ك
إصحاح
G3403
G3404. miséō
G3405
المعنى المختصر للكلمة
miséō: to detest (especially to persecute)
اللفظ الأصلي μισέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق miséō (mis-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 30 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

from a primary (hatred);

المعنى والشرح المفصل
1 to detest (especially to persecute)
2 by extension, to love less
الإنجليزية — KJV Translation Tags
hate(-ful)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

μισῶν (3×) μισούμενοι (3×) μισήσει (2×) μισοῦντες (2×) μισεῖ (2×) ὁ ; μισῶν (1×) ἐμὲ ; μισῶν (1×) ἐμὲ ; μισεῖ, (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (30 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
سَمِعْتُمْ أَنَّهُ قِيلَ: تُحِبُّ قَرِيبَكَ وَتُبْغِضُ عَدُوَّكَ.
Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη· ἀγαπήσεις τὸν ; πλησίον ; σου καὶ ; μισήσεις τὸν ; ἐχθρόν ; σου.
لاَ يَقْدِرُ أَحَدٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς ; δύναται δουλεύειν· δυσὶ ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καὶ ; καταφρονήσει. ἑτέρου ; τοῦ οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
متى 10: 22 Mat.10.22
وَتَكُونُونَ مُبْغَضِينَ مِنَ الْجَمِيعِ مِنْ أَجْلِ اسْمِي. وَلكِنِ الَّذِي يَصْبِرُ إِلَى الْمُنْتَهَى فَهذَا يَخْلُصُ.
καὶ ; ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ; ὄνομά ; μου· δὲ ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.¶
حِينَئِذٍ يُسَلِّمُونَكُمْ إِلَى ضِيق وَيَقْتُلُونَكُمْ، وَتَكُونُونَ مُبْغَضِينَ مِنْ جَمِيعِ الأُمَمِ لأَجْلِ اسْمِي.
Τότε παραδώσουσιν ; ὑμᾶς εἰς θλῖψιν καὶ ; ἀποκτενοῦσιν ; ὑμᾶς· καὶ ; ἔσεσθε ; μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ; ἐθνῶν διὰ τὸ ; ὄνομά ; μου.
متى 24: 10 Mat.24.10
وَحِينَئِذٍ يَعْثُرُ كَثِيرُونَ وَيُسَلِّمُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا وَيُبْغِضُونَ بَعْضُهُمْ بَعْضًا.
καὶ ; τότε σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ; παραδώσουσιν ἀλλήλους καὶ ; μισήσουσιν ἀλλήλους·
وَتَكُونُونَ مُبْغَضِينَ مِنَ الْجَمِيعِ مِنْ أَجْلِ اسْمِي. وَلكِنَّ الَّذِي يَصْبِرُ إِلَى الْمُنْتَهَى فَهذَا يَخْلُصُ.
καὶ ; ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ; ὄνομά ; μου. δὲ ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.
إِنْ كَانَ أَحَدٌ يَأْتِي إِلَيَّ وَلاَ يُبْغِضُ أَبَاهُ وَأُمَّهُ وَامْرَأَتَهُ وَأَوْلاَدَهُ وَإِخْوَتَهُ حَتَّى نَفْسَهُ أَيْضًا، فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
εἴ τις ἔρχεται πρός ; με καὶ ; οὐ μισεῖ τὸν ; πατέρα ; ἑαυτοῦ καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τὴν ; γυναῖκα καὶ ; τὰ ; τέκνα καὶ ; τοὺς ; ἀδελφοὺς καὶ τὴν ; ψυχὴν ; ἑαυτοῦ, καὶ οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.
لاَ يَقْدِرُ خَادِمٌ أَنْ يَخْدِمَ سَيِّدَيْنِ، لأَنَّهُ إِمَّا أَنْ يُبْغِضَ الْوَاحِدَ وَيُحِبَّ الآخَرَ، أَوْ يُلاَزِمَ الْوَاحِدَ وَيَحْتَقِرَ الآخَرَ. لاَ تَقْدِرُونَ أَنْ تَخْدِمُوا اللهَ وَالْمَالَ.
