ك
إصحاح
G3587
G3588. ho
G3589
المعنى المختصر للكلمة
ho: the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)
اللفظ الأصلي
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ho (ho)
تكرار الورود في الكتاب 1991 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

the definite article;

المعنى والشرح المفصل

the (sometimes to be supplied, at others omitted, in English idiom)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
the this that one he she it etc

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(313×) τῶν (162×) οἱ (133×) τοῖς (114×) τῷ (103×) τὰ (102×) τοῦ (97×) τὸ (90×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1991 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلكِنَّ الَّذِي وُضِعَ قَلِيلاً عَنِ الْمَلاَئِكَةِ، يَسُوعَ، نَرَاهُ مُكَلَّلاً بِالْمَجْدِ وَالْكَرَامَةِ، مِنْ أَجْلِ أَلَمِ الْمَوْتِ، لِكَيْ يَذُوقَ بِنِعْمَةِ اللهِ الْمَوْتَ لأَجْلِ كُلِّ وَاحِدٍ.
δὲ τὸν ἠλαττωμένον βραχύ ; τι παρ᾽ ἀγγέλους Ἰησοῦν βλέπομεν ἐστεφανωμένον, δόξῃ καὶ ; τιμῇ διὰ τὸ ; πάθημα τοῦ ; θανάτου ὅπως γεύσηται χάριτι θεοῦ θανάτου. ὑπὲρ παντὸς
فَإِذْ قَدْ تَشَارَكَ الأَوْلاَدُ فِي اللَّحْمِ وَالدَّمِ اشْتَرَكَ هُوَ أَيْضًا كَذلِكَ فِيهِمَا، لِكَيْ يُبِيدَ بِالْمَوْتِ ذَاكَ الَّذِي لَهُ سُلْطَانُ الْمَوْتِ، أَيْ إِبْلِيسَ،
οὖν ; Ἐπεὶ κεκοινώνηκεν τὰ ; παιδία σαρκός, αἵματος μετέσχεν αὐτὸς καὶ παραπλησίως τῶν ; αὐτῶν, ἵνα καταργήσῃ διὰ ; τοῦ ; θανάτου τὸν ἔχοντα τὸ ; κράτος τοῦ ; θανάτου, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τὸν ; διάβολον,
مِنْ ثَمَّ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يُشْبِهَ إِخْوَتَهُ فِي كُلِّ شَيْءٍ، لِكَيْ يَكُونَ رَحِيمًا، وَرَئِيسَ كَهَنَةٍ أَمِينًا فِي مَا ِللهِ حَتَّى يُكَفِّرَ خَطَايَا الشَّعْبِ.
ὅθεν ὤφειλεν ὁμοιωθῆναι, τοῖς ; ἀδελφοῖς κατὰ πάντα ἵνα γένηται ἐλεήμων καὶ ; ἀρχιερεὺς πιστὸς τὰ πρὸς τὸν ; θεὸν εἰς τὸ ; ἱλάσκεσθαι τὰς ; ἁμαρτίας τοῦ ; λαοῦ.
حَالَ كَوْنِهِ أَمِينًا لِلَّذِي أَقَامَهُ، كَمَا كَانَ مُوسَى أَيْضًا فِي كُلِّ بَيْتِهِ.
ὄντα πιστὸν τῷ ποιήσαντι ; αὐτὸν ὡς Μωϋσῆς καὶ ἐν ὅλῳ τῷ ; οἴκῳ ; αὐτοῦ.
فَإِنَّ هذَا قَدْ حُسِبَ أَهْلاً لِمَجْدٍ أَكْثَرَ مِنْ مُوسَى، بِمِقْدَارِ مَا لِبَانِي مِنْ كَرَامَةٍ أَكْثَرَ مِنَ الْبَيْتِ.
γὰρ οὗτος ἠξίωται, δόξης πλείονος παρὰ Μωϋσῆν καθ᾽ ; ὅσον ὁ ; κατασκευάσας τιμὴν ; ἔχει πλείονα τοῦ οἴκου
لِذلِكَ مَقَتُّ ذلِكَ الْجِيلَ، وَقُلْتُ: إِنَّهُمْ دَائِمًا يَضِلُّونَ فِي قُلُوبِهِمْ، وَلكِنَّهُمْ لَمْ يَعْرِفُوا سُبُلِي.
διὸ προσώχθισα ἐκείνῃ τῇ ; γενεᾷ καὶ ; εἶπον· ἀεὶ πλανῶνται τῇ καρδίᾳ· αὐτοὶ ; δὲ οὐκ ἔγνωσαν τὰς ; ὁδούς ; μου·
فَمَنْ هُمُ الَّذِينَ إِذْ سَمِعُوا أَسْخَطُوا. أَلَيْسَ جَمِيعُ الَّذِينَ خَرَجُوا مِنْ مِصْرَ بِوَاسِطَةِ مُوسَى.
