ك
إصحاح
G2490
G2491. iōánnēs
G2492
المعنى المختصر للكلمة
iōánnēs: Joannes (i.e. Jochanan), the name of four Israelites
اللفظ الأصلي Ἰωάννης
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق iōánnēs (ee-o-an-nace)
تكرار الورود في الكتاب 130 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

Joannes (i.e. Jochanan), the name of four Israelites

الإنجليزية — KJV Translation Tags
John

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

Ἰωάννης (26×) Ἰωάννου (20×) καὶ ; Ἰωάννην (13×) ὁ ; Ἰωάννης (10×) τὸν ; Ἰωάννην (10×) Ἰωάννην (8×) καὶ ; Ἰωάννης (6×) Ἰωάννου· (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (130 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ جَاءَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ يَكْرِزُ فِي بَرِّيَّةِ الْيَهُودِيَّةِ
Ἐν ; δὲ ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις παραγίνεται Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστὴς κηρύσσων ἐν τῇ ; ἐρήμῳ τῆς ; Ἰουδαίας
وَيُوحَنَّا هذَا كَانَ لِبَاسُهُ مِنْ وَبَرِ الإِبِلِ، وَعَلَى حَقْوَيْهِ مِنْطَقَةٌ مِنْ جِلْدٍ. وَكَانَ طَعَامُهُ جَرَادًا وَعَسَلاً بَرِّيًّا.
δὲ ; ὁ ; Ἰωάννης Αὐτὸς εἶχεν τὸ ; ἔνδυμα ; αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ; περὶ τὴν ; ὀσφὺν ; αὐτοῦ· ζώνην δερματίνην δὲ ; ἦν ἡ ; τροφὴ ; αὐτοῦ ἀκρίδες καὶ ; μέλι ἄγριον.¶
حِينَئِذٍ جَاءَ يَسُوعُ مِنَ الْجَلِيلِ إِلَى الأُرْدُنِّ إِلَى يُوحَنَّا لِيَعْتَمِدَ مِنْهُ.
Τότε παραγίνεται ὁ ; Ἰησοῦς ἀπὸ τῆς ; Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν ; Ἰορδάνην πρὸς τὸν ; Ἰωάννην τοῦ ; βαπτισθῆναι αὐτοῦ. ; ὑπ᾽
وَلكِنْ يُوحَنَّا مَنَعَهُ قَائِلاً: أَنَا مُحْتَاجٌ أَنْ أَعْتَمِدَ مِنْكَ، وَأَنْتَ تَأْتِي إِلَيَّ.
δὲ ὁ ; Ἰωάννης διεκώλυεν ; αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ; ἔχω βαπτισθῆναι, ὑπὸ ; σοῦ καὶ ; σὺ ἔρχῃ πρός ; με;
وَلَمَّا سَمِعَ يَسُوعُ أَنَّ يُوحَنَّا أُسْلِمَ، انْصَرَفَ إِلَى الْجَلِيلِ.
δὲ Ἀκούσας ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη ἀνεχώρησεν εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν.
ثُمَّ اجْتَازَ مِنْ هُنَاكَ فَرَأَى أَخَوَيْنِ آخَرَيْنِ: يَعْقُوبَ بْنَ زَبْدِي وَيُوحَنَّا أَخَاهُ، فِي السَّفِينَةِ مَعَ زَبْدِي أَبِيهِمَا يُصْلِحَانِ شِبَاكَهُمَا، فَدَعَاهُمَا.
Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν δύο ; ἀδελφούς, ἄλλους Ἰάκωβον τὸν ; τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννην τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἐν τῷ ; πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ ; πατρὸς ; αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ ; δίκτυα ; αὐτῶν, καὶ ; ἐκάλεσεν ; αὐτούς.
حِينَئِذٍ أَتَى إِلَيْهِ تَلاَمِيذُ يُوحَنَّا قَائِلِينَ: لِمَاذَا نَصُومُ نَحْنُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ كَثِيرًا، وَأَمَّا تَلاَمِيذُكَ فَلاَ يَصُومُونَ.
