ك
إصحاح
G2522
G2523. kathízō
G2524
المعنى المختصر للكلمة
kathízō: to seat down, i.e. set (figuratively, appoint)
اللفظ الأصلي καθίζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق kathízō (kath-id-zo)
تكرار الورود في الكتاب 46 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to seat down, i.e. set (figuratively, appoint)
2 intransitively, to sit (down)
3 figuratively, to settle (hover, dwell)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
continue set sit (down) tarry

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐκάθισεν (5×) καὶ ; ἐκάθισεν (5×) καθίσας (5×) καθίσαι (4×) καὶ ; καθίσας (3×) τὸ ; καθίσαι (2×) καὶ ; καθίσαντες (2×) καθίσατε (2×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (46 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 13: 48 Mat.13.48
فَلَمَّا امْتَلأَتْ أَصْعَدُوهَا عَلَى الشَّاطِئِ، وَجَلَسُوا وَجَمَعُوا الْجِيَادَ إِلَى أَوْعِيَةٍ، وَأَمَّا الأَرْدِيَاءُ فَطَرَحُوهَا خَارِجًا.
ἣν ; ὅτε ἐπληρώθη ἀναβιβάσαντες ἐπὶ τὸν ; αἰγιαλόν, καὶ ; καθίσαντες συνέλεξαν τὰ ; καλὰ εἰς ἀγγεῖα δὲ τὰ ; σαπρὰ ἔβαλον. ἔξω
متى 19: 28 Mat.19.28
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ أَنْتُمُ الَّذِينَ تَبِعْتُمُونِي، فِي التَّجْدِيدِ، مَتَى جَلَسَ ابْنُ الإِنْسَانِ عَلَى كُرْسِيِّ مَجْدِهِ، تَجْلِسُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا عَلَى اثْنَيْ عَشَرَ كُرْسِيًّا تَدِينُونَ أَسْبَاطَ إِسْرَائِيلَ الاثْنَيْ عَشَرَ.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ἰησοῦς ; Ὁ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές ; μοι ἐν τῇ ; παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης ; αὐτοῦ, καθίσεσθε ὑμεῖς καὶ ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς ; φυλὰς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶ δώδεκα
متى 19: 28 Mat.19.28
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ أَنْتُمُ الَّذِينَ تَبِعْتُمُونِي، فِي التَّجْدِيدِ، مَتَى جَلَسَ ابْنُ الإِنْسَانِ عَلَى كُرْسِيِّ مَجْدِهِ، تَجْلِسُونَ أَنْتُمْ أَيْضًا عَلَى اثْنَيْ عَشَرَ كُرْسِيًّا تَدِينُونَ أَسْبَاطَ إِسْرَائِيلَ الاثْنَيْ عَشَرَ.
δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· Ἰησοῦς ; Ὁ ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές ; μοι ἐν τῇ ; παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης ; αὐτοῦ, καθίσεσθε ὑμεῖς καὶ ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς ; φυλὰς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶ δώδεκα
متى 20: 21 Mat.20.21
فَقَالَ لَهَا: مَاذَا تُرِيدِينَ. قَالَتْ لَهُ: قُلْ أَنْ يَجْلِسَ ابْنَايَ هذَانِ وَاحِدٌ عَنْ يَمِينِكَ وَالآخَرُ عَنِ الْيَسَارِ فِي مَلَكُوتِكَ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτῇ· τί θέλεις; λέγει αὐτῷ· εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οἱ ; δύο ; υἱοί ; μου οὗτοι εἷς ἐκ δεξιῶν ; σου καὶ ; εἷς ἐξ εὐωνύμων ἐν τῇ ; βασιλείᾳ ; σου.¶
متى 20: 23 Mat.20.23
فَقَالَ لَهُمَا: أَمَّا كَأْسِي فَتَشْرَبَانِهَا، وَبِالصِّبْغَةِ الَّتِي أَصْطَبِغُ بِهَا أَنَا تَصْطَبِغَانِ. وَأَمَّا الْجُلُوسُ عَنْ يَمِيني وَعَنْ يَسَارِي فَلَيْسَ لِي أَنْ أُعْطِيَهُ إِلاَّ لِلَّذِينَ أُعِدَّ لَهُمْ مِنْ أَبِي.
