ك
إصحاح
G3954
G3955. parrhēsiázomai
G3956
المعنى المختصر للكلمة
parrhēsiázomai: to be frank in utterance, or confident in spirit and demeanor
اللفظ الأصلي παῤῥησιάζομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق parrhēsiázomai (par-hray-see-ad-zom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 8 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to be frank in utterance, or confident in spirit and demeanor

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be (wax) bold (preach, speak) boldly

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπαρρησιάσατο (1×) ἐπαρρησιάζετο (1×) ἐπαρρησιασάμεθα (1×) παρρησιάσωμαι (1×) παρρησιάζεσθαι (1×) παρρησιαζόμενος (1×) παρρησιαζόμενοι (1×) καὶ ; παρρησιαζόμενος (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (8 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَخَذَهُ بَرْنَابَا وَأَحْضَرَهُ إِلَى الرُّسُلِ، وَحَدَّثَهُمْ كَيْفَ أَبْصَرَ الرَّبَّ فِي الطَّرِيقِ وَأَنَّهُ كَلَّمَهُ، وَكَيْفَ جَاهَرَ فِي دِمَشْقَ بِاسْمِ يَسُوعَ.
δὲ ; ἐπιλαβόμενος ; αὐτὸν Βαρναβᾶς ἤγαγεν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; διηγήσατο ; αὐτοῖς πῶς εἶδεν τὸν ; κύριον ἐν τῇ ; ὁδῷ καὶ ; ὅτι ἐλάλησεν ; αὐτῷ καὶ ; πῶς ἐπαρρησιάσατο ἐν Δαμασκῷ ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; Ἰησοῦ.
فَكَانَ مَعَهُمْ يَدْخُلُ وَيَخْرُجُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُجَاهِرُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
καὶ ; ἦν μετ᾽ ; αὐτῶν εἰσπορευόμενος καὶ ; ἐκπορευόμενος ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ; παρρησιαζόμενος ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ,
فَأَقَامَا زَمَانًا طَوِيلاً يُجَاهِرَانِ بِالرَّبِّ الَّذِي كَانَ يَشْهَدُ لِكَلِمَةِ نِعْمَتِهِ، وَيُعْطِي أَنْ تُجْرَى آيَاتٌ وَعَجَائِبُ عَلَى أَيْدِيهِمَا.
οὖν ; διέτριψαν χρόνον Ἱκανὸν παρρησιαζόμενοι ἐπὶ ; τῷ ; κυρίῳ τῷ μαρτυροῦντι τῷ ; λόγῳ τῆς ; χάριτος ; αὐτοῦ, καὶ ; διδόντι γίνεσθαι σημεῖα καὶ ; τέρατα διὰ τῶν ; χειρῶν ; αὐτῶν.
وَابْتَدَأَ هذَا يُجَاهِرُ فِي الْمَجْمَعِ. فَلَمَّا سَمِعَهُ أَكِيلاَ وَبِرِيسْكِّلاَ أَخَذَاهُ إِلَيْهِمَا، وَشَرَحَا لَهُ طَرِيقَ الرَّبِّ بِأَكْثَرِ تَدْقِيق.
τε ; ἤρξατο οὗτός παρρησιάζεσθαι ἐν τῇ ; συναγωγῇ. δὲ ἀκούσαντες ; αὐτοῦ Ἀκύλας Πρίσκιλλα προσελάβοντο ; αὐτὸν ἐξέθεντο αὐτῷ τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ. ἀκριβέστερον
ثُمَّ دَخَلَ الْمَجْمَعَ، وَكَانَ يُجَاهِرُ مُدَّةَ ثَلاَثَةِ أَشْهُرٍ مُحَاجًّا وَمُقْنِعًا فِي مَا يَخْتَصُّ بِمَلَكُوتِ اللهِ.
δὲ Εἰσελθὼν εἰς ; τὴν ; συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ τρεῖς μῆνας διαλεγόμενος καὶ ; πείθων τὰ ; περὶ τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ.
لأَنَّهُ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ، عَالِمٌ الْمَلِكُ الَّذِي أُكَلِّمُهُ جِهَارًا، إِذْ أَنَا لَسْتُ أُصَدِّقُ أَنْ يَخْفَى عَلَيْهِ شَيْءٌ مِنْ ذلِكَ، لأَنَّ هذَا لَمْ يُفْعَلْ فِي زَاوِيَةٍ.
γὰρ περὶ τούτων ἐπίσταται ὁ ; βασιλεύς, πρὸς ; ὃν λαλῶ· παρρησιαζόμενος οὐ ; πείθομαι λανθάνειν ; οὐθέν· αὐτόν τι τούτων γάρ τοῦτο. οὐ ; ἐστιν πεπραγμένον ἐν γωνίᾳ
الَّذِي لأَجْلِهِ أَنَا سَفِيرٌ فِي سَلاَسِلَ، لِكَيْ أُجَاهِرَ فِيهِ كَمَا يَجِبُ أَنْ أَتَكَلَّمَ.
οὗ ὑπὲρ πρεσβεύω ἐν ἁλύσει, ἵνα παρρησιάσωμαι ἐν ; αὐτῷ ὡς δεῖ με ; λαλῆσαι.¶
بَلْ بَعْدَ مَا تَأَلَّمْنَا قَبْلاً وَبُغِيَ عَلَيْنَا كَمَا تَعْلَمُونَ، فِي فِيلِبِّي، جَاهَرْنَا فِي إِلهِنَا أَنْ نُكَلِّمَكُمْ بِإِنْجِيلِ اللهِ، فِي جِهَادٍ كَثِيرٍ.
ἀλλὰ ; καὶ προπαθόντες καὶ ; ὑβρισθέντες, καθὼς οἴδατε, ἐν Φιλίπποις, ἐπαρρησιασάμεθα ἐν τῷ ; θεῷ ; ἡμῶν λαλῆσαι ; πρὸς ; ὑμᾶς τὸ ; εὐαγγέλιον τοῦ ; θεοῦ ἐν ἀγῶνι. πολλῷ