τίνες ; γὰρ ἀκούσαντες παρεπίκραναν; ἀλλ᾽ ; οὐ πάντες οἱ ἐξελθόντες ἐξ Αἰγύπτου διὰ Μωϋσέως;
وَمَنْ مَقَتَ أَرْبَعِينَ سَنَةً. أَلَيْسَ الَّذِينَ أَخْطَأُوا، الَّذِينَ جُثَثُهُمْ سَقَطَتْ فِي الْقَفْرِ.
τίσιν ; δὲ προσώχθισεν τεσσεράκοντα ἔτη; οὐχὶ τοῖς ἁμαρτήσασιν ὧν τὰ ; κῶλα ἔπεσεν ἐν τῇ ; ἐρήμῳ;
وَلِمَنْ أَقْسَمَ: لَنْ يَدْخُلُوا رَاحَتَهُ، إِلاَّ لِلَّذِينَ لَمْ يُطِيعُوا.
τίσιν ; δὲ ὤμοσεν μὴ εἰσελεύσεσθαι ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ εἰ ; μὴ τοῖς ἀπειθήσασιν;
لأَنَّنَا نَحْنُ أَيْضًا قَدْ بُشِّرْنَا كَمَا أُولئِكَ، لكِنْ لَمْ تَنْفَعْ كَلِمَةُ الْخَبَرِ أُولئِكَ. إِذْ لَمْ تَكُنْ مُمْتَزِجَةً بِالإِيمَانِ فِي الَّذِينَ سَمِعُوا.
γάρ ; ἐσμεν καὶ εὐηγγελισμένοι καθάπερ κἀκεῖνοι· ἀλλ᾽ οὐκ ὠφέλησεν ὁ ; λόγος τῆς ; ἀκοῆς ἐκείνους μὴ συγκεκραμένος τῇ ; πίστει τοῖς ἀκούσασιν.
فَإِذْ بَقِيَ أَنَّ قَوْمًا يَدْخُلُونَهَا، وَالَّذِينَ بُشِّرُوا أَوَّلاً لَمْ يَدْخُلُوا لِسَبَبِ الْعِصْيَانِ،
ἐπεὶ ; οὖν ἀπολείπεται τινὰς εἰσελθεῖν ; εἰς ; αὐτὴν καὶ ; οἱ εὐαγγελισθέντες πρότερον οὐκ εἰσῆλθον δι᾽ ἀπείθειαν,
لأَنَّ الَّذِي دَخَلَ رَاحَتَهُ اسْتَرَاحَ هُوَ أَيْضًا مِنْ أَعْمَالِهِ، كَمَا اللهُ مِنْ أَعْمَالِهِ.
γὰρ εἰσελθὼν ; εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ κατέπαυσεν αὐτὸς καὶ ἀπὸ τῶν ; ἔργων ; αὐτοῦ ὥσπερ ὁ ; θεός.¶ ἀπὸ τῶν ; ἰδίων
فَلْنَتَقَدَّمْ بِثِقَةٍ إِلَى عَرْشِ النِّعْمَةِ لِكَيْ نَنَالَ رَحْمَةً وَنَجِدَ نِعْمَةً عَوْنًا فِي حِينِهِ.
προσερχώμεθα ; οὖν μετὰ ; παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς ; χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ ; εὕρωμεν χάριν βοήθειαν.¶ εἰς εὔκαιρον
لأَنَّ كُلَّ رَئِيسِ كَهَنَةٍ مَأْخُوذٍ مِنَ النَّاسِ يُقَامُ لأَجْلِ النَّاسِ فِي مَاِ للهِ، لِكَيْ يُقَدِّمَ قَرَابِينَ وَذَبَائِحَ عَنِ الْخَطَايَا،
γὰρ Πᾶς ἀρχιερεὺς λαμβανόμενος ἐξ ἀνθρώπων καθίσταται ὑπὲρ ἀνθρώπων πρὸς τὰ τὸν ; θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε ; καὶ ; θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν,
كَذلِكَ الْمَسِيحُ أَيْضًا لَمْ يُمَجِّدْ نَفْسَهُ لِيَصِيرَ رَئِيسَ كَهَنَةٍ، بَلِ الَّذِي قَالَ لَهُ: أَنْتَ ابْنِي أَنَا الْيَوْمَ وَلَدْتُكَ.
