ك
إصحاح
G304
G305. anabaínō
G306
المعنى المختصر للكلمة
anabaínō: to go up (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ἀναβαίνω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق anabaínō (an-ab-ah-ee-no)
تكرار الورود في الكتاب 78 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to go up (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
arise ascend (up) climb (go, grow, rise, spring) up come (up)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἀνέβη (14×) ἀνέβησαν (6×) ἀναβὰς (5×) καὶ ; ἀνέβησαν (5×) καὶ ; ἀνέβη (5×) ἀναβαίνων (4×) ἀνέβην (3×) ἀναβάντα (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (78 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَلَمَّا كَانَ إِخْوَتُهُ قَدْ صَعِدُوا، حِينَئِذٍ صَعِدَ هُوَ أَيْضًا إِلَى الْعِيدِ، لاَ ظَاهِرًا بَلْ كَأَنَّهُ فِي الْخَفَاءِ.
Ὡς ; δὲ οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ ἀνέβησαν τότε ἀνέβη αὐτὸς καὶ εἰς τὴν ; ἑορτήν, οὐ φανερῶς ἀλλ᾽ ὡς ἐν κρυπτῷ.
وَلَمَّا كَانَ إِخْوَتُهُ قَدْ صَعِدُوا، حِينَئِذٍ صَعِدَ هُوَ أَيْضًا إِلَى الْعِيدِ، لاَ ظَاهِرًا بَلْ كَأَنَّهُ فِي الْخَفَاءِ.
Ὡς ; δὲ οἱ ; ἀδελφοὶ ; αὐτοῦ ἀνέβησαν τότε ἀνέβη αὐτὸς καὶ εἰς τὴν ; ἑορτήν, οὐ φανερῶς ἀλλ᾽ ὡς ἐν κρυπτῷ.
وَلَمَّا كَانَ الْعِيدُ قَدِ انْتَصَفَ، صَعِدَ يَسُوعُ إِلَى الْهَيْكَلِ، وَكَانَ يُعَلِّمُ.
Ἤδη ; δὲ τῆς ; ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ ; Ἰησοῦς εἰς τὸ ; ἱερὸν καὶ ; ἐδίδασκεν.
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ الَّذِي لاَ يَدْخُلُ مِنَ الْبَابِ إِلَى حَظِيرَةِ الْخِرَافِ، بَلْ يَطْلَعُ مِنْ مَوْضِعٍ آخَرَ، فَذَاكَ سَارِقٌ وَلِصٌّ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς ; θύρας εἰς τὴν ; αὐλὴν τῶν ; προβάτων ἀλλ᾽ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος ; ἐστὶν κλέπτης καὶ ; λῃστής·
وَكَانَ فِصْحُ الْيَهُودِ قَرِيبًا. فَصَعِدَ كَثِيرُونَ مِنَ الْكُوَرِ إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبْلَ الْفِصْحِ لِيُطَهِّرُوا أَنْفُسَهُمْ.
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τῶν ; Ἰουδαίων, ἐγγὺς καὶ ; ἀνέβησαν πολλοὶ ἐκ τῆς ; χώρας εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸ τοῦ ; πάσχα ἵνα ; ἁγνίσωσιν ἑαυτούς.
وَكَانَ أُنَاسٌ يُونَانِيُّونَ مِنَ الَّذِينَ صَعِدُوا لِيَسْجُدُوا فِي الْعِيدِ.
Ἦσαν ; δὲ τινες Ἕλληνές ἐκ ; τῶν ἀναβαινόντων ἵνα ; προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ; ἑορτῇ.
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
قَالَ لَهَا يَسُوعُ: لاَ تَلْمِسِينِي لأَنِّي لَمْ أَصْعَدْ بَعْدُ إِلَى أَبِي. وَلكِنِ اذْهَبِي إِلَى إِخْوَتِي وَقُولِي لَهُمْ: إِنِّي أَصْعَدُ إِلَى أَبِي وَأَبِيكُمْ وَإِلهِي وَإِلهِكُمْ.
λέγει αὐτῇ ὁ ; Ἰησοῦς· μή μου ; ἅπτου· γὰρ οὔπω ; ἀναβέβηκα πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου. δὲ πορεύου πρὸς τοὺς ; ἀδελφούς ; μου καὶ ; εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν ; πατέρα ; μου καὶ ; πατέρα ; ὑμῶν καὶ ; θεόν ; μου καὶ ; θεὸν ; ὑμῶν.¶
قَالَ لَهُمْ سِمْعَانُ بُطْرُسُ: أَنَا أَذْهَبُ لأَتَصَيَّدَ. قَالُوا لَهُ: نَذْهَبُ نَحْنُ أَيْضًا مَعَكَ. فَخَرَجُوا وَدَخَلُوا السَّفِينَةَ لِلْوَقْتِ. وَفِي تِلْكَ اللَّيْلَةِ لَمْ يُمْسِكُوا شَيْئًا.
λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος· ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ· ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ σὺν ; σοί. ἐξῆλθον ; καὶ ἀνέβησαν εἰς ; τὸ ; πλοῖον εὐθύς, ; καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ; νυκτὶ ἐπίασαν ; οὐδέν.
فَصَعِدَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ وَجَذَبَ الشَّبَكَةَ إِلَى الأَرْضِ، مُمْتَلِئَةً سَمَكًا كَبِيرًا، مِئَةً وَثَلاَثًا وَخَمْسِينَ. وَمَعْ هذِهِ الْكَثْرَةِ لَمْ تَتَخَرَّقِ الشَّبَكَةُ.
ἀνέβη Σίμων Πέτρος καὶ ; εἵλκυσεν τὸ ; δίκτυον ἐπὶ τῆς; γῆς μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν τριῶν· πεντήκοντα καὶ τοσούτων ; ὄντων οὐκ ἐσχίσθη τὸ ; δίκτυον.¶
وَلَمَّا دَخَلُوا صَعِدُوا إِلَى الْعِلِّيَّةِ الَّتِي كَانُوا يُقِيمُونَ فِيهَا: بُطْرُسُ وَيَعْقُوبُ وَيُوحَنَّا وَأَنْدَرَاوُسُ وَفِيلُبُّسُ وَتُومَا وَبَرْثُولَمَاوُسُ وَمَتَّى وَيَعْقُوبُ بْنُ حَلْفَى وَسِمْعَانُ الْغَيُورُ وَيَهُوذَا أَخُو يَعْقُوبَ.
καὶ ; ὅτε εἰσῆλθον, ἀνέβησαν εἰς τὸ ; ὑπερῷον οὗ ἦσαν καταμένοντες, ὅ ; τε ; Πέτρος καὶ ; Ἰάκωβος καὶ ; Ἰωάννης καὶ ; Ἀνδρέας, Φίλιππος καὶ ; Θωμᾶς, Βαρθολομαῖος καὶ ; Μαθθαῖος, Ἰάκωβος Ἁλφαίου καὶ ; Σίμων ὁ ; ζηλωτὴς καὶ ; Ἰούδας Ἰακώβου.¶
لأَنَّ دَاوُدَ لَمْ يَصْعَدْ إِلَى السَّمَاوَاتِ. وَهُوَ نَفْسُهُ يَقُولُ: قَالَ الرَّبُّ لِرَبِّي: اجْلِسْ عَنْ يَمِينِي
γὰρ Δαυὶδ οὐ ἀνέβη εἰς τοὺς ; οὐρανούς, δὲ αὐτός· λέγει εἶπεν ὁ ; κύριος τῷ ; κυρίῳ ; μου· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου,
وَصَعِدَ بُطْرُسُ وَيُوحَنَّا مَعًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي سَاعَةِ الصَّلاَةِ التَّاسِعَةِ.
δὲ ; ἀνέβαινον Πέτρος καὶ ; Ἰωάννης Ἐπὶ ; τὸ ; αὐτὸ εἰς τὸ ; ἱερὸν ἐπὶ τὴν ; ὥραν τῆς ; προσευχῆς ἐνάτην. ; τὴν
وَلَمَّا كَمِلَتْ لَهُ مُدَّةُ أَرْبَعِينَ سَنَةً، خَطَرَ عَلَى بَالِهِ أَنْ يَفْتَقِدَ إِخْوَتَهُ بَنِي إِسْرَائِيلَ.
ὡς ; δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ χρόνος, τεσσερακονταετὴς ἀνέβη ἐπὶ τὴν ; καρδίαν ; αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ; ἀδελφοὺς ; αὐτοῦ τοὺς ; υἱοὺς Ἰσραήλ.
فَقَالَ: كَيْفَ يُمْكِنُنِي إِنْ لَمْ يُرْشِدْنِي أَحَدٌ.. وَطَلَبَ إِلَى فِيلُبُّسَ أَنْ يَصْعَدَ وَيَجْلِسَ مَعَهُ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· πῶς δυναίμην, ἐὰν ; μή ὁδηγήσῃ; με; τις παρεκάλεσέν ; τε τὸν ; Φίλιππον ἀναβάντα καθίσαι σὺν ; αὐτῷ.