Τότε προσέρχονται αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ Ἰωάννου λέγοντες· διὰ ; τί νηστεύομεν ἡμεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι πολλά, δὲ μαθηταί ; σου ; οἱ οὐ νηστεύουσιν;¶
وَأَمَّا أَسْمَاءُ الاثْنَيْ عَشَرَ رَسُولاً فَهِيَ هذِهِ: اَلأَوَّلُ سِمْعَانُ الَّذِي يُقَالُ لَهُ بُطْرُسُ، وَأَنْدَرَاوُسُ أَخُوهُ. يَعْقُوبُ بْنُ زَبْدِي، وَيُوحَنَّا أَخُوهُ.
δὲ τὰ ; ὀνόματά Τῶν ; δώδεκα ἀποστόλων ἐστιν ταῦτα·¶ Πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ ; Ἀνδρέας ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ ; Ζεβεδαίου καὶ ; Ἰωάννης ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ,
أَمَّا يُوحَنَّا فَلَمَّا سَمِعَ فِي السِّجْنِ بِأَعْمَالِ الْمَسِيحِ، أَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ،
δὲ Ὁ ; Ἰωάννης ἀκούσας ἐν τῷ ; δεσμωτηρίῳ τὰ ; ἔργα τοῦ ; Χριστοῦ, πέμψας δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ
فَأَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا وَأَخْبِرَا يُوحَنَّا بِمَا تَسْمَعَانِ وَتَنْظُرَانِ:
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ ἀκούετε καὶ ; βλέπετε·
وَبَيْنَمَا ذَهَبَ هذَانِ ابْتَدَأَ يَسُوعُ يَقُولُ لِلْجُمُوعِ عَنْ يُوحَنَّا: مَاذَا خَرَجْتُمْ إِلَى الْبَرِّيَّةِ لِتَنْظُرُوا. أَقَصَبَةً تُحَرِّكُهَا الرِّيحُ.
δὲ πορευομένων Τούτων ἤρξατο ὁ ; Ἰησοῦς λέγειν τοῖς ; ὄχλοις περὶ Ἰωάννου· τί ἐξήλθατε εἰς τὴν ; ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον σαλευόμενον; ὑπὸ ; ἀνέμου
متى 11: 11 Mat.11.11
اَلْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: لَمْ يَقُمْ بَيْنَ الْمَوْلُودِينَ مِنَ النِّسَاءِ أَعْظَمُ مِنْ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ، وَلكِنَّ الأَصْغَرَ فِي مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ أَعْظَمُ مِنْهُ.
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν· οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου βαπτιστοῦ· ; τοῦ δὲ ὁ ; μικρότερος ἐν τῇ ; βασιλείᾳ τῶν ; οὐρανῶν μείζων ; ἐστιν. αὐτοῦ
متى 11: 12 Mat.11.12
وَمِنْ أَيَّامِ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ إِلَى الآنَ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ يُغْصَبُ، وَالْغَاصِبُونَ يَخْتَطِفُونَهُ.
ἀπὸ ; δὲ τῶν ; ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ ; βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν βιάζεται, καὶ ; βιασταὶ ἁρπάζουσιν ; αὐτήν.
متى 11: 13 Mat.11.13
لأَنَّ جَمِيعَ الأَنْبِيَاءِ وَالنَّامُوسَ إِلَى يُوحَنَّا تَنَبَّأُوا.
γὰρ πάντες οἱ ; προφῆται καὶ ; ὁ ; νόμος ἕως Ἰωάννου ἐπροφήτευσαν.
متى 11: 18 Mat.11.18
لأَنَّهُ جَاءَ يُوحَنَّا لاَ يَأْكُلُ وَلاَ يَشْرَبُ، فَيَقُولُونَ: فِيهِ شَيْطَانٌ.
