ك
إصحاح
G2197
G2198. záō
G2199
المعنى المختصر للكلمة
záō: to live (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي ζάω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق záō (dzah-o)
تكرار الورود في الكتاب 141 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

to live (literally or figuratively)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
life(-time) (a-)live(-ly) quick

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ζῇ (7×) ζήσεται (7×) ζῶν (6×) ζῶμεν, (5×) οἱ ; ζῶντες (4×) ζῶντος, (4×) ζῶ (4×) τῷ ; ζῶντι (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (141 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَأَجَابَ وَقَالَ: مَكْتُوبٌ: لَيْسَ بِالْخُبْزِ وَحْدَهُ يَحْيَا الإِنْسَانُ، بَلْ بِكُلِّ كَلِمَةٍ تَخْرُجُ مِنْ فَمِ اللهِ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν· γέγραπται· οὐκ ἐπ᾽ ; ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾽ ἐπὶ ; παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος θεοῦ.¶
وَفِيمَا هُوَ يُكَلِّمُهُمْ بِهذَا، إِذَا رَئِيسٌ قَدْ جَاءَ فَسَجَدَ لَهُ قَائِلاً: إِنَّ ابْنَتِي الآنَ مَاتَتْ، لكِنْ تَعَالَ وَضَعْ يَدَكَ عَلَيْهَا فَتَحْيَا.
αὐτοῦ λαλοῦντος ; αὐτοῖς Ταῦτα ἰδοὺ ἄρχων ; εἷς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ ; θυγάτηρ ; μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλ᾽ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν ; χεῖρά ; σου ἐπ᾽ ; αὐτήν, καὶ ; ζήσεται.
متى 16: 16 Mat.16.16
فَأَجَابَ سِمْعَانُ بُطْرُسُ وَقَالَ: أَنْتَ هُوَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ الْحَيِّ..
Ἀποκριθεὶς ; δὲ Σίμων Πέτρος εἶπεν· σὺ εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ζῶντος.¶
متى 22: 32 Mat.22.32
أَنَا إِلهُ إِبْرَاهِيمَ وَإِلهُ إِسْحَاقَ وَإِلهُ يَعْقُوبَ. لَيْسَ اللهُ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ.
ἐγώ ; εἰμι ὁ ; θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ; ὁ ; θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ; ἔστιν ὁ ; θεὸς θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων.¶
متى 26: 63 Mat.26.63
وَأَمَّا يَسُوعُ فَكَانَ سَاكِتًا. فَأَجَابَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَقَالَ لَهُ: أَسْتَحْلِفُكَ بِاللهِ الْحَيِّ أَنْ تَقُولَ لَنَا: هَلْ أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς ἐσιώπα. καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· ἐξορκίζω ; σε κατὰ ; θεοῦ ; τοῦ τοῦ ; ζῶντος ἵνα εἴπῃς ἡμῖν εἰ σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ.
متى 27: 63 Mat.27.63
قَائِلِينَ: يَا سَيِّدُ، قَدْ تَذَكَّرْنَا أَنَّ ذلِكَ الْمُضِلَّ قَالَ وَهُوَ حَيٌّ: إِنِّي بَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ أَقُومُ.
λέγοντες· κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ ; πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν· μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι.
وَطَلَبَ إِلَيْهِ كَثِيرًا قَائِلاً: ابْنَتِي الصَّغِيرَةُ عَلَى آخِرِ نَسَمَةٍ. لَيْتَكَ تَأْتِي وَتَضَعُ يَدَكَ عَلَيْهَا لِتُشْفَى فَتَحْيَا..
καὶ ; παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ λέγων ; ὅτι τὸ ; θυγάτριόν ; μου ἐσχάτως ἔχει, ἵνα ; ἐλθὼν ἐπιθῇς τὰς ; χεῖρας αὐτῇ ὅπως; σωθῇ καὶ ; ζήσεται
لَيْسَ هُوَ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ. فَأَنْتُمْ إِذًا تَضِلُّونَ كَثِيرًا..
οὐκ ἔστιν ὁ ; θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ θεὸς ζώντων· ὑμεῖς οὖν πλανᾶσθε.¶ πολὺ
فَلَمَّا سَمِعَ أُولئِكَ أَنَّهُ حَيٌّ، وَقَدْ نَظَرَتْهُ، لَمْ يُصَدِّقُوا.
ἀκούσαντες κἀκεῖνοι ὅτι ζῇ καὶ ; ἐθεάθη ; ὑπ᾽ ; αὐτῆς ἠπίστησαν.
وَكَانَتْ نَبِيَّةٌ، حَنَّةُ بِنْتُ فَنُوئِيلَ مِنْ سِبْطِ أَشِيرَ، وَهِيَ مُتَقدِّمَةٌ فِي أَيَّامٍ كَثِيرَةٍ، قَدْ عَاشَتْ مَعَ زَوْجٍ سَبْعَ سِنِينَ بَعْدَ بُكُورِيَّتِهَا.
