ك
إصحاح
G3788
G3789. óphis
G3790
المعنى المختصر للكلمة
óphis: a snake, figuratively, (as a type of sly cunning) an artful malicious person, especially Satan
اللفظ الأصلي ὄφις
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق óphis (of-is)
تكرار الورود في الكتاب 14 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

a snake, figuratively, (as a type of sly cunning) an artful malicious person, especially Satan

الإنجليزية — KJV Translation Tags
serpent

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ὁ ; ὄφις (3×) ὄφιν (2×) ὄφεις (2×) ὡς ; οἱ ; ὄφεις (1×) ὑπὸ ; τῶν ; ὄφεων (1×) ὄφεσιν (1×) ἐπάνω ; ὄφεων (1×) τὸν; ὄφιν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (14 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِنْ سَأَلَهُ سَمَكَةً، يُعْطِيهِ حَيَّةً.
ἢ ; καὶ ; ἐὰν αἰτήσῃ ἰχθὺν ἐπιδώσει ; αὐτῷ; ὄφιν
متى 10: 16 Mat.10.16
هَا أَنَا أُرْسِلُكُمْ كَغَنَمٍ فِي وَسْطِ ذِئَابٍ، فَكُونُوا حُكَمَاءَ كَالْحَيَّاتِ وَبُسَطَاءَ كَالْحَمَامِ.
ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ; ὑμᾶς ὡς ; πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων· γίνεσθε ; οὖν φρόνιμοι ὡς ; οἱ ; ὄφεις καὶ ; ἀκέραιοι ὡς ; αἱ ; περιστεραί.¶
متى 23: 33 Mat.23.33
أَيُّهَا الْحَيَّاتُ أَوْلاَدَ الأَفَاعِي. كَيْفَ تَهْرُبُونَ مِنْ دَيْنُونَةِ جَهَنَّمَ.
ὄφεις γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς φύγητε ἀπὸ τῆς ; κρίσεως τῆς ; γεέννης;
يَحْمِلُونَ حَيَّاتٍ، وَإِنْ شَرِبُوا شَيْئًا مُمِيتًا لاَ يَضُرُّهُمْ، وَيَضَعُونَ أَيْدِيَهُمْ عَلَى الْمَرْضَى فَيَبْرَأُونَ.
ἀροῦσιν, ὄφεις κἂν πίωσιν, τι θανάσιμόν οὐ ; μὴ αὐτοὺς ; βλάψει, ἐπιθήσουσιν χεῖρας ἐπὶ ἀρρώστους καλῶς ; ἕξουσιν.¶ ; καὶ
هَا أَنَا أُعْطِيكُمْ سُلْطَانًا لِتَدُوسُوا الْحَيَّاتِ وَالْعَقَارِبَ وَكُلَّ قُوَّةِ الْعَدُوِّ، وَلاَ يَضُرُّكُمْ شَيْءٌ.
ἰδοὺ δίδωμι; ὑμῖν τὴν ; ἐξουσίαν τοῦ ; πατεῖν ἐπάνω ; ὄφεων καὶ ; σκορπίων καὶ ; ἐπὶ ; πᾶσαν τὴν ; δύναμιν τοῦ ; ἐχθροῦ, καὶ ; οὐ ; μὴ ὑμᾶς ; ἀδικήσῃ. οὐδὲν
فَمَنْ مِنْكُمْ، وَهُوَ أَبٌ، يَسْأَلُهُ ابْنُهُ خُبْزًا، أَفَيُعْطِيهِ حَجَرًا. أَوْ سَمَكَةً، أَفَيُعْطِيهِ حَيَّةً بَدَلَ السَّمَكَةِ.
Τίνα ; δὲ ἐξ ; ὑμῶν τὸν πατέρα αἰτήσει ὁ ; υἱὸς ἄρτον μὴ ; ἐπιδώσει ; αὐτῷ λίθον εἰ ἰχθύν, καὶ ; μὴ ; αὐτῷ ; ἐπιδώσει; ὄφιν ἀντὶ ἰχθύος
وَكَمَا رَفَعَ مُوسَى الْحَيَّةَ فِي الْبَرِّيَّةِ هكَذَا يَنْبَغِي أَنْ يُرْفَعَ ابْنُ الإِنْسَانِ،
