المعنى المختصر للكلمة
légō:
properly, to "lay" forth, i.e. (figuratively) relate
(in words (usually of systematic or set discourse
اللفظ الأصلي
λέγω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
légō
(leg-o)
تكرار الورود في الكتاب
1279
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1
properly, to "lay" forth, i.e. (figuratively) relate
(in words (usually of systematic or set discourse
2
whereas and
generally refer to an individual expression or speech
respectively
3
while is properly to break silence merely, and
means an extended or random harangue))
4
by implication, to mean
الإنجليزية — KJV Translation Tags
ask
bid
boast
call
describe
give out
name
put forth
say(-ing, on)
shew
speak
tell
utter
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
λέγει (166×)
λέγω (156×)
λέγων· (123×)
λέγοντες· (103×)
καὶ ; λέγει (62×)
λέγων (45×)
λέγοντες (38×)
λέγει· (38×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1279 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أعمال الرسل 15: 13
Act.15.13
وَبَعْدَمَا سَكَتَا أَجَابَ يَعْقُوبُ قِائِلاً: أَيُّهَا الرِّجَالُ الإِخْوَةُ، اسْمَعُونِي.
Μετὰ ; δὲ τὸ ; σιγῆσαι αὐτοὺς ; ἀπεκρίθη Ἰάκωβος λέγων· ἄνδρες ἀδελφοί, ἀκούσατέ ; μου.
أعمال الرسل 15: 17
Act.15.17
لِكَيْ يَطْلُبَ الْبَاقُونَ مِنَ النَّاسِ الرَّبَّ، وَجَمِيعُ الأُمَمِ الَّذِينَ دُعِيَ اسْمِي عَلَيْهِمْ، يَقُولُ الرَّبُّ الصَّانِعُ هذَا كُلَّهُ.
ὅπως ; ἂν ἐκζητήσωσιν οἱ ; κατάλοιποι τῶν ; ἀνθρώπων τὸν ; κύριον καὶ ; πάντα τὰ ; ἔθνη, ἐφ᾽ ; οὓς ἐπικέκληται τὸ ; ὄνομά ; μου ἐπ᾽ ; αὐτούς, λέγει κύριος ὁ ; ποιῶν ταῦτα πάντα
أعمال الرسل 15: 24
Act.15.24
إِذْ قَدْ سَمِعْنَا أَنَّ أُنَاسًا خَارِجِينَ مِنْ عِنْدِنَا أَزْعَجُوكُمْ بِأَقْوَال، مُقَلِّبِينَ أَنْفُسَكُمْ، وَقَائِلِينَ أَنْ تَخْتَتِنُوا وَتَحْفَظُوا النَّامُوسَ، الَّذِينَ نَحْنُ لَمْ نَأْمُرْهُمْ.
Ἐπειδὴ ἠκούσαμεν ὅτι τινὲς ἐξελθόντες ἐξ ; ἡμῶν ἐτάραξαν ; ὑμᾶς λόγοις ἀνασκευάζοντες τὰς ; ψυχὰς ; ὑμῶν λέγοντες περιτέμνεσθαι καὶ ; τηρεῖν τὸν ; νόμον, οἷς οὐ ; διεστειλάμεθα,
أعمال الرسل 16: 9
Act.16.9
وَظَهَرَتْ لِبُولُسَ رُؤْيَا فِي اللَّيْلِ: رَجُلٌ مَكِدُونِيٌّ قَائِمٌ يَطْلُبُ إِلَيْهِ وَيَقُولُ: اعْبُرْ إِلَى مَكِدُونِيَّةَ وَأَعِنَّا..
καὶ ; ὤφθη· τῷ ; Παύλῳ ὅραμα διὰ τῆς ; νυκτὸς ἀνὴρ Μακεδών ; τις ἦν ; ἑστὼς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ ; λέγων· διαβὰς εἰς Μακεδονίαν ἡμῖν. ; βοήθησον
أعمال الرسل 16: 15
Act.16.15
فَلَمَّا اعْتَمَدَتْ هِيَ وَأَهْلُ بَيْتِهَا طَلَبَتْ قَائِلَةً: إِنْ كُنْتُمْ قَدْ حَكَمْتُمْ أَنِّي مُؤْمِنَةٌ بِالرَّبِّ، فَادْخُلُوا بَيْتِي وَامْكُثُوا. فَأَلْزَمَتْنَا.