Καὶ ; λέγει αὐτοῖς· τὸ ; μὲν ποτήριόν ; μου πίεσθε καὶ ; τὸ ; βάπτισμα ὃ βαπτίζομαι ἐγὼ βαπτισθήσεσθε, δὲ τὸ ; καθίσαι ἐκ δεξιῶν ; μου καὶ ; ἐξ εὐωνύμων ; μου οὐκ ἔστιν ; ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου.¶
قَائِلاً: عَلَى كُرْسِيِّ مُوسَى جَلَسَ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ،
λέγων· ἐπὶ τῆς ; καθέδρας Μωϋσέως ἐκάθισαν γραμματεῖς ; οἱ καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι·
متى 25: 31 Mat.25.31
وَمَتَى جَاءَ ابْنُ الإِنْسَانِ فِي مَجْدِهِ وَجَمِيعُ الْمَلاَئِكَةِ الْقِدِّيسِينَ مَعَهُ، فَحِينَئِذٍ يَجْلِسُ عَلَى كُرْسِيِّ مَجْدِهِ.
Ὅταν ; δὲ ἔλθῃ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἐν τῇ ; δόξῃ ; αὐτοῦ καὶ ; πάντες οἱ ; ἄγγελοι ἅγιοι μετ᾽ ; αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης ; αὐτοῦ,
متى 26: 36 Mat.26.36
حِينَئِذٍ جَاءَ مَعَهُمْ يَسُوعُ إِلَى ضَيْعَةٍ يُقَالُ لَهَا جَثْسَيْمَانِي، فَقَالَ لِلتَّلاَمِيذِ: اجْلِسُوا ههُنَا حَتَّى أَمْضِيَ وَأُصَلِّيَ هُنَاكَ.
Τότε ἔρχεται μετ᾽ ; αὐτῶν ὁ ; Ἰησοῦς εἰς χωρίον λεγόμενον Γεθσημανὶ καὶ ; λέγει τοῖς ; μαθηταῖς· καθίσατε αὐτοῦ ἕως ; οὗ ἀπελθὼν προσεύξωμαι.¶ ἐκεῖ
فَجَلَسَ وَنَادَى الاثْنَيْ عَشَرَ وَقَالَ لَهُمْ: إِذَا أَرَادَ أَحَدٌ أَنْ يَكُونَ أَوَّلاً فَيَكُونُ آخِرَ الْكُلِّ وَخَادِمًا لِلْكُلِّ.
Καὶ ; καθίσας ἐφώνησεν τοὺς ; δώδεκα καὶ ; λέγει αὐτοῖς· εἴ θέλει τις εἶναι, πρῶτος ἔσται ἔσχατος πάντων καὶ ; διάκονος. πάντων
فَقَالاَ لَهُ: أَعْطِنَا أَنْ نَجْلِسَ وَاحِدٌ عَنْ يَمِينِكَ وَالآخَرُ عَنْ يَسَارِكَ فِي مَجْدِكَ.
δὲ ; εἶπαν ; οἱ αὐτῷ· δὸς ; ἡμῖν καθίσωμεν εἷς ; σου ἐκ δεξιῶν καὶ ; εἷς ἐξ εὐωνύμων; σου ἐν τῇ ; δόξῃ ; σου.¶
وَأَمَّا الْجُلُوسُ عَنْ يَمِينِي وَعَنْ يَسَارِي فَلَيْسَ لِي أَنْ أُعْطِيَهُ إِلاَّ لِلَّذِينَ أُعِدَّ لَهُمْ.
δὲ τὸ ; καθίσαι ἐκ δεξιῶν ; μου καὶ; ἐξ εὐωνύμων ; μου οὐκ ἔστιν ; ἐμὸν δοῦναι ἀλλ᾽ οἷς ἡτοίμασται.¶
وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ وَأَنْتُمَا دَاخِلاَنِ إِلَيْهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ أَحَدٌ مِنَ النَّاسِ. فَحُلاَّهُ وَأْتِيَا بِهِ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ; κατέναντι ; ὑμῶν· καὶ ; εὐθὺς εἰσπορευόμενοι εἰς ; αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὔπω κεκάθικεν ἐφ᾽ ; ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων λύσαντες; αὐτὸν καὶ ; ἀγάγετε
فَأَتَيَا بِالْجَحْشِ إِلَى يَسُوعَ، وَأَلْقَيَا عَلَيْهِ ثِيَابَهُمَا فَجَلَسَ عَلَيْهِ.
καὶ ; ἤγαγον τὸν ; πῶλον πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐπέβαλον αὐτῷ τὰ ; ἱμάτια ; αὐτῶν, καὶ ; ἐκάθισεν ἐπ᾽ ; αὐτῷ
وَجَلَسَ يَسُوعُ تُجَاهَ الْخِزَانَةِ، وَنَظَرَ كَيْفَ يُلْقِي الْجَمْعُ نُحَاسًا فِي الْخِزَانَةِ. وَكَانَ أَغْنِيَاءُ كَثِيرُونَ يُلْقُونَ كَثِيرًا.
