المعنى المختصر للكلمة
ophthalmós:
the eye (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي
ὀφθαλμός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
ophthalmós
(of-thal-mos)
تكرار الورود في الكتاب
60
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
the eye (literally or figuratively)
2
by implication,
vision
3
figuratively, envy (from the jealous side-glance)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
eye
sight
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
ὀφθαλμοὺς (7×)
τοὺς ; ὀφθαλμοὺς (5×)
τοῖς ; ὀφθαλμοῖς (4×)
ὀφθαλμὸς (3×)
τῷ ; ὀφθαλμῷ (3×)
ὀφθαλμῶν (2×)
ὀφθαλμός, (2×)
οἱ ; ὀφθαλμοὶ (2×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (60 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 5: 38
Mat.5.38
سَمِعْتُمْ أَنَّهُ قِيلَ: عَيْنٌ بِعَيْنٍ وَسِنٌّ بِسِنٍّ.
Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη· ὀφθαλμὸν ἀντὶ ; ὀφθαλμοῦ καὶ ; ὀδόντα ἀντὶ ; ὀδόντος.
متى 5: 38
Mat.5.38
سَمِعْتُمْ أَنَّهُ قِيلَ: عَيْنٌ بِعَيْنٍ وَسِنٌّ بِسِنٍّ.
Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη· ὀφθαλμὸν ἀντὶ ; ὀφθαλμοῦ καὶ ; ὀδόντα ἀντὶ ; ὀδόντος.
متى 6: 22
Mat.6.22
سِرَاجُ الْجَسَدِ هُوَ الْعَيْنُ، فَإِنْ كَانَتْ عَيْنُكَ بَسِيطَةً فَجَسَدُكَ كُلُّهُ يَكُونُ نَيِّرًا،
Ὁ ; λύχνος τοῦ ; σώματός ἐστιν ὁ ; ὀφθαλμός. ἐὰν ; οὖν ᾖ ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ἁπλοῦς, τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον ἔσται· φωτεινὸν
متى 7: 3
Mat.7.3
وَلِمَاذَا تَنْظُرُ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ، وَأَمَّا الْخَشَبَةُ الَّتِي فِي عَيْنِكَ فَلاَ تَفْطَنُ لَهَا.
τί ; δὲ βλέπεις τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; σου, ; ἀδελφοῦ δὲ δοκὸν ; τὴν ἐν τῷ ; σῷ ; ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς;
متى 7: 3
Mat.7.3
وَلِمَاذَا تَنْظُرُ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ، وَأَمَّا الْخَشَبَةُ الَّتِي فِي عَيْنِكَ فَلاَ تَفْطَنُ لَهَا.
τί ; δὲ βλέπεις τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; σου, ; ἀδελφοῦ δὲ δοκὸν ; τὴν ἐν τῷ ; σῷ ; ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς;
متى 7: 5
Mat.7.5
يَا مُرَائِي، أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى مِنْ عَيْنِ أَخِيكَ.
ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκόν, ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σοῦ καὶ ; τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ ; κάρφος ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου.¶
متى 9: 30
Mat.9.30
فَانْفَتَحَتْ أَعْيُنُهُمَا. فَانْتَهَرَهُمَا يَسُوعُ قَائِلاً: انْظُرَا، لاَ يَعْلَمْ أَحَدٌ.
καὶ ; ἠνεῴχθησαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοί. καὶ ; ἐνεβριμήσατο; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς λέγων· ὁρᾶτε μηδεὶς ; γινωσκέτω.
متى 13: 15
Mat.13.15
لأَنَّ قَلْبَ هذَا الشَّعْب قَدْ غَلُظَ، وَآذَانَهُمْ قَدْ ثَقُلَ سَمَاعُهَا. وَغَمَّضُوا عُيُونَهُمْ، لِئَلاَّ يُبْصِرُوا بِعُيُونِهِمْ، وَيَسْمَعُوا بِآذَانِهِمْ، وَيَفْهَمُوا بِقُلُوبِهِمْ، وَيَرْجِعُوا فَأَشْفِيَهُمْ.