ὡς ; δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ; ὁ ; οἶκος ; αὐτῆς, παρεκάλεσεν λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν ; εἶναι, τῷ ; κυρίῳ εἰσελθόντες εἰς ; τὸν ; μου ; οἶκόν μείνατε καὶ ; παρεβιάσατο ; ἡμᾶς.¶
أعمال الرسل 16: 17
Act.16.17
هذِهِ اتَّبَعَتْ بُولُسَ وَإِيَّانَا وَصَرَخَتْ قَائِلَةً: هؤُلاَءِ النَّاسُ هُمْ عَبِيدُ اللهِ الْعَلِيِّ، الَّذِينَ يُنَادُونَ لَكُمْ بِطَرِيقِ الْخَلاَصِ.
αὕτη κατακολουθήσασα τῷ ; Παύλῳ καὶ ; ἡμῖν ἔκραζεν λέγουσα· οὗτοι οἱ ; ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ὑψίστου οἵτινες εἰσίν, ; καταγγέλλουσιν ὑμῖν ὁδὸν σωτηρίας.
أعمال الرسل 16: 28
Act.16.28
فَنَادَى بُولُسُ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ قَائِلاً: لاَ تَفْعَلْ بِنَفْسِكَ شَيْئًا رَدِيًّا. لأَنَّ جَمِيعَنَا ههُنَا..
Ἐφώνησεν ; δὲ ὁ ; Παῦλος φωνῇ μεγάλῃ λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· γάρ ἅπαντες ἐσμεν ; ἐνθάδε.
أعمال الرسل 16: 35
Act.16.35
وَلَمَّا صَارَ النَّهَارُ أَرْسَلَ الْوُلاَةُ الْجَّلاَدِينَ قَائِلِينَ: أَطْلِقْ ذَيْنِكَ الرَّجُلَيْنِ.
δὲ γενομένης Ἡμέρας ἀπέστειλαν οἱ ; στρατηγοὶ τοὺς ; ῥαβδούχους λέγοντες· ἀπόλυσον ἐκείνους. τοὺς ; ἀνθρώπους
أعمال الرسل 17: 7
Act.17.7
وَقَدْ قَبِلَهُمْ يَاسُونُ. وَهؤُلاَءِ كُلُّهُمْ يَعْمَلُونَ ضِدَّ أَحْكَامِ قَيْصَرَ قَائِلِينَ: إِنَّهُ يُوجَدُ مَلِكٌ آخَرُ: يَسُوعُ.
οὓς ; ὑποδέδεκται Ἰάσων· καὶ ; οὗτοι πάντες πράσσουσιν ἀπέναντι δογμάτων Καίσαρος λέγοντες εἶναι βασιλέα ἕτερον Ἰησοῦν.
أعمال الرسل 17: 18
Act.17.18
فَقَابَلَهُ قَوْمٌ مِنَ الْفَلاَسِفَةِ الأَبِيكُورِيِّينَ وَالرِّوَاقِيِّينَ، وَقَالَ بَعْضٌ: تُرَى مَاذَا يُرِيدُ هذَا الْمِهْذَارُ أَنْ يَقُولَ. وَبَعْضٌ: إِنَّهُ يَظْهَرُ مُنَادِيًا بِآلِهَةٍ غَرِيبَةٍ. لأَنَّهُ كَانَ يُبَشِّرُهُمْ بِيَسُوعَ وَالْقِيَامَةِ.
δὲ ; καὶ ; συνέβαλλον ; αὐτῷ· τινὲς τῶν φιλοσόφων Ἐπικουρείων καὶ ; τῶν ; Στοϊκῶν καί ; ἔλεγον· τινες τί ; ἂν θέλοι οὗτος σπερμολόγος λέγειν; οἱ ; δέ· δοκεῖ ; εἶναι· καταγγελεὺς δαιμονίων ξένων ὅτι αὐτοῖς ; εὐηγγελίζετο.¶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; τὴν ; ἀνάστασιν
أعمال الرسل 17: 18
Act.17.18
فَقَابَلَهُ قَوْمٌ مِنَ الْفَلاَسِفَةِ الأَبِيكُورِيِّينَ وَالرِّوَاقِيِّينَ، وَقَالَ بَعْضٌ: تُرَى مَاذَا يُرِيدُ هذَا الْمِهْذَارُ أَنْ يَقُولَ. وَبَعْضٌ: إِنَّهُ يَظْهَرُ مُنَادِيًا بِآلِهَةٍ غَرِيبَةٍ. لأَنَّهُ كَانَ يُبَشِّرُهُمْ بِيَسُوعَ وَالْقِيَامَةِ.
