ك
إصحاح
G2211
G2212. zētéō
G2213
المعنى المختصر للكلمة
zētéō: to seek (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ζητέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق zētéō (dzay-teh-o)
تكرار الورود في الكتاب 103 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to seek (literally or figuratively)
2 specially, (by Hebraism) to worship (God), or (in a bad sense) to plot (against life)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
be (go) about desire endeavour enquire (for) require (X will) seek (after, for, means)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐζήτουν (12×) ζητῶν (9×) ζητεῖτε (9×) ζητοῦντες (6×) ἐζήτει (5×) καὶ ; ἐζήτουν (4×) ζητῶ (4×) ζητεῖ (4×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (103 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَلاَ تَطْلُبُوا أَنْتُمْ مَا تَأْكُلُونَ وَمَا تَشْرَبُونَ وَلاَ تَقْلَقُوا،
καὶ ; μὴ ζητεῖτε ὑμεῖς τί φάγητε ἢ; τί πίητε, καὶ ; μὴ μετεωρίζεσθε.
بَلِ اطْلُبُوا مَلَكُوتَ اللهِ، وَهذِهِ كُلُّهَا تُزَادُ لَكُمْ.
πλὴν ζητεῖτε τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.¶
وَلكِنَّ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ، وَيَفْعَلُ مَا يَسْتَحِقُّ ضَرَبَاتٍ، يُضْرَبُ قَلِيلاً. فَكُلُّ مَنْ أُعْطِيَ كَثِيرًا يُطْلَبُ مِنْهُ كَثِيرٌ، وَمَنْ يُودِعُونَهُ كَثِيرًا يُطَالِبُونَهُ بِأَكْثَرَ.
δὲ ὁ μὴ γνοὺς ποιήσας ; δὲ ἄξια πληγῶν δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ ; δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, ζητηθήσεται παρ᾽ ; αὐτοῦ· πολὺ καὶ ; ᾧ παρέθεντο πολύ, αἰτήσουσιν ; αὐτόν.¶ περισσότερον
وَقَالَ هذَا الْمَثَلَ: كَانَتْ لِوَاحِدٍ شَجَرَةُ تِينٍ مَغْرُوسَةٌ فِي كَرْمِهِ، فَأَتَى يَطْلُبُ فِيهَا ثَمَرًا وَلَمْ يَجِدْ.
Ἔλεγεν ; δὲ ταύτην τὴν ; παραβολήν· εἶχέν τις συκῆν πεφυτευμένην ἐν τῷ ; ἀμπελῶνι ; αὐτοῦ καὶ ; ἦλθεν ζητῶν ἐν ; αὐτῇ καρπὸν καὶ ; οὐχ εὗρεν.
فَقَالَ لِلْكَرَّامِ: هُوَذَا ثَلاَثُ سِنِينَ آتِي أَطْلُبُ ثَمَرًا فِي هذِهِ التِّينَةِ وَلَمْ أَجِدْ. اِقْطَعْهَا. لِمَاذَا تُبَطِّلُ الأَرْضَ أَيْضًا.
εἶπεν ; δὲ πρὸς ; τὸν ; ἀμπελουργόν· ἰδοὺ τρία ἔτη ἀφ᾽ ; οὗ ; ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν ταύτῃ τῇ ; συκῇ καὶ ; οὐχ εὑρίσκω· ἔκκοψον ; αὐτήν· ἱνατί καταργεῖ;¶ τὴν ; γῆν καὶ
اجْتَهِدُوا أَنْ تَدْخُلُوا مِنَ الْبَابِ الضَّيِّقِ، فَإِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ كَثِيرِينَ سَيَطْلُبُونَ أَنْ يَدْخُلُوا وَلاَ يَقْدِرُونَ
ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς ; θύρας· στενῆς ὅτι λέγω ὑμῖν, πολλοί, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ ; οὐκ ἰσχύσουσιν.
أَوْ أَيَّةُ امْرَأَةٍ لَهَا عَشْرَةُ دَرَاهِمَ، إِنْ أَضَاعَتْ دِرْهَمًا وَاحِدًا، أَلاَ تُوقِدُ سِرَاجًا وَتَكْنُسُ الْبَيْتَ وَتُفَتِّشُ بِاجْتِهَادٍ حَتَّى تَجِدَهُ.