γὰρ ἦλθεν Ἰωάννης μήτε ἐσθίων μήτε πίνων, καὶ ; λέγουσιν· ἔχει. δαιμόνιον
فَقَالَ لِغِلْمَانِهِ: هذَا هُوَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ قَدْ قَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ. وَلِذلِكَ تُعْمَلُ بِهِ الْقُوَّاتُ.
καὶ ; εἶπεν τοῖς ; παισὶν ; αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν Ἰωάννης ὁ ; βαπτιστής· αὐτὸς ; ἠγέρθη ἀπὸ τῶν ; νεκρῶν, καὶ ; διὰ ἐνεργοῦσιν ἐν ; αὐτῷ. δυνάμεις ; αἱ
فَإِنَّ هِيرُودُسَ كَانَ قَدْ أَمْسَكَ يُوحَنَّا وَأَوْثَقَهُ وَطَرَحَهُ فِي سِجْنٍ مِنْ أَجْلِ هِيرُودِيَّا امْرَأَةِ فِيلُبُّسَ أَخِيهِ،
γὰρ ὁ ; Ἡρῴδης κρατήσας τὸν ; Ἰωάννην ἔδησεν ; αὐτὸν ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν ; γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ; ἀδελφοῦ ; αὐτοῦ.
لأَنَّ يُوحَنَّا كَانَ يَقُولُ لَهُ: لاَ يَحِلُّ أَنْ تَكُونَ لَكَ.
γὰρ ὁ ; Ἰωάννης ἔλεγεν αὐτῷ· οὐκ ἔξεστίν ἔχειν ; αὐτήν. σοι
فَهِيَ إِذْ كَانَتْ قَدْ تَلَقَّنَتْ مِنْ أُمِّهَا قَالَتْ: أَعْطِني ههُنَا عَلَى طَبَق رَأْسَ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ.
ἡ ; δὲ ; προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς ; μητρὸς ; αὐτῆς· φησὶν δός ; μοι ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν ; κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ ; βαπτιστοῦ.
متى 14: 10 Mat.14.10
فَأَرْسَلَ وَقَطَعَ رَأْسَ يُوحَنَّا فِي السِّجْنِ.
καὶ ; πέμψας ἀπεκεφάλισεν τὸν ; Ἰωάννην ἐν τῇ ; φυλακῇ.
متى 16: 14 Mat.16.14
فَقَالُوا: قَوْمٌ: يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانُ، وَآخَرُونَ: إِيلِيَّا، وَآخَرُونَ: إِرْمِيَا أَوْ وَاحِدٌ مِنَ الأَنْبِيَاءِ.
οἱ ; δὲ ; εἶπαν· οἱ ; μέν· Ἰωάννην τὸν ; βαπτιστήν, ἄλλοι ; δέ· Ἠλίαν, ἕτεροι ; δέ· Ἰερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν.
وَبَعْدَ سِتَّةِ أَيَّامٍ أَخَذَ يَسُوعُ بُطْرُسَ وَيَعْقُوبَ وَيُوحَنَّا أَخَاهُ وَصَعِدَ بِهِمْ إِلَى جَبَل عَال مُنْفَرِدِينَ.
Καὶ ; μεθ᾽ ἓξ ἡμέρας παραλαμβάνει Ἰησοῦς ; ὁ τὸν ; Πέτρον καὶ ; Ἰάκωβον καὶ ; Ἰωάννην τὸν ; ἀδελφὸν ; αὐτοῦ ἀναφέρει ; καὶ αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾽ ; ἰδίαν.
متى 17: 13 Mat.17.13
حِينَئِذٍ فَهِمَ التَّلاَمِيذُ أَنَّهُ قَالَ لَهُمْ عَنْ يُوحَنَّا الْمَعْمَدَانِ.