δὲ ; καὶ ; συνέβαλλον ; αὐτῷ· τινὲς τῶν φιλοσόφων Ἐπικουρείων καὶ ; τῶν ; Στοϊκῶν καί ; ἔλεγον· τινες τί ; ἂν θέλοι οὗτος σπερμολόγος λέγειν; οἱ ; δέ· δοκεῖ ; εἶναι· καταγγελεὺς δαιμονίων ξένων ὅτι αὐτοῖς ; εὐηγγελίζετο.¶ τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; τὴν ; ἀνάστασιν
أعمال الرسل 17: 19
Act.17.19
فَأَخَذُوهُ وَذَهَبُوا بِهِ إِلَى أَرِيُوسَ بَاغُوسَ، قَائِلِينَ: هَلْ يُمْكِنُنَا أَنْ نَعْرِفَ مَا هُوَ هذَا التَّعْلِيمُ الْجَدِيدُ الَّذِي تَتَكَلَّمُ بِهِ.
Ἐπιλαβόμενοί ; τε ; αὐτοῦ ἤγαγον ἐπὶ Ἄρειον πάγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς αὕτη διδαχή; ἡ ; καινὴ τὸν σοῦ ; λαλουμένη ὑπὸ
أعمال الرسل 18: 13
Act.18.13
قَائِلِينَ: إِنَّ هذَا يَسْتَمِيلُ النَّاسَ أَنْ يَعْبُدُوا اللهَ بِخِلاَفِ النَّامُوسِ.
λέγοντες ὅτι οὗτος ἀναπείθει τοὺς ; ἀνθρώπους σέβεσθαι τὸν ; θεόν.¶ παρὰ τὸν ; νόμον
أعمال الرسل 19: 4
Act.19.4
فَقَالَ بُولُسُ: إِنَّ يُوحَنَّا عَمَّدَ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ، قَائِلاً لِلشَّعْبِ أَنْ يُؤْمِنُوا بِالَّذِي يَأْتِي بَعْدَهُ، أَيْ بِالْمَسِيحِ يَسُوعَ.
Εἶπεν ; δὲ Παῦλος· μὲν Ἰωάννης ἐβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας λέγων τῷ ; λαῷ ἵνα πιστεύσωσιν, εἰς ; τὸν ἐρχόμενον μετ᾽ ; αὐτὸν τοῦτ᾽ ; ἔστιν εἰς ; τὸν ; Χριστὸν Ἰησοῦν.
أعمال الرسل 19: 13
Act.19.13
فَشَرَعَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِ الطَّوَّافِينَ الْمُعَزِّمِينَ أَنْ يُسَمُّوا عَلَى الَّذِينَ بِهِمِ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، قَائِلِينَ: نُقْسِمُ عَلَيْكَ بِيَسُوعَ الَّذِي يَكْرِزُ بِهِ بُولُسُ.
δέ ; Ἐπεχείρησαν τινες ἀπὸ τῶν ; Ἰουδαίων περιερχομένων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ; Ἰησοῦν ὃν κηρύσσει. ὁ ; Παῦλος
أعمال الرسل 19: 26
Act.19.26
وَأَنْتُمْ تَنْظُرُونَ وَتَسْمَعُونَ أَنَّهُ لَيْسَ مِنْ أَفَسُسَ فَقَطْ، بَلْ مِنْ جَمِيعِ أَسِيَّا تَقْرِيبًا، اسْتَمَالَ وَأَزَاغَ بُولُسُ هذَا جَمْعًا كَثِيرًا قَائِلاً: إِنَّ الَّتِي تُصْنَعُ بِالأَيَادِي لَيْسَتْ آلِهَةً.
καὶ ; θεωρεῖτε καὶ ; ἀκούετε ὅτι οὐ Ἐφέσου μόνον ἀλλὰ πάσης τῆς ; Ἀσίας σχεδὸν πείσας μετέστησεν ὁ ; Παῦλος οὗτος ὄχλον ἱκανὸν λέγων ὅτι γινόμενοι. ; οἱ διὰ ; χειρῶν οὐκ ; εἰσὶν θεοὶ
أعمال الرسل 19: 28
Act.19.28
فَلَمَّا سَمِعُوا امْتَلأُوا غَضَبًا، وَطَفِقُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: عَظِيمَةٌ هِيَ أَرْطَامِيسُ الأَفَسُسِيِّينَ..
δὲ Ἀκούσαντες καὶ ; γενόμενοι ; πλήρεις θυμοῦ ἔκραζον λέγοντες· μεγάλη Ἄρτεμις Ἐφεσίων.
