ك
إصحاح
G2439
G2440. himátion
G2441
المعنى المختصر للكلمة
himátion: a dress (inner or outer)
اللفظ الأصلي ἱμάτιον
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق himátion (him-at-ee-on)
تكرار الورود في الكتاب 29 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

neuter of a presumed derivative of ennumi (to put on);

المعنى والشرح المفصل

a dress (inner or outer)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
apparel cloke clothes garment raiment robe vesture

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἱμάτιον (4×) ἐν ; ἱματίοις (4×) τὰ ; ἱμάτια (3×) ἱματίῳ (2×) καὶ ; ἱμάτια (2×) ὡς ; ἱμάτιον (1×) ἱματίων (1×) ἱματίου (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَمَنْ أَرَادَ أَنْ يُخَاصِمَكَ وَيَأْخُذَ ثَوْبَكَ فَاتْرُكْ لَهُ الرِّدَاءَ أَيْضًا.
καὶ ; τῷ θέλοντί σοι ; κριθῆναι καὶ ; λαβεῖν, τὸν ; χιτῶνά ; σου ἄφες αὐτῷ τὸ ; ἱμάτιον· καὶ
لَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ رُقْعَةً مِنْ قِطْعَةٍ جَدِيدَةٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، لأَنَّ الْمِلْءَ يَأْخُذُ مِنَ الثَّوْبِ، فَيَصِيرُ الْخَرْقُ أَرْدَأَ.
οὐδεὶς ; δὲ ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· γὰρ τὸ ; πλήρωμα ; αὐτοῦ αἴρει ἀπὸ τοῦ ; ἱματίου, καὶ ; γίνεται. σχίσμα χεῖρον
لَيْسَ أَحَدٌ يَجْعَلُ رُقْعَةً مِنْ قِطْعَةٍ جَدِيدَةٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، لأَنَّ الْمِلْءَ يَأْخُذُ مِنَ الثَّوْبِ، فَيَصِيرُ الْخَرْقُ أَرْدَأَ.
οὐδεὶς ; δὲ ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· γὰρ τὸ ; πλήρωμα ; αὐτοῦ αἴρει ἀπὸ τοῦ ; ἱματίου, καὶ ; γίνεται. σχίσμα χεῖρον
لكِنْ مَاذَا خَرَجْتُمْ لِتَنْظُرُوا. أَإِنْسَانًا لاَبِسًا ثِيَابًا نَاعِمَةً. هُوَذَا الَّذِينَ يَلْبَسُونَ الثِّيَابَ النَّاعِمَةَ هُمْ فِي بُيُوتِ الْمُلُوكِ.
ἀλλὰ τί ἐξήλθατε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἠμφιεσμένον; ἐν ; ἱματίοις μαλακοῖς ἰδοὺ οἱ τὰ ; φοροῦντες μαλακὰ εἰσίν· ἐν τοῖς ; οἴκοις τῶν ; βασιλέων
وَالْجَمْعُ الأَكْثَرُ فَرَشُوا ثِيَابَهُمْ فِي الطَّرِيقِ. وَآخَرُونَ قَطَعُوا أَغْصَانًا مِنَ الشَّجَرِ وَفَرَشُوهَا فِي الطَّرِيقِ.
ὁ ; δὲ ; ὄχλος πλεῖστος ἔστρωσαν ἑαυτῶν ; τὰ ; ἱμάτια ἐν τῇ ; ὁδῷ, ἄλλοι ; δὲ ἔκοπτον κλάδους ἀπὸ τῶν ; δένδρων καὶ ; ἐστρώννυον ἐν τῇ ; ὁδῷ.
لَيْسَ أَحَدٌ يَخِيطُ رُقْعَةً مِنْ قِطْعَةٍ جَدِيدَةٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْمِلْءُ الْجَدِيدُ يَأْخُذُ مِنَ الْعَتِيقِ فَيَصِيرُ الْخَرْقُ أَرْدَأَ.
Καὶ ; οὐδεὶς ἐπιράπτει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ εἰ ; δὲ ; μή, τὸ ; πλήρωμα αὐτοῦ ; τὸ ; καινὸν αἴρει τοῦ παλαιοῦ, καὶ ; γίνεται.¶ σχίσμα χεῖρον
فَلِلْوَقْتِ الْتَفَتَ يَسُوعُ بَيْنَ الْجَمْعِ شَاعِرًا فِي نَفْسِهِ بِالْقُوَّةِ الَّتِي خَرَجَتْ مِنْهُ، وَقَالَ: مَنْ لَمَسَ ثِيَابِي.