Ἢ τίς γυνὴ ἔχουσα δέκα, δραχμὰς ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ ; σαροῖ τὴν ; οἰκίαν καὶ ; ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ; ὅτου εὕρῃ;
مَنْ طَلَبَ أَنْ يُخَلِّصَ نَفْسَهُ يُهْلِكُهَا، وَمَنْ أَهْلَكَهَا يُحْيِيهَا.
ὃς ; ἐὰν ζητήσῃ σῶσαι τὴν ; ψυχὴν ; αὐτοῦ ἀπολέσει ; αὐτήν, καὶ ; ὃς ; ἐὰν ἀπολέσῃ ; αὐτὴν ζῳογονήσει ; αὐτήν.¶
وَطَلَبَ أَنْ يَرَى يَسُوعَ مَنْ هُوَ، وَلَمْ يَقْدِرْ مِنَ الْجَمْعِ، لأَنَّهُ كَانَ قَصِيرَ الْقَامَةِ.
καὶ ; ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ; Ἰησοῦν τίς ἐστιν καὶ ; οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ; ὄχλου, ὅτι ἦν. μικρὸς τῇ ; ἡλικίᾳ
لأَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ قَدْ جَاءَ لِكَيْ يَطْلُبَ وَيُخَلِّصَ مَا قَدْ هَلَكَ.
γὰρ ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου ἦλθεν ζητῆσαι καὶ ; σῶσαι τὸ ἀπολωλός.¶
وَكَانَ يُعَلِّمُ كُلَّ يَوْمٍ فِي الْهَيْكَلِ، وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ مَعَ وُجُوهِ الشَّعْبِ يَطْلُبُونَ أَنْ يُهْلِكُوهُ،
καὶ ; ἦν διδάσκων καθ᾽ τὸ ; ἡμέραν ἐν ἱερῷ· ; τῷ δὲ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς καὶ οἱ ; πρῶτοι λαοῦ, ; τοῦ ἐζήτουν ἀπολέσαι ; αὐτὸν
فَطَلَبَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ أَنْ يُلْقُوا الأَيَادِيَ عَلَيْهِ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ هذَا الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ.
Καὶ ; ἐζήτησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς γραμματεῖς ; οἱ ἐπιβαλεῖν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἐν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; λαόν· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς
وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ يَطْلُبُونَ كَيْفَ يَقْتُلُونَهُ، لأَنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ.
καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς ἐζήτουν πῶς ἀνέλωσιν ; αὐτόν· γὰρ ἐφοβοῦντο τὸν ; λαόν.
فَوَاعَدَهُمْ. وَكَانَ يَطْلُبُ فُرْصَةً لِيُسَلِّمَهُ إِلَيْهِمْ خِلْوًا مِنْ جَمْعٍ.
καὶ ; ἐξωμολόγησεν καὶ ; ἐζήτει εὐκαιρίαν παραδοῦναι ; αὐτὸν αὐτοῖς.¶ ἄτερ ὄχλου
وَإِذْ كُنَّ خَائِفَاتٍ وَمُنَكِّسَاتٍ وُجُوهَهُنَّ إِلَى الأَرْضِ، قَالاَ لَهُنَّ: لِمَاذَا تَطْلُبْنَ الْحَيَّ بَيْنَ الأَمْوَاتِ.
δὲ γενομένων ; αὐτῶν ἐμφόβων καὶ ; κλινουσῶν τὸ; πρόσωπον εἰς τὴν ; γῆν εἶπαν πρὸς ; αὐτάς· τί ζητεῖτε τὸν ; ζῶντα μετὰ τῶν ; νεκρῶν;
فَالْتَفَتَ يَسُوعُ وَنَظَرَهُمَا يَتْبَعَانِ، فَقَالَ لَهُمَا: مَاذَا تَطْلُبَانِ. فَقَالاَ: رَبِّي، الَّذِي تَفْسِيرُهُ: يَا مُعَلِّمُ، أَيْنَ تَمْكُثُ.