أعمال الرسل 20: 23
Act.20.23
غَيْرَ أَنَّ الرُّوحَ الْقُدُسَ يَشْهَدُ فِي كُلِّ مَدِينَةٍ قَائِلاً: إِنَّ وُثُقًا وَشَدَائِدَ تَنْتَظِرُنِي.
πλὴν ὅτι τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον διαμαρτύρεταί κατὰ πόλιν λέγον ὅτι δεσμὰ καὶ ; θλίψεις με ; μένουσιν.
أعمال الرسل 21: 4
Act.21.4
وَإِذْ وَجَدْنَا التَّلاَمِيذَ مَكَثْنَا هُنَاكَ سَبْعَةَ أَيَّامٍ. وَكَانُوا يَقُولُونَ لِبُولُسَ بِالرُّوحِ أَنْ لاَ يَصْعَدَ إِلَى أُورُشَلِيمَ.
καὶ ; Ἀνευρόντες τοὺς ; μαθητὰς ἐπεμείναμεν αὐτοῦ ἑπτά, ἡμέρας οἵτινες ἔλεγον τῷ ; Παύλῳ διὰ ; τοῦ ; πνεύματος μὴ ἀναβαίνειν εἰς Ἱεροσόλυμα.
أعمال الرسل 21: 11
Act.21.11
فَجَاءَ إِلَيْنَا، وَأَخَذَ مِنْطَقَةَ بُولُسَ، وَرَبَطَ يَدَيْ نَفْسِهِ وَرِجْلَيْهِ وَقَالَ: هذَا يَقُولُهُ الرُّوحُ الْقُدُسُ: الرَّجُلُ الَّذِي لَهُ هذِهِ الْمِنْطَقَةُ، هكَذَا سَيَرْبُطُهُ الْيَهُودُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُسَلِّمُونَهُ إِلَى أَيْدِي الأُمَمِ.
καὶ ; ἐλθὼν πρὸς ; ἡμᾶς καὶ ; ἄρας τὴν ; ζώνην τοῦ ; Παύλου, δήσας τὰς ; χεῖρας αὐτοῦ τοὺς ; πόδας εἶπεν· τάδε λέγει πνεῦμα ; τὸ τὸ ; ἅγιον· τὸν ; ἄνδρα οὗ ; ἐστιν αὕτη, ἡ ; ζώνη οὕτως δήσουσιν οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐν Ἰερουσαλὴμ καὶ ; παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.
أعمال الرسل 21: 21
Act.21.21
وَقَدْ أُخْبِرُوا عَنْكَ أَنَّكَ تُعَلِّمُ جَمِيعَ الْيَهُودِ الَّذِينَ بَيْنَ الأُمَمِ الارْتِدَادَ عَنْ مُوسَى، قَائِلاً أَنْ لاَ يَخْتِنُوا أَوْلاَدَهُمْ وَلاَ يَسْلُكُوا حَسَبَ الْعَوَائِدِ.
κατηχήθησαν ; δὲ περὶ ; σοῦ ὅτι ; διδάσκεις πάντας Ἰουδαίους τοὺς κατὰ τὰ ; ἔθνη ἀποστασίαν ἀπὸ Μωϋσέως λέγων μὴ ; περιτέμνειν τὰ ; τέκνα μηδὲ περιπατεῖν. τοῖς ἔθεσιν
أعمال الرسل 21: 23
Act.21.23
فَافْعَلْ هذَا الَّذِي نَقُولُ لَكَ: عِنْدَنَا أَرْبَعَةُ رِجَال عَلَيْهِمْ نَذْرٌ.
οὖν ; ποίησον τοῦτο ὅ λέγομεν· σοι εἰσὶν ; ἡμῖν τέσσαρες ἄνδρες ἔχοντες ; ἐφ᾽ ; ἑαυτῶν· εὐχὴν
أعمال الرسل 21: 37
Act.21.37
وَإِذْ قَارَبَ بُولُسُ أَنْ يَدْخُلَ الْمُعَسْكَرَ قَالَ لِلأَمِيرِ: أَيَجُوزُ لِي أَنْ أَقُولَ لَكَ شَيْئًا. فَقَالَ: أَتَعْرِفُ الْيُونَانِيَّةَ.