Καὶ ; εὐθὺς ἐπιστραφεὶς ὁ ; Ἰησοῦς ἐν τῷ ; ὄχλῳ ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ; δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐξ ; αὐτοῦ ἔλεγεν· τίς ἥψατο τῶν ; ἱματίων;¶
وَقَالَ لَهُمْ أَيْضًا مَثَلاً: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ رُقْعَةً مِنْ ثَوْبٍ جَدِيدٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْجَدِيدُ يَشُقُّهُ، وَالْعَتِيقُ لاَ تُوافِقُهُ الرُّقْعَةُ الَّتِي مِنَ الْجَدِيدِ.
ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοὺς καὶ παραβολὴν ὅτι ; οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ἀπὸ ἱματίου καινοῦ ἐπὶ ἱμάτιον παλαιόν· εἰ ; δὲ ; μή γε, ; καὶ ; τὸ ; καινὸν σχίσας καὶ ; τῷ ; παλαιῷ οὐ συμφωνεῖ τὸ ; ἐπίβλημα τὸ ἀπὸ τοῦ ; καινοῦ.
وَقَالَ لَهُمْ أَيْضًا مَثَلاً: لَيْسَ أَحَدٌ يَضَعُ رُقْعَةً مِنْ ثَوْبٍ جَدِيدٍ عَلَى ثَوْبٍ عَتِيق، وَإِلاَّ فَالْجَدِيدُ يَشُقُّهُ، وَالْعَتِيقُ لاَ تُوافِقُهُ الرُّقْعَةُ الَّتِي مِنَ الْجَدِيدِ.
ἔλεγεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοὺς καὶ παραβολὴν ὅτι ; οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ἀπὸ ἱματίου καινοῦ ἐπὶ ἱμάτιον παλαιόν· εἰ ; δὲ ; μή γε, ; καὶ ; τὸ ; καινὸν σχίσας καὶ ; τῷ ; παλαιῷ οὐ συμφωνεῖ τὸ ; ἐπίβλημα τὸ ἀπὸ τοῦ ; καινοῦ.
مَنْ ضَرَبَكَ عَلَى خَدِّكَ فَاعْرِضْ لَهُ الآخَرَ أَيْضًا، وَمَنْ أَخَذَ رِدَاءَكَ فَلاَ تَمْنَعْهُ ثَوْبَكَ أَيْضًا.
τῷ τύπτοντί ; σε ἐπὶ τὴν ; σιαγόνα, πάρεχε τὴν ; ἄλλην· καὶ καὶ ; ἀπὸ ; τοῦ αἴροντός σου ; τὸ ; ἱμάτιον μὴ κωλύσῃς.¶ τὸν ; χιτῶνα καὶ
بَلْ مَاذَا خَرَجْتُمْ لِتَنْظُرُوا. أَإِنْسَانًا لاَبِسًا ثِيَابًا نَاعِمَةً. هُوَذَا الَّذِينَ فِي اللِّبَاسِ الْفَاخِرِ وَالتَّنَعُّمِ هُمْ فِي قُصُورِ الْمُلُوكِ.
ἀλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἠμφιεσμένον; ἐν ; ἱματίοις μαλακοῖς ἰδοὺ οἱ ἐν ἱματισμῷ ἐνδόξῳ καὶ ; τρυφῇ ; ὑπάρχοντες εἰσίν. ἐν τοῖς ; βασιλείοις
وَلَمَّا خَرَجَ إِلَى الأَرْضِ اسْتَقْبَلَهُ رَجُلٌ مِنَ الْمَدِينَةِ كَانَ فِيهِ شَيَاطِينُ مُنْذُ زَمَانٍ طَوِيل، وَكَانَ لاَ يَلْبَسُ ثَوْبًا، وَلاَ يُقِيمُ فِي بَيْتٍ، بَلْ فِي الْقُبُورِ.
δὲ Ἐξελθόντι ; αὐτῷ ἐπὶ τὴν ; γῆν ὑπήντησεν ; αὐτῷ ἀνήρ ; τις ἐκ τῆς ; πόλεως εἶχεν; ὃς δαιμόνια. καὶ ; ἐκ χρόνων ἱκανῶν οὐκ ἐνεδιδύσκετο ἱμάτιον καὶ ; οὐκ ἔμενεν ἐν οἰκίᾳ ἀλλ᾽ ἐν τοῖς ; μνήμασιν.
وَأَتَيَا بِهِ إِلَى يَسُوعَ، وَطَرَحَا ثِيَابَهُمَا عَلَى الْجَحْشِ، وَأَرْكَبَا يَسُوعَ.
καὶ ; ἤγαγον αὐτὸν πρὸς τὸν ; Ἰησοῦν, καὶ ; ἐπιρίψαντες ἑαυτῶν; τὰ ; ἱμάτια ἐπὶ τὸν ; πῶλον ἐπεβίβασαν τὸν ; Ἰησοῦν.