καὶ ; καθὼς ὕψωσεν Μωϋσῆς τὸν ; ὄφιν ἐν τῇ ; ἐρήμῳ, οὕτως δεῖ ὑψωθῆναι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου,
وَلاَ نُجَرِّبِ الْمَسِيحَ كَمَا جَرَّبَ أَيْضًا أُنَاسٌ مِنْهُمْ، فَأَهْلَكَتْهُمُ الْحَيَّاتُ.
μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν ; Χριστόν καθώς ἐπείρασαν, καί τινες αὐτῶν καὶ ; ἀπώλοντο ὑπὸ ; τῶν ; ὄφεων
وَلكِنَّنِي أَخَافُ أَنَّهُ كَمَا خَدَعَتِ الْحَيَّةُ حَوَّاءَ بِمَكْرِهَا، هكَذَا تُفْسَدُ أَذْهَانُكُمْ عَنِ الْبَسَاطَةِ الَّتِي فِي الْمَسِيحِ.
δὲ φοβοῦμαι μή πως ; ὡς ἐξηπάτησεν ὁ ; ὄφις Εὕαν ἐν ; τῇ ; πανουργίᾳ ; αὐτοῦ, οὕτως φθαρῇ τὰ ; νοήματα ; ὑμῶν ἀπὸ τῆς ; ἁπλότητος τῆς ; εἰς τὸν ; Χριστόν.
فَإِنَّ سُلْطَانَهَا هُوَ فِي أَفْوَاهِهَا وَفِي أَذْنَابِهَا، لأَنَّ أَذْنَابَهَا شِبْهُ الْحَيَّاتِ، وَلَهَا رُؤُوسٌ وَبِهَا تَضُرُّ.
γὰρ αἱ; ἐξουσίαι; αὐτῶν ἐν ; εἰσιν τῷ ; στόματι ; αὐτῶν καὶ ; ἐν τῷ ; οὐραῖς ; αὐτῶν. γὰρ ταῖς ; οὐραὶ ; αὐτῶν ὅμοιαι ὄφεσιν ἔχουσαι κεφαλὰς καὶ ; ἐν ; αὐταῖς ἀδικοῦσιν.
فَطُرِحَ التِّنِّينُ الْعَظِيمُ، الْحَيَّةُ الْقَدِيمَةُ الْمَدْعُوُّ إِبْلِيسَ وَالشَّيْطَانَ، الَّذِي يُضِلُّ الْعَالَمَ كُلَّهُ، طُرِحَ إِلَى الأَرْضِ، وَطُرِحَتْ مَعَهُ مَلاَئِكَتُهُ.
καὶ ; ἐβλήθη ὁ ; δράκων ὁ ; μέγας, ὁ ; ὄφις ὁ ; ἀρχαῖος, ὁ ; καλούμενος διάβολος καὶ ; ὁ ; Σατανᾶς ὁ πλανῶν τὴν ; οἰκουμένην ὅλην, ἐβλήθη εἰς τὴν ; γῆν, καὶ ; ἐβλήθησαν. μετ᾽ ; αὐτοῦ οἱ ; ἄγγελοι ; αὐτοῦ
فَأُعْطِيَتِ الْمَرْأَةُ جَنَاحَيِ النَّسْرِ الْعَظِيمِ لِكَيْ تَطِيرَ إِلَى الْبَرِّيَّةِ إِلَى مَوْضِعِهَا، حَيْثُ تُعَالُ زَمَانًا وَزَمَانَيْنِ وَنِصْفَ زَمَانٍ، مِنْ وَجْهِ الْحَيَّةِ.
καὶ ; ἐδόθησαν τῇ ; γυναικὶ δύο ; πτέρυγες τοῦ ; ἀετοῦ τοῦ ; μεγάλου, ἵνα πέτηται εἰς τὴν ; ἔρημον εἰς τὸν ; τόπον ; αὐτῆς ὅπου ; ἐκεῖ τρέφεται καιρὸν καὶ ; καιροὺς καὶ ; ἥμισυ καιροῦ ἀπὸ προσώπου τοῦ ; ὄφεως.
فَأَلْقَتِ الْحَيَّةُ مِنْ فَمِهَا وَرَاءَ الْمَرْأَةِ مَاءً كَنَهْرٍ لِتَجْعَلَهَا تُحْمَلُ بِالنَّهْرِ.
καὶ ; ἔβαλεν ὁ ; ὄφις ἐκ τοῦ ; στόματος ; αὐτοῦ ὀπίσω τῆς ; γυναικὸς ὕδωρ ὡς ; ποταμόν, ἵνα ; αὐτοῦ ; ποιήσῃ. ποταμοφόρητον
فَقَبَضَ عَلَى التِّنِّينِ، الْحَيَّةِ الْقَدِيمَةِ، الَّذِي هُوَ إِبْلِيسُ وَالشَّيْطَانُ، وَقَيَّدَهُ أَلْفَ سَنَةٍ،
καὶ ; ἐκράτησεν τὸν ; δράκοντα, τὸν; ὄφιν τὸν; ἀρχαῖον ὅς ἐστιν διάβολος καὶ ; Σατανᾶς. καὶ ; ἔδησεν ; αὐτὸν χίλια ἔτη