μέλλων ; τε ὁ ; Παῦλος εἰσάγεσθαι ; εἰς τὴν ; παρεμβολὴν λέγει τῷ ; χιλιάρχῳ· εἰ ; ἔξεστίν μοι εἰπεῖν πρὸς ; σέ; τι ὁ ; δὲ ; ἔφη· γινώσκεις; ἑλληνιστὶ
أعمال الرسل 21: 40
Act.21.40
فَلَمَّا أَذِنَ لَهُ، وَقَفَ بُولُسُ عَلَى الدَّرَجِ وَأَشَارَ بِيَدِهِ إِلَى الشَّعْبِ، فَصَارَ سُكُوتٌ عَظِيمٌ. فَنَادَى بِاللُّغَةِ الْعِبْرَانِيَّةِ قَائِلاً:
δὲ ἐπιτρέψαντος αὐτοῦ ἑστὼς ὁ ; Παῦλος ἐπὶ τῶν ; ἀναβαθμῶν κατέσεισεν τῇ ; χειρὶ τῷ λαῷ, δὲ ; γενομένης σιγῆς πολλῆς προσεφώνησεν τῇ ; διαλέκτῳ Ἑβραΐδι λέγων·¶
أعمال الرسل 22: 7
Act.22.7
فَسَقَطْتُ عَلَى الأَرْضِ، وَسَمِعْتُ صَوْتًا قَائِلاً لِي: شَاوُلُ، شَاوُلُ،. لِمَاذَا تَضْطَهِدُنِي.
ἔπεσά ; τε εἰς τὸ ; ἔδαφος καὶ ; ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ Σαούλ, τί με ; διώκεις;
أعمال الرسل 22: 18
Act.22.18
فَرَأَيْتُهُ قَائِلاً لِي: أَسْرِعْ. وَاخْرُجْ عَاجِلاً مِنْ أُورُشَلِيمَ، لأَنَّهُمْ لاَ يَقْبَلُونَ شَهَادَتَكَ عَنِّي.
καὶ ; ἰδεῖν ; αὐτὸν λέγοντά μοι· σπεῦσον καὶ ; ἔξελθε ἐν ; τάχει ἐξ Ἰερουσαλήμ, διότι οὐ παραδέξονταί τὴν ; μαρτυρίαν περὶ ; ἐμοῦ.
أعمال الرسل 22: 22
Act.22.22
فَسَمِعُوا لَهُ حَتَّى هذِهِ الْكَلِمَةَِ، ثُمَّ رَفَعُوا أَصْوَاتَهُمْ قَائِلِينَ: خُذْ مِثْلَ هذَا مِنَ الأَرْضِ، لأَنَّهُ لاَ يَجُوزُ أَنْ يَعِيشَ..
Ἤκουον ; δὲ αὐτοῦ ἄχρι τούτου τοῦ ; λόγου καὶ ἐπῆραν τὴν ; φωνὴν ; αὐτῶν λέγοντες· αἶρε τὸν ; τοιοῦτον· ἀπὸ τῆς ; γῆς γὰρ οὐ καθῆκον αὐτὸν ; ζῆν.
أعمال الرسل 22: 26
Act.22.26
فَإِذْ سَمِعَ قَائِدُ الْمِئَةِ ذَهَبَ إِلَى الأَمِيرِ، وَأَخْبَرَهُ قَائِلاً: انْظُرْ مَاذَا أَنْتَ مُزْمِعٌ أَنْ تَفْعَلَ. لأَنَّ هذَا الرَّجُلَ رُومَانِيٌّ.
ἀκούσας ; δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης προσελθὼν τῷ χιλιάρχῳ ἀπήγγειλεν λέγων· ὅρα τί μέλλεις ποιεῖν; γὰρ οὗτος ἄνθρωπος Ῥωμαῖός ; ἐστιν.
أعمال الرسل 22: 27
Act.22.27
فَجَاءَ الأَمِيرُ وَقَالَ لَهُ: قُلْ لِي: أَنْتَ رُومَانِيٌّ. فَقَالَ: نَعَمْ.
προσελθὼν ; δὲ ὁ ; χιλίαρχος εἶπεν αὐτῷ· λέγε μοι, εἰ ; σὺ Ῥωμαῖος ; εἶ; ὁ ; δὲ ; ἔφη· ναί.
أعمال الرسل 23: 8
Act.23.8
لأَنَّ الصَّدُّوقِيِّينَ يَقُولُونَ إِنَّهُ لَيْسَ قِيَامَةٌ وَلاَ مَلاَكٌ وَلاَ رُوحٌ، وَأَمَّا الْفَرِّيسِيُّونَ فَيُقِرُّونَ بِكُلِّ ذلِكَ.
γὰρ Σαδδουκαῖοι λέγουσιν εἶναι μὴ ἀνάστασιν μηδὲ ἄγγελον μήτε πνεῦμα· δὲ Φαρισαῖοι ὁμολογοῦσιν τὰ ; ἀμφότερα.¶