قَامَ عَنِ الْعَشَاءِ، وَخَلَعَ ثِيَابَهُ، وَأَخَذَ مِنْشَفَةً وَاتَّزَرَ بِهَا،
ἐγείρεται ἐκ τοῦ ; δείπνου καὶ ; τίθησιν τὰ ; ἱμάτια, καὶ ; λαβὼν λέντιον διέζωσεν ; ἑαυτόν.
وَضَفَرَ الْعَسْكَرُ إِكْلِيلاً مِنْ شَوْكٍ وَوَضَعُوهُ عَلَى رَأْسِهِ، وَأَلْبَسُوهُ ثَوْبَ أُرْجُوَانٍ،
καὶ ; πλέξαντες οἱ ; στρατιῶται στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν τῇ αὐτοῦ ; κεφαλῇ καὶ ; περιέβαλον ; αὐτὸν ἱμάτιον πορφυροῦν
فَخَرَجَ يَسُوعُ خَارِجًا وَهُوَ حَامِلٌ إِكْلِيلَ الشَّوْكِ وَثَوْبَ الأُرْجُوانِ. فَقَالَ لَهُمْ هُوَذَا الإِنْسَانُ..
Ἐξῆλθεν ; οὖν ὁ ; Ἰησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ; στέφανον ἀκάνθινον καὶ ; τὸ ; ἱμάτιον. πορφυροῦν καὶ ; λέγει αὐτοῖς· Ἴδε ὁ ; ἄνθρωπος.
وَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْمَدِينَةِ وَرَجَمُوهُ. وَالشُّهُودُ خَلَعُوا ثِيَابَهُمْ عِنْدَ رِجْلَيْ شَابٍّ يُقَالُ لَهُ شَاوُلُ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ἔξω τῆς ; πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ ; οἱ ; μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ; αὐτῶν ; ἱμάτια παρὰ τοὺς ; πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου
فَقَامَ بُطْرُسُ وَجَاءَ مَعَهُمَا. فَلَمَّا وَصَلَ صَعِدُوا بِهِ إِلَى الْعِلِّيَّةِ، فَوَقَفَتْ لَدَيْهِ جَمِيعُ الأَرَامِلِ يَبْكِينَ وَيُرِينَ أَقْمِصَةً وَثِيَابًا مِمَّا كَانَتْ تَعْمَلُ غَزَالَةُ وَهِيَ مَعَهُنَّ.
ἀναστὰς ; δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν ; παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ; ὑπερῷον, καὶ ; παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ ; χῆραι κλαίουσαι καὶ ; ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ; ἱμάτια ὅσα ἐποίει ἡ ; Δορκάς. οὖσα μετ᾽ ; αὐτῶν
فَقَامَ الْجَمْعُ عَلَيْهِمَا، وَمَزَّقَ الْوُلاَةُ ثِيَابَهُمَا وَأَمَرُوا أَنْ يُضْرَبَا بِالْعِصِيِّ.
καὶ ; συνεπέστη ὁ ; ὄχλος κατ᾽ ; αὐτῶν, καὶ ; περιρήξαντες οἱ ; στρατηγοὶ αὐτῶν ; τὰ ; ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν·
وَإِذْ كَانُوا يُقَاوِمُونَ وَيُجَدِّفُونَ نَفَضَ ثِيَابَهُ وَقَالَ لَهُمْ: دَمُكُمْ عَلَى رُؤُوسِكُمْ. أَنَا بَرِيءٌ. مِنَ الآنَ أَذْهَبُ إِلَى الأُمَمِ.
δὲ αὐτῶν Ἀντιτασσομένων καὶ ; βλασφημούντων, ἐκτιναξάμενος τὰ ; ἱμάτια εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· τὸ ; αἷμα ; ὑμῶν ἐπὶ τὴν ; κεφαλὴν ; ὑμῶν, ἐγώ· καθαρὸς ἀπὸ τοῦ ; νῦν πορεύσομαι.¶ εἰς τὰ ; ἔθνη
وَحِينَ سُفِكَ دَمُ اسْتِفَانُوسَ شَهِيدِكَ كُنْتُ أَنَا وَاقِفًا وَرَاضِيًا بِقَتْلِهِ، وَحَافِظًا ثِيَابَ الَّذِينَ قَتَلُوهُ.
καὶ ; ὅτε ἐξεχύννετο τὸ ; αἷμα Στεφάνου τοῦ ; μάρτυρός ; σου, ἤμην αὐτὸς ἐφεστὼς καὶ ; συνευδοκῶν τῇ ; ἀναιρέσει ; αὐτοῦ καὶ ; φυλάσσων τὰ ; ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων ; αὐτόν.