Οὐδεὶς δύναται οἰκέτης δουλεύειν· δυσὶν ; κυρίοις γὰρ ἢ μισήσει τὸν ; ἕνα καὶ ; ἀγαπήσει, τὸν ; ἕτερον ἢ ἀνθέξεται ἑνὸς καταφρονήσει. τοῦ ; ἑτέρου οὐ δύνασθε δουλεύειν θεῷ καὶ ; μαμωνᾷ.¶
وَتَكُونُونَ مُبْغَضِينَ مِنَ الْجَمِيعِ مِنْ أَجْلِ اسْمِي.
καὶ ; ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ; ὄνομά ; μου.
لأَنَّ كُلَّ مَنْ يَعْمَلُ السَّيِّآتِ يُبْغِضُ النُّورَ، وَلاَ يَأْتِي إِلَى النُّورِ لِئَلاَّ تُوَبَّخَ أَعْمَالُهُ.
γὰρ πᾶς πράσσων ὁ ; φαῦλα μισεῖ τὸ ; φῶς καὶ ; οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ ; φῶς ἵνα ; μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ; ἔργα ; αὐτοῦ·
لاَ يَقْدِرُ الْعَالَمُ أَنْ يُبْغِضَكُمْ، وَلكِنَّهُ يُبْغِضُنِي لأَنِّي أَشْهَدُ عَلَيْهِ أَنَّ أَعْمَالَهُ شِرِّيرَةٌ.
οὐ δύναται ὁ ; κόσμος μισεῖν ; ὑμᾶς, δὲ ἐμὲ ; μισεῖ, ὅτι ἐγὼ ; μαρτυρῶ περὶ ; αὐτοῦ ὅτι τὰ ; ἔργα ; αὐτοῦ πονηρά ; ἐστιν.
مَنْ يُحِبُّ نَفْسَهُ يُهْلِكُهَا، وَمَنْ يُبْغِضُ نَفْسَهُ فِي هذَا الْعَالَمِ يَحْفَظُهَا إِلَى حَيَاةٍ أَبَدِيَّةٍ.
ὁ φιλῶν τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἀπολέσει; αὐτήν, καὶ ; ὁ μισῶν τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἐν τούτῳ τῷ ; κόσμῳ φυλάξει ; αὐτήν.¶ εἰς ζωὴν αἰώνιον
إِنْ كَانَ الْعَالَمُ يُبْغِضُكُمْ فَاعْلَمُوا أَنَّهُ قَدْ أَبْغَضَنِي قَبْلَكُمْ.
εἰ ὁ ; κόσμος μισεῖ, ; ὑμᾶς γινώσκετε ὅτι ἐμὲ ; μεμίσηκεν. πρῶτον ; ὑμῶν
اَلَّذِي يُبْغِضُنِي يُبْغِضُ أَبِي أَيْضًا.
ἐμὲ ; μισῶν μισεῖ. τὸν ; πατέρα ; μου καὶ
اَلَّذِي يُبْغِضُنِي يُبْغِضُ أَبِي أَيْضًا.
ὁ ἐμὲ ; μισῶν μισεῖ. τὸν ; πατέρα ; μου καὶ
لَوْ لَمْ أَكُنْ قَدْ عَمِلْتُ بَيْنَهُمْ أَعْمَالاً لَمْ يَعْمَلْهَا أَحَدٌ غَيْرِي، لَمْ تَكُنْ لَهُمْ خَطِيَّةٌ، وَأَمَّا الآنَ فَقَدْ رَأَوْا وَأَبْغَضُونِي أَنَا وَأَبِي.
εἰ μὴ ἐποίησα ἐν ; αὐτοῖς τὰ ; ἔργα ἃ ; οὐδεὶς ; πεποίηκεν ἄλλος οὐκ εἴχοσαν· ἁμαρτίαν δὲ νῦν καὶ ; ἑωράκασιν καὶ ; μεμισήκασιν καὶ ; ἐμὲ καὶ ; τὸν ; πατέρα ; μου·
لأَنِّي لَسْتُ أَعْرِفُ مَا أَنَا أَفْعَلُهُ، إِذْ لَسْتُ أَفْعَلُ مَا أُرِيدُهُ، بَلْ مَا أُبْغِضُهُ فَإِيَّاهُ أَفْعَلُ.