وَلَمَّا صَعِدَا مِنَ الْمَاءِ، خَطِفَ رُوحُ الرَّبِّ فِيلُبُّسَ، فَلَمْ يُبْصِرْهُ الْخَصِيُّ أَيْضًا، وَذَهَبَ فِي طَرِيقِهِ فَرِحًا.
ὅτε ; δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ; ὕδατος, ἥρπασεν πνεῦμα κυρίου τὸν ; Φίλιππον, καὶ ; οὐκ εἶδεν ; αὐτὸν ὁ ; εὐνοῦχος· οὐκέτι ἐπορεύετο γὰρ τὴν ; ὁδὸν ; αὐτοῦ χαίρων.¶
فَلَمَّا شَخَصَ إِلَيْهِ وَدَخَلَهُ الْخَوْفُ، قَالَ: مَاذَا يَا سَيِّدُ. فَقَالَ لَهُ: صَلَوَاتُكَ وَصَدَقَاتُكَ صَعِدَتْ تَذْكَارًا أَمَامَ اللهِ.
δὲ ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ; γενόμενος ἔμφοβος ὁ ; εἶπεν· τί ; ἐστιν, κύριε; εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· αἱ ; προσευχαί ; σου καὶ ; αἱ ; ἐλεημοσύναι ; σου ἀνέβησαν εἰς ; μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ ; θεοῦ.
ثُمَّ فِي الْغَدِ فِيمَا هُمْ يُسَافِرُونَ وَيَقْتَرِبُونَ إِلَى الْمَدِينَةِ، صَعِدَ بُطْرُسُ عَلَى السَّطْحِ لِيُصَلِّيَ نَحْوَ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ.
δὲ Τῇ ἐπαύριον ἐκείνων ; ὁδοιπορούντων καὶ ; ἐγγιζόντων, τῇ πόλει ἀνέβη Πέτρος ἐπὶ τὸ ; δῶμα προσεύξασθαι περὶ ὥραν ἕκτην.
وَلَمَّا صَعِدَ بُطْرُسُ إِلَى أُورُشَلِيمَ، خَاصَمَهُ الَّذِينَ مِنْ أَهْلِ الْخِتَانِ،
Καὶ ; Ὅτε ἀνέβη Πέτρος εἰς Ἱεροσόλυμα διεκρίνοντο ; πρὸς ; αὐτὸν οἱ ἐκ περιτομῆς
فَلَمَّا حَصَلَ لِبُولُسَ وَبَرْنَابَا مُنَازَعَةٌ وَمُبَاحَثَةٌ لَيْسَتْ بِقَلِيلَةٍ مَعَهُمْ، رَتَّبُوا أَنْ يَصْعَدَ بُولُسُ وَبَرْنَابَا وَأُنَاسٌ آخَرُونَ مِنْهُمْ إِلَى الرُّسُلِ وَالْمَشَايخِ إِلَى أُورُشَلِيمَ مِنْ أَجْلِ هذِهِ الْمَسْأَلَةِ.
οὖν γενομένης τῷ ; Παύλῳ καὶ ; τῷ ; Βαρναβᾷ στάσεως καὶ ; συζητήσεως οὐκ ὀλίγης πρὸς ; αὐτοὺς ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ ; Βαρναβᾶν καί ; τινας ἄλλους ἐξ ; αὐτῶν πρὸς τοὺς ; ἀποστόλους καὶ ; πρεσβυτέρους εἰς Ἰερουσαλὴμ περὶ τοῦ ; τούτου.¶ ζητήματος
وَلَمَّا نَزَلَ فِي قَيْصَرِيَّةَ صَعِدَ وَسَلَّمَ عَلَى الْكَنِيسَةِ، ثُمَّ انْحَدَرَ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ.
καὶ κατελθὼν εἰς Καισάρειαν, ἀναβὰς καὶ ; ἀσπασάμενος τὴν ; ἐκκλησίαν κατέβη εἰς Ἀντιόχειαν·
ثُمَّ صَعِدَ وَكَسَّرَ خُبْزًا وَأَكَلَ وَتَكَلَّمَ كَثِيرًا إِلَى الْفَجْرِ. وَهكَذَا خَرَجَ.