γὰρ ἡ ; καρδία τούτου, τοῦ ; λαοῦ ἐπαχύνθη καὶ ; τοῖς ; ὠσὶν βαρέως ἤκουσαν, ἐκάμμυσαν· τοὺς ; ὀφθαλμοὺς ; αὐτῶν μήποτε ἴδωσιν τοῖς ; ὀφθαλμοῖς καὶ ; ἀκούσωσιν τοῖς ; ὠσὶν συνῶσιν ; καὶ τῇ ; καρδίᾳ καὶ ; ἐπιστρέψωσιν καὶ ; ἰάσωμαι; αὐτούς.¶
متى 13: 16
Mat.13.16
وَلكِنْ طُوبَى لِعُيُونِكُمْ لأَنَّهَا تُبْصِرُ، وَلآذَانِكُمْ لأَنَّهَا تَسْمَعُ.
δὲ μακάριοι ὑμῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοὶ ὅτι βλέπουσιν καὶ ; τὰ ; ὦτα ; ὑμῶν ὅτι ἀκούει
متى 18: 9
Mat.18.9
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا وَأَلْقِهَا عَنْكَ. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ الْحَيَاةَ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تُلْقَى فِي جَهَنَّمِ النَّارِ وَلَكَ عَيْنَانِ.
καὶ ; εἰ σκανδαλίζει ; σε, ὀφθαλμός ; σου ἔξελε ; αὐτὸν καὶ ; βάλε ἀπὸ ; σοῦ· καλόν σοί εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; ζωὴν μονόφθαλμον ἢ βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός. ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς
متى 20: 33
Mat.20.33
قَالاَ لَهُ: يَا سَيِّدُ، أَنْ تَنْفَتِحَ أَعْيُنُنَا.
λέγουσιν αὐτῷ· κύριε, ἵνα ἀνοιχθῶσιν οἱ ; ἡμῶν. ; ὀφθαλμοὶ
متى 20: 34
Mat.20.34
فَتَحَنَّنَ يَسُوعُ وَلَمَسَ أَعْيُنَهُمَا، فَلِلْوَقْتِ أَبْصَرَتْ أَعْيُنُهُمَا فَتَبِعَاهُ.
σπλαγχνισθεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ; ὀφθαλμῶν; αὐτῶν, καὶ ; εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοί καὶ ; ἠκολούθησαν ; αὐτῷ.¶
مرقس 7: 22
Mrk.7.22
سِرْقَةٌ، طَمَعٌ، خُبْثٌ، مَكْرٌ، عَهَارَةٌ، عَيْنٌ شِرِّيرَةٌ، تَجْدِيفٌ، كِبْرِيَاءُ، جَهْلٌ.
κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη·
مرقس 8: 18
Mrk.8.18
أَلَكُمْ أَعْيُنٌ وَلاَ تُبْصِرُونَ، وَلَكُمْ آذَانٌ وَلاَ تَسْمَعُونَ، وَلاَ تَذْكُرُونَ.
ἔχοντες ὀφθαλμοὺς οὐ βλέπετε, καὶ ; ἔχοντες ὦτα οὐκ ἀκούετε; καὶ ; οὐ μνημονεύετε;
مرقس 9: 47
Mrk.9.47
وَإِنْ أَعْثَرَتْكَ عَيْنُكَ فَاقْلَعْهَا. خَيْرٌ لَكَ أَنْ تَدْخُلَ مَلَكُوتَ اللهِ أَعْوَرَ مِنْ أَنْ تَكُونَ لَكَ عَيْنَانِ وَتُطْرَحَ فِي جَهَنَّمَ النَّارِ.
καὶ ; ἐὰν σκανδαλίζῃ ; σε, ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ἔκβαλε ; αὐτόν· καλόν ; ἐστιν σοι εἰσελθεῖν εἰς ; τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ μονόφθαλμον ἢ ἔχοντα δύο ; ὀφθαλμοὺς βληθῆναι εἰς τὴν ; γέενναν τοῦ ; πυρός
مرقس 14: 40
Mrk.14.40
ثُمَّ رَجَعَ وَوَجَدَهُمْ أَيْضًا نِيَامًا، إِذْ كَانَتْ أَعْيُنُهُمْ ثَقِيلَةً، فَلَمْ يَعْلَمُوا بِمَاذَا يُجِيبُونَهُ.
καὶ ὑποστρέψας εὗρεν ; αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· γὰρ ἦσαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοὶ βεβαρημένοι καὶ ; οὐκ ᾔδεισαν τί ἀποκριθῶσιν ; αὐτῷ.