γὰρ οὐ γινώσκω· ὃ κατεργάζομαι γὰρ οὐ πράσσω, ὃ ; τοῦτο θέλω ἀλλ᾽ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ.
كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: أَحْبَبْتُ يَعْقُوبَ وَأَبْغَضْتُ عِيسُوَ.
καθὼς γέγραπται· ἠγάπησα, τὸν ; Ἰακὼβ δὲ ; ἐμίσησα.¶ τὸν ; Ἠσαῦ
فَإِنَّهُ لَمْ يُبْغِضْ أَحَدٌ جَسَدَهُ قَطُّ، بَلْ يَقُوتُهُ وَيُرَبِّيهِ، كَمَا الرَّبُّ أَيْضًا لِلْكَنِيسَةِ.
γάρ οὐδεὶς ; ἐμίσησεν, τὴν ; ἑαυτοῦ ; σάρκα ποτε ἀλλ᾽ ἐκτρέφει καὶ ; θάλπει ; αὐτὴν καθὼς ὁ ; κύριος καὶ τὴν ; ἐκκλησίαν,
لأَنَّنَا كُنَّا نَحْنُ أَيْضًا قَبْلاً أَغْبِيَاءَ، غَيْرَ طَائِعِينَ، ضَالِّينَ، مُسْتَعْبَدِينَ لِشَهَوَاتٍ وَلَذَّاتٍ مُخْتَلِفَةٍ، عَائِشِينَ فِي الْخُبْثِ وَالْحَسَدِ، مَمْقُوتِينَ، مُبْغِضِينَ بَعْضُنَا بَعْضًا.
γάρ ἦμεν ἡμεῖς καὶ ποτε ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ; ἡδοναῖς ποικίλαις, διάγοντες, ἐν κακίᾳ καὶ ; φθόνῳ στυγητοί, μισοῦντες ἀλλήλους.¶
أَحْبَبْتَ الْبِرَّ وَأَبْغَضْتَ الإِثْمَ. مِنْ أَجْلِ ذلِكَ مَسَحَكَ اللهُ إِلهُكَ بِزَيْتِ الابْتِهَاجِ أَكْثَرَ مِنْ شُرَكَائِكَ.
ἠγάπησας δικαιοσύνην καὶ ; ἐμίσησας ἀνομίαν. διὰ τοῦτο ἔχρισέν ; σε ὁ ; θεός, ὁ ; θεός ; σου, ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς ; μετόχους ; σου.
مَنْ قَالَ: إِنَّهُ فِي النُّورِ وَهُوَ يُبْغِضُ أَخَاهُ، فَهُوَ إِلَى الآنَ فِي الظُّلْمَةِ.
ὁ ; λέγων εἶναι ἐν τῷ ; φωτὶ καὶ μισῶν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἐστὶν ἕως ἄρτι. ἐν τῇ ; σκοτίᾳ
وَأَمَّا مَنْ يُبْغِضُ أَخَاهُ فَهُوَ فِي الظُّلْمَةِ، وَفِي الظُّلْمَةِ يَسْلُكُ، وَلاَ يَعْلَمُ أَيْنَ يَمْضِي، لأَنَّ الظُّلْمَةَ أَعْمَتْ عَيْنَيْهِ.
δὲ ὁ μισῶν τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἐστὶν ἐν τῇ ; σκοτίᾳ καὶ ; ἐν τῇ ; σκοτίᾳ περιπατεῖ καὶ ; οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει, ὅτι ἡ ; σκοτία ἐτύφλωσεν ὀφθαλμοὺς ; αὐτοῦ.¶
كُلُّ مَنْ يُبْغِضُ أَخَاهُ فَهُوَ قَاتِلُ نَفْسٍ، وَأَنْتُمْ تَعْلَمُونَ أَنَّ كُلَّ قَاتِلِ نَفْسٍ لَيْسَ لَهُ حَيَاةٌ أَبَدِيَّةٌ ثَابِتَةٌ فِيهِ.