Καὶ ; καθίσας ὁ ; Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ ; γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς βάλλει ὁ ; ὄχλος χαλκὸν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον. καὶ πλούσιοι πολλοὶ ἔβαλλον πολλά·
وَجَاءُوا إِلَى ضَيْعَةٍ اسْمُهَا جَثْسَيْمَانِي، فَقَالَ لِتَلاَمِيذِهِ: اجْلِسُوا ههُنَا حَتَّى أُصَلِّيَ.
Καὶ ; ἔρχονται εἰς χωρίον οὗ ; τὸ ; ὄνομα Γεθσημανί, καὶ ; λέγει τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· καθίσατε ὧδε ἕως προσεύξωμαι.
ثُمَّ إِنَّ الرَّبَّ بَعْدَمَا كَلَّمَهُمُ ارْتَفَعَ إِلَى السَّمَاءِ، وَجَلَسَ عَنْ يَمِينِ اللهِ.
μὲν οὖν Ὁ ; κύριος μετὰ τὸ ; λαλῆσαι ; αὐτοῖς ἀνελήφθη εἰς τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ ; θεοῦ.
ثُمَّ طَوَى السِّفْرَ وَسَلَّمَهُ إِلَى الْخَادِمِ، وَجَلَسَ. وَجَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْمَجْمَعِ كَانَتْ عُيُونُهُمْ شَاخِصَةً إِلَيْهِ.
καὶ πτύξας τὸ ; βιβλίον ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισεν, καὶ ; πάντων ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἦσαν οἱ ; ὀφθαλμοὶ ἀτενίζοντες αὐτῷ.
فَدَخَلَ إِحْدَى السَّفِينَتَيْنِ الَّتِي كَانَتْ لِسِمْعَانَ، وَسَأَلَهُ أَنْ يُبْعِدَ قَلِيلاً عَنِ الْبَرِّ. ثُمَّ جَلَسَ وَصَارَ يُعَلِّمُ الْجُمُوعَ مِنَ السَّفِينَةِ.
ἐμβὰς ; δὲ εἰς ; ἓν τῶν ; πλοίων ὃ ἦν τοῦ ; Σίμωνος, ἠρώτησεν ; αὐτὸν ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον. ἀπὸ τῆς ; γῆς καὶ ; δὲ καθίσας ἐδίδασκεν τοὺς ; ὄχλους.¶ ἐκ τοῦ ; πλοίου
وَمَنْ مِنْكُمْ وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يَبْنِيَ بُرْجًا لاَ يَجْلِسُ أَوَّلاً وَيَحْسِبُ النَّفَقَةَ، هَلْ عِنْدَهُ مَا يَلْزَمُ لِكَمَالِهِ.
Τίς ; γὰρ ἐξ ; ὑμῶν ὁ θέλων οἰκοδομῆσαι πύργον οὐχὶ καθίσας πρῶτον ψηφίζει τὴν ; δαπάνην εἰ ἔχει τὰ πρὸς; ἀπαρτισμόν;
وَأَيُّ مَلِكٍ إِنْ ذَهَبَ لِمُقَاتَلَةِ مَلِكٍ آخَرَ فِي حَرْبٍ، لاَ يَجْلِسُ أَوَّلاً وَيَتَشَاوَرُ: هَلْ يَسْتَطِيعُ أَنْ يُلاَقِيَ بِعَشَرَةِ آلاَفٍ الَّذِي يَأْتِي عَلَيْهِ بِعِشْرِينَ أَلْفًا.
ἢ ; τίς βασιλεὺς πορευόμενος συμβαλεῖν βασιλεῖ ἑτέρῳ εἰς πόλεμον οὐχὶ καθίσας πρῶτον βουλεύεται εἰ δυνατός ; ἐστιν ἀπαντῆσαι ἐν ; δέκα χιλιάσιν τῷ ἐρχομένῳ ἐπ᾽ ; αὐτόν; μετὰ ; εἴκοσι χιλιάδων
فَقَالَ: مِئَةُ بَثِّ زَيْتٍ. فَقَالَ لَهُ: خُذْ صَكَّكَ وَاجْلِسْ عَاجِلاً وَاكْتُبْ خَمْسِينَ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ἑκατὸν βάτους ἐλαίου. ὁ ; καὶ; εἶπεν αὐτῷ· δέξαι σου ; τὸ; γράμμα καὶ ; καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα.
قَائِلاً: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، وَحِينَ تَدْخُلاَنِهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ مِنَ النَّاسِ قَطُّ. فَحُّلاَهُ وَأْتِيَا بِهِ.