وَإِذْ كَانُوا يَصِيحُونَ وَيَطْرَحُونَ ثِيَابَهُمْ وَيَرْمُونَ غُبَارًا إِلَى الْجَوِّ،
κραυγαζόντων ; δὲ; αὐτῶν καὶ ; ῥιπτούντων τὰ ; ἱμάτια καὶ ; βαλλόντων κονιορτὸν εἰς τὸν ; ἀέρα
هِيَ تَبِيدُ وَلكِنْ أَنْتَ تَبْقَى، وَكُلُّهَا كَثَوْبٍ تَبْلَى،
αὐτοὶ ἀπολοῦνται, δὲ σὺ διαμένεις· καὶ ; πάντες ὡς ; ἱμάτιον παλαιωθήσονται,
وَلاَ تَكُنْ زِينَتُكُنَّ الْخَارِجِيَّةَ، مِنْ ضَفْرِ الشَّعْرِ وَالتَّحَلِّي بِالذَّهَبِ وَلِبْسِ الثِّيَابِ،
οὐχ ἔστω κόσμος, ἔξωθεν ἐμπλοκῆς τριχῶν καὶ ; περιθέσεως χρυσίων ἢ ; ἐνδύσεως ἱματίων
مَنْ يَغْلِبُ فَذلِكَ سَيَلْبَسُ ثِيَابًا بِيضًا، وَلَنْ أَمْحُوَ اسْمَهُ مِنْ سِفْرِ الْحَيَاةِ، وَسَأَعْتَرِفُ بِاسْمِهِ أَمَامَ أَبِي وَأَمَامَ مَلاَئِكَتِهِ.
ὁ νικῶν οὗτος περιβαλεῖται ἐν ; ἱματίοις λευκοῖς, καὶ ; οὐ ; μὴ ἐξαλείψω τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ ἐκ τῆς ; βίβλου τῆς ; ζωῆς καὶ ; ἐξομολογήσομαι τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ ; πατρός ; μου καὶ ; ἐνώπιον τῶν ; ἀγγέλων ; αὐτοῦ.
أُشِيرُ عَلَيْكَ أَنْ تَشْتَرِيَ مِنِّي ذَهَبًا مُصَفًّى بِالنَّارِ لِكَيْ تَسْتَغْنِيَ، وَثِيَابًا بِيضًا لِكَيْ تَلْبَسَ، فَلاَ يَظْهَرُ خِزْيُ عُرْيَتِكَ. وَكَحِّلْ عَيْنَيْكَ بِكُحْل لِكَيْ تُبْصِرَ.
συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾽ ; ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ ; πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ; ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ, καὶ ; μὴ φανερωθῇ ἡ ; αἰσχύνη τῆς ; γυμνότητός ; σου, καὶ ; ἐγχρῖσον ὀφθαλμούς ; σου κολλούριον ἵνα βλέπῃς.
وَحَوْلَ الْعَرْشِ أَرْبَعَةٌ وَعِشْرُونَ عَرْشًا. وَرَأَيْتُ عَلَى الْعُرُوشِ أَرْبَعَةً وَعِشْرِينَ شَيْخًا جَالِسِينَ مُتَسَرْبِلِينَ بِثِيَابٍ بِيضٍ، وَعَلَى رُؤُوسِهِمْ أَكَالِيلُ مِنْ ذَهَبٍ.
καὶ ; κυκλόθεν τοῦ ; θρόνου εἴκοσι ; καὶ ; τέσσαρες, θρόνοι καὶ ; εἴδον ἐπὶ τοὺς ; θρόνους εἴκοσι ; καὶ ; τέσσαρας πρεσβυτέρους καθημένους, περιβεβλημένους ἐν ; ἱματίοις λευκοῖς, καὶ ; ἔσχον ; ἐπὶ τὰς ; κεφαλὰς ; αὐτῶν στεφάνους χρυσοῦς.
وَهُوَ مُتَسَرْبِلٌ بِثَوْبٍ مَغْمُوسٍ بِدَمٍ، وَيُدْعَى اسْمُهُ كَلِمَةَ اللهِ.
καὶ ; περιβεβλημένος ἱμάτιον βεβαμμένον αἵματι, καὶ ; καλεῖται τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ ὁ ; λόγος τοῦ ; θεοῦ.
وَلَهُ عَلَى ثَوْبِهِ وَعَلَى فَخْذِهِ اسْمٌ مَكْتُوبٌ: مَلِكُ الْمُلُوكِ وَرَبُّ الأَرْبَابِ.
καὶ ; ἔχει ἐπὶ τὸ ; ἱμάτιον καὶ ; ἐπὶ τὸν ; μηρὸν ; αὐτοῦ τὸ ; ὄνομα γεγραμμένον· βασιλεὺς βασιλέων καὶ ; κύριος κυρίων.¶