δὲ ἀναβὰς καὶ ; κλάσας ἄρτον καὶ ; γευσάμενος, τε ; ὁμιλήσας ἐφ᾽ ; ἱκανόν ἄχρι αὐγῆς, οὕτως ἐξῆλθεν.
وَإِذْ وَجَدْنَا التَّلاَمِيذَ مَكَثْنَا هُنَاكَ سَبْعَةَ أَيَّامٍ. وَكَانُوا يَقُولُونَ لِبُولُسَ بِالرُّوحِ أَنْ لاَ يَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; Ἀνευρόντες τοὺς ; μαθητὰς ἐπεμείναμεν αὐτοῦ ἑπτά, ἡμέρας οἵτινες ἔλεγον τῷ ; Παύλῳ διὰ ; τοῦ ; πνεύματος μὴ ἀναβαίνειν εἰς Ἱεροσόλυμα.
وَبَعْدَ تِلْكَ الأَيَّامِ تَأَهَّبْنَا وَصَعِدْنَا إِلَى أُورُشَلِيمَ.
δὲ ; Μετὰ ταύτας τὰς ; ἡμέρας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα.
وَبَيْنَمَا هُمْ يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، نَمَا خَبَرٌ إِلَى أَمِيرِ الْكَتِيبَةِ أَنَّ أُورُشَلِيمَ كُلَّهَا قَدِ اضْطَرَبَتْ.
ζητούντων ; δὲ αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι ἀνέβη φάσις τῷ χιλιάρχῳ τῆς ; σπείρης ὅτι Ἰερουσαλήμ· ὅλη συγκέχυται
وَأَنْتَ قَادِرٌ أَنْ تَعْرِفَ أَنَّهُ لَيْسَ لِي أَكْثَرُ مِنِ اثْنَيْ عَشَرَ يَوْمًا مُنْذُ صَعِدْتُ لأَسْجُدَ فِي أُورُشَلِيمَ.
σου δυναμένου γνῶναι ὅτι οὐ μοι πλείους ; ἤ δεκαδύο ἡμέραι ἀφ᾽ ; ἧς ἀνέβην προσκυνήσων ἐν Ἰερουσαλήμ·
فَلَمَّا قَدِمَ فَسْتُوسُ إِلَى الْوِلاَيَةِ صَعِدَ بَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ مِنْ قَيْصَرِيَّةَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
οὖν ἐπιβὰς Φῆστος τῇ ; ἐπαρχείᾳ ἀνέβη μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ Καισαρείας, εἰς Ἱεροσόλυμα
وَلكِنَّ فَسْتُوسَ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُودِعَ الْيَهُودَ مِنَّةً، أَجَابَ بُولُسَ قِائِلاً: أَتَشَاءُ أَنْ تَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِتُحَاكَمَ هُنَاكَ لَدَيَّ مِنْ جِهَةِ هذِهِ الأُمُورِ.
δὲ Ὁ ; Φῆστος θέλων καταθέσθαι, τοῖς ; Ἰουδαίοις χάριν ἀποκριθεὶς τῷ ; Παύλῳ εἶπεν· θέλεις ἀναβὰς εἰς Ἱεροσόλυμα κρίνεσθαι ἐκεῖ ἐπ᾽ ; ἐμοῦ; περὶ τούτων
وَأَمَّا الْبِرُّ الَّذِي بِالإِيمَانِ فَيَقُولُ هكَذَا: لاَ تَقُلْ فِي قَلْبِكَ: مَنْ يَصْعَدُ إِلَى السَّمَاءِ. أَيْ لِيُحْدِرَ الْمَسِيحَ،
δὲ Ἡ ; δικαιοσύνη ἐκ πίστεως λέγει· οὕτως μὴ εἴπῃς ἐν τῇ ; καρδίᾳ ; σου· τίς ἀναβήσεται εἰς τὸν ; οὐρανόν; τοῦτ᾽ ; ἔστιν καταγαγεῖν· Χριστὸν
بَلْ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ: مَا لَمْ تَرَ عَيْنٌ، وَلَمْ تَسْمَعْ أُذُنٌ، وَلَمْ يَخْطُرْ عَلَى بَالِ إِنْسَانٍ: مَا أَعَدَّهُ اللهُ لِلَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀλλὰ καθὼς γέγραπται· ἃ ; οὐκ εἶδεν ὀφθαλμὸς καὶ ; οὐκ ἤκουσεν οὖς καὶ ; οὐκ ἀνέβη, ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου ἃ ἡτοίμασεν ὁ ; θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν.¶