εἰπών ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην, κατέναντι ἐν ; ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὐδεὶς ἐκάθισεν· ἐφ᾽ ; ὃν ἀνθρώπων πώποτε λύσαντες ; αὐτὸν ἀγάγετε.
لِتَأْكُلُوا وَتَشْرَبُوا عَلَى مَائِدَتِي فِي مَلَكُوتِي، وَتَجْلِسُوا عَلَى كَرَاسِيَّ تَدِينُونَ أَسْبَاطَ إِسْرَائِيلَ الاثْنَيْ عَشَرَ.
ἵνα ; ἔσθητε καὶ ; πίνητε ἐπὶ τῆς ; τραπέζης ; μου ἐν τῇ ; βασιλείᾳ ; μου καὶ ; καθίσησθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς ; φυλὰς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶ δώδεκα
وَهَا أَنَا أُرْسِلُ إِلَيْكُمْ مَوْعِدَ أَبِي. فَأَقِيمُوا فِي مَدِينَةِ أُورُشَلِيمَ إِلَى أَنْ تُلْبَسُوا قُوَّةً مِنَ الأَعَالِي.
καὶ ; ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ἐφ᾽ ; ὑμᾶς. ; ὑμεῖς τὴν ; ἐπαγγελίαν τοῦ ; πατρός ; μου δὲ ; καθίσατε ἐν τῇ ; πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν.¶ ἐξ ὕψους
ثُمَّ حَضَرَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي الصُّبْحِ، وَجَاءَ إِلَيْهِ جَمِيعُ الشَّعْبِ فَجَلَسَ يُعَلِّمُهُمْ.
δὲ παρεγένετο πάλιν εἰς τὸ ; ἱερὸν, ὄρθρου καὶ ; ἤρχετο πρὸς ; αὐτόν, πᾶς ὁ ; λαὸς καὶ ; καθίσας ἐδίδασκεν ; αὐτούς.
وَوَجَدَ يَسُوعُ جَحْشًا فَجَلَسَ عَلَيْهِ كَمَا هُوَ مَكْتُوبٌ:
Εὑρὼν ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾽ ; αὐτό, καθώς ἐστιν γεγραμμένον·
فَلَمَّا سَمِعَ بِيلاَطُسُ هذَا الْقَوْلَ أَخْرَجَ يَسُوعَ، وَجَلَسَ عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ فِي مَوْضِعٍ يُقَالُ لَهُ الْبَلاَطُ وَبِالْعِبْرَانِيَّةِ جَبَّاثَا.
οὖν ἀκούσας Ὁ ; Πιλᾶτος τοῦτον τὸν; λόγον ἤγαγεν ; ἔξω τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ ; βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραϊστὶ ; δὲ Γαββαθα.
وَظَهَرَتْ لَهُمْ أَلْسِنَةٌ مُنْقَسِمَةٌ كَأَنَّهَا مِنْ نَارٍ وَاسْتَقَرَّتْ عَلَى كُلِّ وَاحِدٍ مِنْهُمْ.
καὶ ; ὤφθησαν αὐτοῖς γλῶσσαι διαμεριζόμεναι ὡσεὶ πυρὸς καὶ ; ἐκάθισεν ἐφ᾽ ἕκαστον ἕνα αὐτῶν
فَإِذْ كَانَ نَبِيًّا، وَعَلِمَ أَنَّ اللهَ حَلَفَ لَهُ بِقَسَمٍ أَنَّهُ مِنْ ثَمَرَةِ صُلْبِهِ يُقِيمُ الْمَسِيحَ حَسَبَ الْجَسَدِ لِيَجْلِسَ عَلَى كُرْسِيِّهِ،
οὖν ὑπάρχων προφήτης καὶ ; εἰδὼς ὅτι ὁ ; θεὸς ὤμοσεν αὐτῷ ὅρκῳ ἐκ καρποῦ τῆς ; ὀσφύος ; αὐτοῦ ἀναστήσειν τὸν ; χριστόν κατὰ τὸ ; σάρκα καθίσαι ἐπὶ τοῦ; θρόνου; αὐτοῦ,
فَقَالَ: كَيْفَ يُمْكِنُنِي إِنْ لَمْ يُرْشِدْنِي أَحَدٌ.. وَطَلَبَ إِلَى فِيلُبُّسَ أَنْ يَصْعَدَ وَيَجْلِسَ مَعَهُ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν· πῶς δυναίμην, ἐὰν ; μή ὁδηγήσῃ; με; τις παρεκάλεσέν ; τε τὸν ; Φίλιππον ἀναβάντα καθίσαι σὺν ; αὐτῷ.