لوقا 4: 20
Luk.4.20
ثُمَّ طَوَى السِّفْرَ وَسَلَّمَهُ إِلَى الْخَادِمِ، وَجَلَسَ. وَجَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْمَجْمَعِ كَانَتْ عُيُونُهُمْ شَاخِصَةً إِلَيْهِ.
καὶ πτύξας τὸ ; βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισεν, καὶ ; πάντων ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἦσαν οἱ ; ὀφθαλμοὶ ἀτενίζοντες αὐτῷ.
لوقا 6: 41
Luk.6.41
لِمَاذَا تَنْظُرُ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ، وَأَمَّا الْخَشَبَةُ الَّتِي فِي عَيْنِكَ فَلاَ تَفْطَنُ لَهَا.
Τί ; δὲ βλέπεις τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου, δὲ τὴν ; δοκὸν τὴν ἐν τῷ ; ἰδίῳ ; ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς;
لوقا 6: 41
Luk.6.41
لِمَاذَا تَنْظُرُ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ، وَأَمَّا الْخَشَبَةُ الَّتِي فِي عَيْنِكَ فَلاَ تَفْطَنُ لَهَا.
Τί ; δὲ βλέπεις τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου, δὲ τὴν ; δοκὸν τὴν ἐν τῷ ; ἰδίῳ ; ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς;
لوقا 6: 42
Luk.6.42
أَوْ كَيْفَ تَقْدِرُ أَنْ تَقُولَ لأَخِيكَ: يَا أَخِي، دَعْنِي أُخْرِجِ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِكَ، وَأَنْتَ لاَ تَنْظُرُ الْخَشَبَةَ الَّتِي فِي عَيْنِكَ. يَا مُرَائِي. أَخْرِجْ أَوَّلاً الْخَشَبَةَ مِنْ عَيْنِكَ، وَحِينَئِذٍ تُبْصِرُ جَيِّدًا أَنْ تُخْرِجَ الْقَذَى الَّذِي فِي عَيْنِ أَخِيكَ.
ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ; ἀδελφῷ ; σου· ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ ; κάρφος τὸ ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου, αὐτὸς οὐ βλέπων; τὴν ; δοκὸν ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ ; σου ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν ; δοκὸν ἐκ τοῦ ; ὀφθαλμοῦ ; σου, τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν. τὸ ; κάρφος τὸ ; ἐν τῷ ; ὀφθαλμῷ τοῦ ; ἀδελφοῦ ; σου
لوقا 10: 23
Luk.10.23
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ عَلَى انْفِرَادٍ وَقَالَ: طُوبَى لِلْعُيُونِ الَّتِي تَنْظُرُ مَا تَنْظُرُونَهُ.
Καὶ ; στραφεὶς πρὸς τοὺς ; μαθητὰς κατ᾽ ἰδίαν εἶπεν· μακάριοι οἱ ; ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε·
لوقا 11: 34
Luk.11.34
سِرَاجُ الْجَسَدِ هُوَ الْعَيْنُ، فَمَتَى كَانَتْ عَيْنُكَ بَسِيطَةً فَجَسَدُكَ كُلُّهُ يَكُونُ نَيِّرًا، وَمَتَى شِرِّيرَةً فَجَسَدُكَ يَكُونُ مُظْلِمًا.
Ὁ ; λύχνος τοῦ ; σώματός ἐστιν ὁ ; ὀφθαλμός ὅταν ; οὖν ὁ ; ὀφθαλμός ; σου ἁπλοῦς τὸ ; σῶμά ; σου ὅλον ᾖ, φωτεινόν ἐπὰν ; δὲ πονηρὸς τὸ ; σῶμά ; σου ᾖ, σκοτεινόν.
لوقا 18: 13
Luk.18.13
وَأَمَّا الْعَشَّارُ فَوَقَفَ مِنْ بَعِيدٍ، لاَ يَشَاءُ أَنْ يَرْفَعَ عَيْنَيْهِ نَحْوَ السَّمَاءِ، بَلْ قَرَعَ عَلَى صَدْرِهِ قَائِلاً: اللّهُمَّ ارْحَمْنِي، أَنَا الْخَاطِئَ.