Στραφεὶς ; δὲ ὁ ; Ἰησοῦς καὶ ; θεασάμενος ; αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· τί ζητεῖτε; οἱ ; δὲ ; εἶπαν ; αὐτῷ· ῥαββί, ὃ ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε, ποῦ μένεις;
وَلكِنْ تَأْتِي سَاعَةٌ، وَهِيَ الآنَ، حِينَ السَّاجِدُونَ الْحَقِيقِيُّونَ يَسْجُدُونَ لِلآبِ بِالرُّوحِ وَالْحَقِّ، لأَنَّ الآبَ طَالِبٌ مِثْلَ هؤُلاَءِ السَّاجِدِينَ لَهُ.
ἀλλ᾽ ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν, νῦν ὅτε οἱ ; προσκυνηταὶ ἀληθινοὶ προσκυνήσουσιν τῷ ; πατρὶ ἐν ; πνεύματι καὶ ; ἀληθείᾳ· καὶ ; γὰρ ὁ ; πατὴρ ζητεῖ τοιούτους τοὺς ; προσκυνοῦντας αὐτόν.
وَعِنْدَ ذلِكَ جَاءَ تَلاَمِيذُهُ، وَكَانُوا يَتَعَجَّبُونَ أَنَّهُ يَتَكَلَّمُ مَعَ امْرَأَةٍ. وَلكِنْ لَمْ يَقُلْ أَحَدٌ: مَاذَا تَطْلُبُ. أَوْ لِمَاذَا تَتَكَلَّمُ مَعَهَا.
καὶ ; ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ καὶ ἐθαύμασαν ὅτι ἐλάλει· μετὰ γυναικὸς μέντοι οὐδεὶς ; εἶπεν· τί ζητεῖς, ἢ τί λαλεῖς μετ᾽ ; αὐτῆς;¶
وَلِهذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْرُدُونَ يَسُوعَ، وَيَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ عَمِلَ هذَا فِي سَبْتٍ.
καὶ ; διὰ ; τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐδίωκον τὸν ; Ἰησοῦν καὶ ; ἐζήτουν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι ἐποίει ταῦτα ἐν σαββάτῳ.¶
فَمِنْ أَجْلِ هذَا كَانَ الْيَهُودُ يَطْلُبُونَ أَكْثَرَ أَنْ يَقْتُلُوهُ، لأَنَّهُ لَمْ يَنْقُضِ السَّبْتَ فَقَطْ، بَلْ قَالَ أَيْضًا إِنَّ اللهَ أَبُوهُ، مُعَادِلاً نَفْسَهُ بِاللهِ.
οὖν διὰ τοῦτο οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν μᾶλλον αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ ἔλυεν τὸ ; σάββατον, μόνον ἀλλὰ ἔλεγεν καὶ τὸν ; θεὸν πατέρα ; ἴδιον ἴσον ; ποιῶν ἑαυτὸν τῷ ; θεῷ.
أَنَا لاَ أَقْدِرُ أَنْ أَفْعَلَ مِنْ نَفْسِي شَيْئًا. كَمَا أَسْمَعُ أَدِينُ، وَدَيْنُونَتِي عَادِلَةٌ، لأَنِّي لاَ أَطْلُبُ مَشِيئَتِي بَلْ مَشِيئَةَ الآبِ الَّذِي أَرْسَلَنِي.
ἐγὼ οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ᾽ ἐμαυτοῦ οὐδέν· καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ; ἡ ; κρίσις ; ἡ ; ἐμὴ δικαία ; ἐστίν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ ; θέλημα ; τὸ ; ἐμὸν ἀλλὰ τὸ ; θέλημα πατρός.¶ τοῦ πέμψαντός ; με
كَيْفَ تَقْدِرُونَ أَنْ تُؤْمِنُوا وَأَنْتُمْ تَقْبَلُونَ مَجْدًا بَعْضُكُمْ مِنْ بَعْضٍ، وَالْمَجْدُ الَّذِي مِنَ الإِلهِ الْوَاحِدِ لَسْتُمْ تَطْلُبُونَهُ.