Καὶ ; ἦν προφῆτις, Ἅννα θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ; αὐτῆς· ; παρθενίας
فَأَجَابَهُ يَسُوعُ قِائِلاً: مَكْتُوبٌ: أَنْ لَيْسَ بِالْخُبْزِ وَحْدَهُ يَحْيَا الإِنْسَانُ، بَلْ بِكُلِّ كَلِمَةٍ مِنَ اللهِ.
καὶ ; ἀπεκρίθη ; πρὸς ; αὐτὸν Ἰησοῦς λέγων· γέγραπται ὅτι οὐκ ἐπ᾽ ; ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ; ἄνθρωπος ἀλλ᾽ ἐπὶ ; παντὶ ῥήματι θεοῦ.¶
فَقَالَ لَهُ: بِالصَّوَابِ أَجَبْتَ. اِفْعَلْ هذَا فَتَحْيَا.
Εἶπεν ; δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· ποίει τοῦτο καὶ ; ζήσῃ.¶
وَبَعْدَ أَيَّامٍ لَيْسَتْ بِكَثِيرَةٍ جَمَعَ الابْنُ الأَصْغَرُ كُلَّ شَيْءٍ وَسَافَرَ إِلَى كُورَةٍ بَعِيدَةٍ، وَهُنَاكَ بَذَّرَ مَالَهُ بِعَيْشٍ مُسْرِفٍ.
καὶ ; μετ᾽ ἡμέρας οὐ πολλὰς συναγαγὼν ὁ ; υἱὸς νεώτερος ἅπαντα ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακρὰν καὶ ; ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν ; οὐσίαν ; αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.
وَلَيْسَ هُوَ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ، لأَنَّ الْجَمِيعَ عِنْدَهُ أَحْيَاءٌ.
δὲ ; οὐκ ἔστιν θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων· γὰρ πάντες αὐτῷ ζῶσιν.¶
وَلَيْسَ هُوَ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ، لأَنَّ الْجَمِيعَ عِنْدَهُ أَحْيَاءٌ.
δὲ ; οὐκ ἔστιν θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων· γὰρ πάντες αὐτῷ ζῶσιν.¶
وَإِذْ كُنَّ خَائِفَاتٍ وَمُنَكِّسَاتٍ وُجُوهَهُنَّ إِلَى الأَرْضِ، قَالاَ لَهُنَّ: لِمَاذَا تَطْلُبْنَ الْحَيَّ بَيْنَ الأَمْوَاتِ.
δὲ γενομένων ; αὐτῶν ἐμφόβων καὶ ; κλινουσῶν τὸ; πρόσωπον εἰς τὴν ; γῆν εἶπαν πρὸς ; αὐτάς· τί ζητεῖτε τὸν ; ζῶντα μετὰ τῶν ; νεκρῶν;
وَلَمَّا لَمْ يَجِدْنَ جَسَدَهُ أَتَيْنَ قَائِلاَتٍ: إِنَّهُنَّ رَأَيْنَ مَنْظَرَ مَلاَئِكَةٍ قَالُوا إِنَّهُ حَيٌّ.
καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ ; σῶμα ; αὐτοῦ ἦλθον λέγουσαι ἑωρακέναι ὀπτασίαν ἀγγέλων οἳ ; λέγουσιν αὐτὸν ζῆν.
أَجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهاَ: لَوْ كُنْتِ تَعْلَمِينَ عَطِيَّةَ اللهِ، وَمَنْ هُوَ الَّذِي يَقُولُ لَكِ أَعْطِينِي لأَشْرَبَ، لَطَلَبْتِ أَنْتِ مِنْهُ فَأَعْطَاكِ مَاءً حَيًّا.
Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ ; εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν ; δωρεὰν τοῦ ; θεοῦ καὶ ; τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι· δός ; μοι πεῖν, ἂν ; ᾔτησας σὺ αὐτὸν καὶ ; ἔδωκεν ; ἄν ; σοι ὕδωρ ζῶν.
قَالَتْ لَهُ الْمَرْأَةُ: يَا سَيِّدُ، لاَ دَلْوَ لَكَ وَالْبِئْرُ عَمِيقَةٌ. فَمِنْ أَيْنَ لَكَ الْمَاءُ الْحَيُّ.
λέγει αὐτῷ ἡ ; γυνή· κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ ; τὸ ; φρέαρ ἐστὶν ; βαθύ· πόθεν ; οὖν ἔχεις τὸ ; ὕδωρ τὸ ; ζῶν;
قَالَ لَهُ يَسُوعُ: اذْهَبْ. اِبْنُكَ حَيٌّ. فَآمَنَ الرَّجُلُ بِالْكَلِمَةِ الَّتِي قَالَهَا لَهُ يَسُوعُ، وَذَهَبَ.
Λέγει αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς· πορεύου, ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν ὁ ; ἄνθρωπος τῷ ; λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἐπορεύετο.
وَفِيمَا هُوَ نَازِلٌ اسْتَقْبَلَهُ عَبِيدُهُ وَأَخْبَرُوهُ قَائِلِينَ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ.