καὶ Ὁ ; τελώνης ἑστὼς μακρόθεν οὐκ ἤθελεν ἐπᾶραι οὐδὲ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν ; οὐρανόν, ἀλλ᾽ ἔτυπτεν εἰς τὸ ; στῆθος ; αὐτοῦ λέγων· ὁ ; θεός, ἱλάσθητί ; μοι τῷ ; ἁμαρτωλῷ.
لوقا 24: 31
Luk.24.31
فَانْفَتَحَتْ أَعْيُنُهُمَا وَعَرَفَاهُ ثُمَّ اخْتَفَى عَنْهُمَا،
δὲ ; διηνοίχθησαν αὐτῶν ; οἱ ; ὀφθαλμοὶ καὶ ; ἐπέγνωσαν ; αὐτόν· καὶ ; αὐτὸς ; ἄφαντος ; ἐγένετο ἀπ᾽ ; αὐτῶν.
يوحنا 6: 5
Jhn.6.5
فَرَفَعَ يَسُوعُ عَيْنَيْهِ وَنَظَرَ أَنَّ جَمْعًا كَثِيرًا مُقْبِلٌ إِلَيْهِ، فَقَالَ لِفِيلُبُّسَ: مِنْ أَيْنَ نَبْتَاعُ خُبْزًا لِيَأْكُلَ هؤُلاَءِ.
Ἐπάρας ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; θεασάμενος ὅτι ὄχλος πολὺς ἔρχεται πρὸς ; αὐτὸν λέγει πρὸς ; τὸν ; Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους, ἵνα ; φάγωσιν οὗτοι;
يوحنا 9: 6
Jhn.9.6
قَالَ هذَا وَتَفَلَ عَلَى الأَرْضِ وَصَنَعَ مِنَ التُّفْلِ طِينًا وَطَلَى بِالطِّينِ عَيْنَيِ الأَعْمَى.
εἰπὼν ταῦτα ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ; ἐποίησεν ἐκ τοῦ ; πτύσματος πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισεν τὸν ; πηλὸν ἐπὶ ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς τοῦ ; τυφλοῦ
يوحنا 9: 10
Jhn.9.10
فَقَالُوا لَهُ: كَيْفَ انْفَتَحَتْ عَيْنَاكَ.
ἔλεγον ; οὖν αὐτῷ· πῶς ἠνεῴχθησάν σου ; οἱ ; ὀφθαλμοί;
يوحنا 9: 11
Jhn.9.11
أَجَابَ ذَاكَ وقَالَ: إِنْسَانٌ يُقَالُ لَهُ يَسُوعُ صَنَعَ طِينًا وَطَلَى عَيْنَيَّ، وَقَالَ لِي: اذْهَبْ إِلَى بِرْكَةِ سِلْوَامَ وَاغْتَسِلْ. فَمَضَيْتُ وَاغْتَسَلْتُ فَأَبْصَرْتُ.
ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ ; εἶπεν· ἄνθρωπος ὁ ; λεγόμενος Ἰησοῦς ἐποίησεν πηλὸν καὶ ; ἐπέχρισέν μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; εἶπέν μοι ὕπαγε εἰς κολυμβήθραν ; τοῦ ὁ ; Σιλωὰμ καὶ ; νίψαι. ἀπελθὼν ; δὲ καὶ ; νιψάμενος ἀνέβλεψα.
يوحنا 9: 14
Jhn.9.14
وَكَانَ سَبْتٌ حِينَ صَنَعَ يَسُوعُ الطِّينَ وَفَتَحَ عَيْنَيْهِ.
δὲ ; ἦν σάββατον ὅτε ἐποίησεν ὁ ; Ἰησοῦς τὸν ; πηλὸν καὶ ; ἀνέῳξεν αὐτοῦ ; τοὺς ; ὀφθαλμούς.
يوحنا 9: 15
Jhn.9.15
فَسَأَلَهُ الْفَرِّيسِيُّونَ أَيْضًا كَيْفَ أَبْصَرَ، فَقَالَ لَهُمْ: وَضَعَ طِينًا عَلَى عَيْنَيَّ وَاغْتَسَلْتُ، فَأَنَا أُبْصِرُ.
πάλιν ; ἠρώτων ; αὐτὸν ; οὖν οἱ ; Φαρισαῖοι καὶ πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἐπέθηκέν πηλὸν ἐπὶ μου ; τοὺς ; ὀφθαλμοὺς καὶ ; ἐνιψάμην καὶ ; βλέπω.