Πῶς δύνασθε πιστεῦσαι ὑμεῖς λαμβάνοντες δόξαν παρὰ ; ἀλλήλων καὶ ; τὴν ; δόξαν τὴν παρὰ τοῦ ; θεοῦ μόνου οὐ ζητεῖτε;¶
فَلَمَّا رَأَى الْجَمْعُ أَنَّ يَسُوعَ لَيْسَ هُوَ هُنَاكَ وَلاَ تَلاَمِيذُهُ، دَخَلُوا هُمْ أَيْضًا السُّفُنَ وَجَاءُوا إِلَى كَفْرِنَاحُومَ يَطْلُبُونَ يَسُوعَ.
οὖν ; ὅτε εἶδεν ὁ ; ὄχλος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ οὐδὲ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ, ἐνέβησαν αὐτοὶ καὶ εἰς ; τὰ ; πλοῖα καὶ ; ἦλθον εἰς Καφαρναοὺμ ζητοῦντες Ἰησοῦν, ; τὸν
وَكَانَ يَسُوعُ يَتَرَدَّدُ بَعْدَ هذَا فِي الْجَلِيلِ، لأَنَّهُ لَمْ يُرِدْ أَنْ يَتَرَدَّدَ فِي الْيَهُودِيَّةِ لأَنَّ الْيَهُودَ كَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ.
Καὶ ὁ ; Ἰησοῦς περιεπάτει μετὰ ταῦτα ἐν Γαλιλαίᾳ· ; τῇ γὰρ οὐ ἤθελεν περιπατεῖν, ἐν τῇ ; Ἰουδαίᾳ ὅτι οἱ ; Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ; ἀποκτεῖναι.
لأَنَّهُ لَيْسَ أَحَدٌ يَعْمَلُ شَيْئًا فِي الْخَفَاءِ وَهُوَ يُرِيدُ أَنْ يَكُونَ عَلاَنِيَةً. إِنْ كُنْتَ تَعْمَلُ هذِهِ الأَشْيَاءَ فَأَظْهِرْ نَفْسَكَ لِلْعَالَمِ.
γάρ οὐδεὶς ποιεῖ τι ἐν κρυπτῷ καὶ ; ζητεῖ αὐτὸς ; εἶναι· ἐν ; παρρησίᾳ εἰ ποιεῖς, ταῦτα φανέρωσον σεαυτὸν τῷ ; κόσμῳ.
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
مَنْ يَتَكَلَّمُ مِنْ نَفْسِهِ يَطْلُبُ مَجْدَ نَفْسِهِ، وَأَمَّا مَنْ يَطْلُبُ مَجْدَ الَّذِي أَرْسَلَهُ فَهُوَ صَادِقٌ وَلَيْسَ فِيهِ ظُلْمٌ.
ὁ λαλῶν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ ζητεῖ· τὴν ; δόξαν τὴν ; ἰδίαν δὲ ὁ ζητῶν τὴν ; δόξαν τοῦ πέμψαντος ; αὐτόν, οὗτος ἀληθής ; ἐστιν, καὶ ; οὐκ ; ἔστιν. ἐν ; αὐτῷ ἀδικία
أَلَيْسَ مُوسَى قَدْ أَعْطَاكُمُ النَّامُوسَ. وَلَيْسَ أَحَدٌ مِنْكُمْ يَعْمَلُ النَّامُوسَ. لِمَاذَا تَطْلُبُونَ أَنْ تَقْتُلُونِي.
οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ; ὑμῖν τὸν ; νόμον; καὶ ; οὐδεὶς ἐξ ; ὑμῶν ποιεῖ τὸν ; νόμον· τί ζητεῖτε με ; ἀποκτεῖναι;
أَجَابَ الْجَمْعُ وَقَالوُا: بِكَ شَيْطَانٌ. مَنْ يَطْلُبُ أَنْ يَقْتُلَكَ.
ἀπεκρίθη ὁ ; ὄχλος καὶ ; εἶπεν· ἔχεις· δαιμόνιον τίς ζητεῖ σε ; ἀποκτεῖναι;¶
فَقَالَ قَوْمٌ مِنْ أَهْلِ أُورُشَلِيمَ: أَلَيْسَ هذَا هُوَ الَّذِي يَطْلُبُونَ أَنْ يَقْتُلُوهُ.
ἔλεγον ; οὖν τινες ἐκ τῶν ; Ἱεροσολυμιτῶν· οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι;