ ; αὐτοῦ ἐν τῇ ; παρουσίᾳ ; αὐτοῦ.
أَيُّهَا الأَحِبَّاءُ، إِنْ لَمْ تَلُمْنَا قُلُوبُنَا، فَلَنَا ثِقَةٌ مِنْ نَحْوِ اللهِ.
Ἀγαπητοί, ἐὰν μὴ καταγινώσκῃ καρδία ἔχομεν παρρησίαν πρὸς θεόν,
بِهذَا تَكَمَّلَتِ الْمَحَبَّةُ فِينَا: أَنْ يَكُونَ لَنَا ثِقَةٌ فِي يَوْمِ الدِّينِ، لأَنَّهُ كَمَا هُوَ فِي هذَا الْعَالَمِ، نَحْنُ أَيْضًا.
ἐν ; τούτῳ τετελείωται ἀγάπη μεθ᾽ ; ἡμῶν, ἵνα ἔχωμεν παρρησίαν ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ὅτι καθὼς ἐκεῖνός ἐν τούτῳ. κόσμῳ ἡμεῖς καὶ
وَهذِهِ هِيَ الثِّقَةُ الَّتِي لَنَا عِنْدَهُ: أَنَّهُ إِنْ طَلَبْنَا شَيْئًا حَسَبَ مَشِيئَتِهِ يَسْمَعُ لَنَا.
καὶ ; αὕτη ἐστὶν παρρησία ἣν ἔχομεν πρὸς ; αὐτόν, ὅτι ἐάν αἰτώμεθα τι κατὰ θέλημα ; αὐτοῦ ἀκούει ἡμῶν·