ἤδη ; δὲ αὐτοῦ καταβαίνοντος ἀπήντησαν; αὐτῷ οἱ ; δοῦλοι ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπήγγειλαν λέγοντες ὅτι ὁ ; παῖς ; σου ζῇ.
فَفَهِمَ الأَبُ أَنَّهُ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ الَّتِي قَالَ لَهُ فِيهَا يَسُوعُ: إِنَّ ابْنَكَ حَيٌّ. فَآمَنَ هُوَ وَبَيْتُهُ كُلُّهُ.
Ἔγνω ; οὖν ὁ ; πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ; ὥρᾳ ᾗ εἶπεν αὐτῷ ἐν ὁ ; Ἰησοῦς ὅτι· ὁ ; υἱός ; σου ζῇ. καὶ ; ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ; ἡ ; οἰκία ; αὐτοῦ ὅλη.¶
اَلْحَقَّ الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ تَأْتِي سَاعَةٌ وَهِيَ الآنَ، حِينَ يَسْمَعُ الأَمْوَاتُ صَوْتَ ابْنِ اللهِ، وَالسَّامِعُونَ يَحْيَوْنَ.
Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα καὶ ; ἐστιν νῦν ὅτε ἀκούσονται οἱ ; νεκροὶ τῆς ; φωνῆς τοῦ ; υἱοῦ τοῦ ; θεοῦ καὶ ; οἱ ; ἀκούσαντες ζήσονται
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
أَنَا هُوَ الْخُبْزُ الْحَيُّ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. إِنْ أَكَلَ أَحَدٌ مِنْ هذَا الْخُبْزِ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ. وَالْخُبْزُ الَّذِي أَنَا أُعْطِي هُوَ جَسَدِي الَّذِي أَبْذِلُهُ مِنْ أَجْلِ حَيَاةِ الْعَالَمِ.
Ἐγώ εἰμι ὁ ; ἄρτος ὁ ; ζῶν ὁ καταβάς· ἐκ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐάν φάγῃ τις ἐκ τούτου τοῦ ; ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα. καὶ ; ὁ ; ἄρτος ὃν ἐγὼ δώσω ἐστιν ἡ ; σάρξ ; μού ἣν ἐγὼ ; δώσω ὑπὲρ τῆς ; ζωῆς.¶ τοῦ ; κόσμου
كَمَا أَرْسَلَنِي الآبُ الْحَيُّ، وَأَنَا حَيٌّ بِالآبِ، فَمَنْ يَأْكُلْنِي فَهُوَ يَحْيَا بِي.
καθὼς ἀπέστειλέν ; με ὁ ; πατὴρ ζῶν κἀγὼ ζῶ διὰ ; τὸν ; πατέρα, καὶ ; ὁ τρώγων ; με κἀκεῖνος ζήσεται δι᾽ ; ἐμέ.
كَمَا أَرْسَلَنِي الآبُ الْحَيُّ، وَأَنَا حَيٌّ بِالآبِ، فَمَنْ يَأْكُلْنِي فَهُوَ يَحْيَا بِي.
καθὼς ἀπέστειλέν ; με ὁ ; πατὴρ ζῶν κἀγὼ ζῶ διὰ ; τὸν ; πατέρα, καὶ ; ὁ τρώγων ; με κἀκεῖνος ζήσεται δι᾽ ; ἐμέ.
كَمَا أَرْسَلَنِي الآبُ الْحَيُّ، وَأَنَا حَيٌّ بِالآبِ، فَمَنْ يَأْكُلْنِي فَهُوَ يَحْيَا بِي.
καθὼς ἀπέστειλέν ; με ὁ ; πατὴρ ζῶν κἀγὼ ζῶ διὰ ; τὸν ; πατέρα, καὶ ; ὁ τρώγων ; με κἀκεῖνος ζήσεται δι᾽ ; ἐμέ.
هذَا هُوَ الْخُبْزُ الَّذِي نَزَلَ مِنَ السَّمَاءِ. لَيْسَ كَمَا أَكَلَ آبَاؤُكُمُ الْمَنَّ وَمَاتُوا. مَنْ يَأْكُلْ هذَا الْخُبْزَ فَإِنَّهُ يَحْيَا إِلَى الأَبَدِ.
οὗτός ἐστιν ὁ ; ἄρτος ὁ καταβάς, ἐξ τοῦ ; οὐρανοῦ οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ ; πατέρες ; ὑμῶν τὸ ; μάννα καὶ ; ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ; ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν ; αἰῶνα.¶
وَنَحْنُ قَدْ آمَنَّا وَعَرَفْنَا أَنَّكَ أَنْتَ الْمَسِيحُ ابْنُ اللهِ الْحَيِّ.
καὶ ; ἡμεῖς πεπιστεύκαμεν καὶ ; ἐγνώκαμεν ὅτι σὺ ; εἶ ὁ ; χριστὸς ὁ ; υἱὸς τοῦ ; θεοῦ τοῦ ; ζῶντος.