οὕτως ; Χριστὸς καὶ οὐχ ἐδόξασεν ἑαυτὸν γενηθῆναι ἀρχιερέα ἀλλ᾽ ὁ λαλήσας πρὸς ; αὐτόν· σύ, υἱός ; μου ; εἶ ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά ; σε.
وَإِذْ كُمِّلَ صَارَ لِجَمِيعِ الَّذِينَ يُطِيعُونَهُ، سَبَبَ خَلاَصٍ أَبَدِيٍّ،
καὶ τελειωθεὶς ἐγένετο πᾶσιν τοῖς ὑπακούουσιν ; αὐτῷ αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου,
لأَنَّكُمْ إِذْ كَانَ يَنْبَغِي أَنْ تَكُونُوا مُعَلِّمِينَ لِسَبَبِ طُولِ الزَّمَانِ تَحْتَاجُونَ أَنْ يُعَلِّمَكُمْ أَحَدٌ مَا هِيَ أَرْكَانُ بَدَاءَةِ أَقْوَالِ اللهِ، وَصِرْتُمْ مُحْتَاجِينَ إِلَى اللَّبَنِ، لاَ إِلَى طَعَامٍ قَوِيٍّ.
καὶ ; γὰρ ὀφείλοντες εἶναι διδάσκαλοι διὰ τὸν ; χρόνον, πάλιν ; χρείαν ; ἔχετε διδάσκειν ; ὑμᾶς τοῦ τίνα τὰ ; στοιχεῖα τῆς ; ἀρχῆς τῶν ; λογίων τοῦ ; θεοῦ καὶ ; γεγόνατε χρείαν ; ἔχοντες γάλακτος οὐ τροφῆς. στερεᾶς
لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَتَنَاوَلُ اللَّبَنَ هُوَ عَدِيمُ الْخِبْرَةِ فِي كَلاَمِ الْبِرِّ لأَنَّهُ طِفْلٌ،
γὰρ πᾶς μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης· γάρ ; ἐστιν· νήπιος
وَأَمَّا الطَّعَامُ الْقَوِيُّ فَلِلْبَالِغِينَ، الَّذِينَ بِسَبَبِ التَّمَرُّنِ قَدْ صَارَتْ لَهُمُ الْحَوَاسُّ مُدَرَّبَةً عَلَى التَّمْيِيزِ بَيْنَ الْخَيْرِ وَالشَّرِّ.
δέ ἡ ; τροφὴ στερεὰ τελείων ; ἐστιν τῶν διὰ τὴν ; ἕξιν ἐχόντων τὰ ; αἰσθητήρια γεγυμνασμένα πρὸς διάκρισιν τε καλοῦ καὶ ; κακοῦ.¶
لأَنَّ الَّذِينَ اسْتُنِيرُوا مَرَّةً، وَذَاقُوا الْمَوْهِبَةَ السَّمَاوِيَّةَ وَصَارُوا شُرَكَاءَ الرُّوحِ الْقُدُسِ،
γὰρ τοὺς φωτισθέντας, ἅπαξ γευσαμένους τε ; τῆς ; δωρεᾶς τῆς ; ἐπουρανίου καὶ ; γενηθέντας μετόχους πνεύματος ἁγίου
لِكَيْ لاَ تَكُونُوا مُتَبَاطِئِينَ بَلْ مُتَمَثِّلِينَ بِالَّذِينَ بِالإِيمَانِ وَالأَنَاةِ يَرِثُونَ الْمَوَاعِيدَ.
ἵνα μὴ γένησθε, νωθροὶ δὲ μιμηταὶ τῶν διὰ ; πίστεως καὶ ; μακροθυμίας κληρονομούντων τὰς ; ἐπαγγελίας.
الَّذِي هُوَ لَنَا كَمِرْسَاةٍ لِلنَّفْسِ مُؤْتَمَنَةٍ وَثَابِتَةٍ، تَدْخُلُ إِلَى مَا دَاخِلَ الْحِجَابِ،
ἣν ἔχομεν ὡς ; ἄγκυραν τῆς ; ψυχῆς ἀσφαλῆ τε ; καὶ ; βεβαίαν καὶ ; εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ ; καταπετάσματος,
وَأَمَّا الَّذِينَ هُمْ مِنْ بَنِي لاَوِي، الَّذِينَ يَأْخُذُونَ الْكَهَنُوتَ، فَلَهُمْ وَصِيَّةٌ أَنْ يُعَشِّرُوا الشَّعْبَ بِمُقْتَضَى النَّامُوسِ، أَيْ إِخْوَتَهُمْ، مَعَ أَنَّهُمْ قَدْ خَرَجُوا مِنْ صُلْبِ إِبْرَاهِيمَ.
καὶ ; μὲν οἱ ἐκ τῶν ; υἱῶν Λευὶ λαμβάνοντες τὴν ; ἱερατείαν ἔχουσιν ἐντολὴν ἀποδεκατοῦν τὸν ; λαὸν κατὰ τὸν ; νόμον, τοῦτ᾽ ; ἔστιν τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτῶν, καίπερ ἐξεληλυθότας ἐκ τῆς ; ὀσφύος Ἀβραάμ.
وَلكِنَّ الَّذِي لَيْسَ لَهُ نَسَبٌ مِنْهُمْ قَدْ عَشَّرَ إِبْرَاهِيمَ، وَبَارَكَ الَّذِي لَهُ الْمَوَاعِيدُ.
δὲ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ ; αὐτῶν δεδεκάτωκεν τὸν ; Ἀβραάμ· καὶ ; εὐλόγηκεν. τὸν ἔχοντα τὰς ; ἐπαγγελίας
وَلكِنَّ الَّذِي لَيْسَ لَهُ نَسَبٌ مِنْهُمْ قَدْ عَشَّرَ إِبْرَاهِيمَ، وَبَارَكَ الَّذِي لَهُ الْمَوَاعِيدُ.
δὲ ὁ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ ; αὐτῶν δεδεκάτωκεν τὸν ; Ἀβραάμ· καὶ ; εὐλόγηκεν. τὸν ἔχοντα τὰς ; ἐπαγγελίας
لأَنَّ أُولئِكَ بِدُونِ قَسَمٍ قَدْ صَارُوا وَأَمَّا هذَا فَبِقَسَمٍ مِنَ الْقَائِلِ لَهُ: أَقْسَمَ الرَّبُّ وَلَنْ يَنْدَمَ، أَنْتَ كَاهِنٌ إِلَى الأَبَدِ عَلَى رُتْبَةِ مَلْكِي صَادَقَ.
μὲν οἱ χωρὶς ὁρκωμοσίας εἰσὶν γεγονότες, ὁ ; δὲ μετὰ ; ὁρκωμοσίας διὰ τοῦ ; λέγοντος πρὸς ; αὐτόν· ὤμοσεν κύριος καὶ ; οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν ; αἰῶνα κατὰ τὴν ; τάξιν Μελχισεδέκ·
وَأُولئِكَ قَدْ صَارُوا كَهَنَةً كَثِيرِينَ من أَجلِ مَنْعِهِمْ بِالْمَوْتِ عَنِ الْبَقَاءِ،
Καὶ ; οἱ εἰσιν γεγονότες ἱερεῖς πλείονές διὰ κωλύεσθαι θανάτῳ παραμένειν·
وَأَمَّا هذَا فَمِنْ أَجْلِ أَنَّهُ يَبْقَى إِلَى الأَبَدِ، لَهُ كَهَنُوتٌ لاَ يَزُولُ.
δὲ διὰ τὸ ; αὐτὸν μένειν εἰς τὸν ; αἰῶνα ἔχει τὴν ; ἱερωσύνην· ἀπαράβατον
فَمِنْ ثَمَّ يَقْدِرُ أَنْ يُخَلِّصَ أَيْضًا إِلَى التَّمَامِ الَّذِينَ يَتَقَدَّمُونَ بِهِ إِلَى اللهِ، إِذْ هُوَ حَيٌّ فِي كُلِّ حِينٍ لِيَشْفَعَ فِيهِمْ.
ὅθεν δύναται σῴζειν καὶ εἰς τὸ ; παντελὲς τοὺς προσερχομένους δι᾽ ; αὐτοῦ τῷ ; θεῷ ζῶν πάντοτε εἰς ; τὸ ; ἐντυγχάνειν ὑπὲρ ; αὐτῶν.¶
الَّذِي لَيْسَ لَهُ اضْطِرَارٌ كُلَّ يَوْمٍ مِثْلُ رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ أَنْ يُقَدِّمَ ذَبَائِحَ أَوَّلاً عَنْ خَطَايَا نَفْسِهِ ثُمَّ عَنْ خَطَايَا الشَّعْبِ، لأَنَّهُ فَعَلَ هذَا مَرَّةً وَاحِدَةً، إِذْ قَدَّمَ نَفْسَهُ.
ὃς οὐκ ἔχει ἀνάγκην καθ᾽ ἡμέραν ὥσπερ οἱ ; ἀρχιερεῖς ἀναφέρειν θυσίας πρότερον ὑπὲρ τῶν ; ἁμαρτιῶν ἰδίων ἔπειτα τῶν ; τοῦ λαοῦ· γὰρ ἐποίησεν τοῦτο ἐφάπαξ ἀνενέγκας. ἑαυτὸν