τότε συνῆκαν οἱ ; μαθηταὶ ὅτι εἶπεν αὐτοῖς.¶ περὶ Ἰωάννου τοῦ ; βαπτιστοῦ
متى 21: 25 Mat.21.25
مَعْمُودِيَّةُ يُوحَنَّا: مِنْ أَيْنَ كَانَتْ. مِنَ السَّمَاءِ أَمْ مِنَ النَّاسِ. فَفَكَّرُوا فِي أَنْفُسِهِمْ قَائِلِينَ: إِنْ قُلْنَا: مِنَ السَّمَاءِ، يَقُولُ لَنَا: فَلِمَاذَا لَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ.
τὸ ; βάπτισμα Ἰωάννου πόθεν ἦν; ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων;¶ Οἱ ; δὲ ; διελογίζοντο παρ᾽ ἑαυτοῖς λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν· ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν· διὰ ; τί ; οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;
متى 21: 26 Mat.21.26
وَإِنْ قُلْنَا: مِنَ النَّاسِ، نَخَافُ مِنَ الشَّعْبِ، لأَنَّ يُوحَنَّا عِنْدَ الْجَمِيعِ مِثْلُ نَبِيٍّ.
ἐὰν ; δὲ εἴπωμεν· ἐξ ἀνθρώπων, φοβούμεθα τὸν ; ὄχλον· γὰρ τὸν ; Ἰωάννην.¶ ἔχουσιν πάντες ὡς προφήτην
متى 21: 32 Mat.21.32
لأَنَّ يُوحَنَّا جَاءَكُمْ فِي طَرِيقِ الْحَقِّ فَلَمْ تُؤْمِنُوا بِهِ، وَأَمَّا الْعَشَّارُونَ وَالزَّوَاني فَآمَنُوا وَأَنْتُمْ إِذْ رَأَيْتُمْ لَمْ تَنْدَمُوا أَخِيرًا لِتُؤْمِنُوا بِهِ.
γὰρ Ἰωάννης ἦλθεν ; πρὸς ; ὑμᾶς ἐν ὁδῷ δικαιοσύνης, καὶ ; οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· δὲ οἱ ; τελῶναι καὶ ; αἱ ; πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῷ. ; ὑμεῖς ἰδόντες οὐ μετεμελήθητε ὕστερον πιστεῦσαι τοῦ ; αὐτῷ.¶
كَانَ يُوحَنَّا يُعَمِّدُ فِي الْبَرِّيَّةِ وَيَكْرِزُ بِمَعْمُودِيَّةِ التَّوْبَةِ لِمَغْفِرَةِ الْخَطَايَا.
Ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ; ἐρήμῳ καὶ ; κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ; ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
وَكَانَ يُوحَنَّا يَلْبَسُ وَبَرَ الإِبِلِ، وَمِنْطَقَةً مِنْ جِلْدٍ عَلَى حَقْوَيْهِ، وَيَأْكُلُ جَرَادًا وَعَسَلاً بَرِّيًّا.
ἦν ; δὲ ὁ ; Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ; ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ; ὀσφὺν ; αὐτοῦ καὶ ; ἐσθίων ἀκρίδας καὶ ; μέλι ἄγριον.
وَفِي تِلْكَ الأَيَّامِ جَاءَ يَسُوعُ مِنْ نَاصِرَةِ الْجَلِيلِ وَاعْتَمَدَ مِنْ يُوحَنَّا فِي الأُرْدُنِّ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ἐν ἐκείναις ταῖς ; ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς ; Γαλιλαίας καὶ ; ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου. εἰς τὸν ; Ἰορδάνην
وَبَعْدَمَا أُسْلِمَ يُوحَنَّا جَاءَ يَسُوعُ إِلَى الْجَلِيلِ يَكْرِزُ بِبِشَارَةِ مَلَكُوتِ اللهِ
μετὰ ; δὲ τὸ ; παραδοθῆναι τὸν ; Ἰωάννην ἦλθεν Ἰησοῦς ; ὁ εἰς τὴν ; Γαλιλαίαν κηρύσσων τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