πᾶς ὁ ; μισῶν ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἐστίν· ἀνθρωποκτόνος καὶ ; οἴδατε ὅτι πᾶς ἀνθρωποκτόνος οὐκ ἔχει ζωὴν αἰώνιον μένουσαν. ἐν ; αὐτῷ
إِنْ قَالَ أَحَدٌ: إِنِّي أُحِبُّ اللهَ وَأَبْغَضَ أَخَاهُ، فَهُوَ كَاذِبٌ. لأَنَّ مَنْ لاَ يُحِبُّ أَخَاهُ الَّذِي أَبْصَرَهُ، يَقْدِرُ أَنْ يُحِبَّ اللهَ الَّذِي لَمْ يُبْصِرْهُ.
ἐάν εἴπῃ τις ἀγαπῶ θεὸν μισῇ, ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἐστίν· ψεύστης γὰρ μὴ ἀγαπῶν ἀδελφὸν ὃν ἑώρακεν, δύναται ἀγαπᾶν· θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακεν
وَخَلِّصُوا الْبَعْضَ بِالْخَوْفِ، مُخْتَطِفِينَ مِنَ النَّارِ، مُبْغِضِينَ حَتَّى الثَّوْبَ الْمُدَنَّسَ مِنَ الْجَسَدِ.
σῴζετε οὓς ἐν ; φόβῳ, ἁρπάζοντες, ἐκ πυρὸς μισοῦντες καὶ χιτῶνα.¶ ἐσπιλωμένον ἀπὸ σαρκὸς
وَلكِنْ عِنْدَكَ هذَا: أَنَّكَ تُبْغِضُ أَعْمَالَ النُّقُولاَوِيِّينَ الَّتِي أُبْغِضُهَا أَنَا أَيْضًا.
ἀλλὰ ἔχεις τοῦτο ὅτι μισεῖς τὰ ; ἔργα τῶν ; Νικολαϊτῶν ἃ μισῶ. κἀγὼ
وَلكِنْ عِنْدَكَ هذَا: أَنَّكَ تُبْغِضُ أَعْمَالَ النُّقُولاَوِيِّينَ الَّتِي أُبْغِضُهَا أَنَا أَيْضًا.
ἀλλὰ ἔχεις τοῦτο ὅτι μισεῖς τὰ ; ἔργα τῶν ; Νικολαϊτῶν ἃ μισῶ. κἀγὼ
وَأَمَّا الْعَشَرَةُ الْقُرُونِ الَّتِي رَأَيْتَ عَلَى الْوَحْشِ فَهؤُلاَءِ سَيُبْغِضُونَ الزَّانِيَةَ، وَسَيَجْعَلُونَهَا خَرِبَةً وَعُرْيَانَةً، وَيَأْكُلُونَ لَحْمَهَا وَيُحْرِقُونَهَا بِالنَّارِ.
καὶ ; τὰ ; δέκα κέρατα ἃ εἶδες καὶ ; τὸ ; θηρίον, οὗτοι μισήσουσιν τὴν ; πόρνην καὶ ; ποιήσουσιν ; αὐτὴν ἠρημωμένην καὶ ; γυμνὴν καὶ ; φάγονται τὰς ; σάρκας ; αὐτῆς καὶ ; αὐτὴν ; κατακαύσουσιν ἐν ; πυρί.
وَصَرَخَ بِشِدَّةٍ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: سَقَطَتْ. سَقَطَتْ بَابِلُ الْعَظِيمَةُ. وَصَارَتْ مَسْكَنًا لِشَيَاطِينَ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ رُوحٍ نَجِسٍ، وَمَحْرَسًا لِكُلِّ طَائِرٍ نَجِسٍ وَمَمْقُوتٍ،
καὶ ; ἔκραξεν ἰσχύϊ ἐν ; φωνῇ μεγάλη λέγων· ἔπεσεν ἔπεσεν Βαβυλὼν ἡ ; μεγάλη καὶ ; ἐγένετο κατοικητήριον δαιμόνων καὶ ; φυλακὴ παντὸς πνεύματος ἀκαθάρτου καὶ ; φυλακὴ παντὸς ὀρνέου ἀκαθάρτου καὶ ; μεμισημένου,