ك
إصحاح
G2126
G2127. eulogéō
G2128
المعنى المختصر للكلمة
eulogéō: to speak well of, i.e. (religiously) to bless (thank or invoke a benediction upon, prosper)
اللفظ الأصلي εὐλογέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق eulogéō (yoo-log-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 35 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to speak well of, i.e. (religiously) to bless (thank or invoke a benediction upon, prosper)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bless praise

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

εὐλογημένος (6×) εὐλόγησεν (4×) εὐλογεῖτε (4×) εὐλογημένη (3×) καὶ ; εὐλογήσας (2×) εὐλογοῦμεν, (2×) Ἤ; μὴν ; εὐλογῶν (1×) καὶ ; εὐλόγησεν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (35 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَأَمَّا أَنَا فَأَقُولُ لَكُمْ: أَحِبُّوا أَعْدَاءَكُمْ. بَارِكُوا لاَعِنِيكُمْ. أَحْسِنُوا إِلَى مُبْغِضِيكُمْ، وَصَلُّوا لأَجْلِ الَّذِينَ يُسِيئُونَ إِلَيْكُمْ وَيَطْرُدُونَكُمْ،
δὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν· ἀγαπᾶτε τοὺς ; ἐχθροὺς ; ὑμῶν εὐλογεῖτε τοὺς ; καταρωμένους ; ὑμᾶς καλῶς ; ποιεῖτε τοὺς μισοῦντας ; ὑμᾶς καὶ ; προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ ; διωκόντων ; ὑμᾶς,
متى 14: 19 Mat.14.19
فَأَمَرَ الْجُمُوعَ أَنْ يَتَّكِئُوا عَلَى الْعُشْبِ. ثُمَّ أَخَذَ الأَرْغِفَةَ الْخَمْسَةَ وَالسَّمَكَتَيْنِ، وَرَفَعَ نَظَرَهُ نَحْوَ السَّمَاءِ وَبَارَكَ وَكَسَّرَ وَأَعْطَى الأَرْغِفَةَ لِلتَّلاَمِيذِ، وَالتَّلاَمِيذُ لِلْجُمُوعِ.
καὶ ; κελεύσας τοὺς ; ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς; χόρτους καὶ λαβὼν τοὺς ; ἄρτους πέντε καὶ ; τοὺς ; δύο ; ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν ; οὐρανὸν εὐλόγησεν, καὶ ; κλάσας ἔδωκεν τοὺς ; ἄρτους, τοῖς ; μαθηταῖς οἱ ; δὲ ; μαθηταὶ τοῖς ; ὄχλοις.
وَالْجُمُوعُ الَّذِينَ تَقَدَّمُوا وَالَّذِينَ تَبِعُوا كَانُوا يَصْرَخُونَ قَائِلِينَ: أُوصَنَّا لابْنِ دَاوُدَ. مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. أُوصَنَّا فِي الأَعَالِي..
οἱ ; δὲ ; ὄχλοι οἱ προάγοντες καὶ ; οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον λέγοντες· ὡσαννὰ τῷ ; υἱῷ Δαυίδ, εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου, ὡσαννὰ ἐν τοῖς ; ὑψίστοις.¶
متى 23: 39 Mat.23.39
لأَنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ لاَ تَرَوْنَني مِنَ الآنَ حَتَّى تَقُولُوا: مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ..
γὰρ λέγω ὑμῖν· οὐ ; μή με ; ἴδητε ἀπ᾽ ἄρτι ἕως ; ἂν εἴπητε· εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου.¶
متى 26: 26 Mat.26.26
وَفِيمَا هُمْ يَأْكُلُونَ أَخَذَ يَسُوعُ الْخُبْزَ، وَبَارَكَ وَكَسَّرَ وَأَعْطَى التَّلاَمِيذَ وَقَالَ: خُذُوا كُلُوا. هذَا هُوَ جَسَدِي.
δὲ αὐτῶν Ἐσθιόντων λαβὼν ὁ ; Ἰησοῦς ἄρτον ; τὸν καὶ ; εὐλογήσας ἔκλασεν, καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς καὶ ; εἶπεν· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστιν τὸ ; σῶμά ; μου.
فَأَخَذَ الأَرْغِفَةَ الْخَمْسَةَ وَالسَّمَكَتَيْنِ، وَرَفَعَ نَظَرَهُ نَحْوَ السَّمَاءِ، وَبَارَكَ ثُمَّ كَسَّرَ الأَرْغِفَةَ، وَأَعْطَى تَلاَمِيذَهُ لِيُقَدِّمُوا إِلَيْهِمْ، وَقَسَّمَ السَّمَكَتَيْنِ لِلْجَمِيعِ،
καὶ ; λαβὼν τοὺς ; ἄρτους πέντε καὶ ; τοὺς ; δύο ; ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς ; τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν καὶ κατέκλασεν τοὺς ; ἄρτους καὶ ; ἐδίδου τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ἵνα ; παραθῶσιν αὐτοῖς, καὶ ; ἐμέρισεν τοὺς ; δύο ; ἰχθύας πᾶσιν.
وَكَانَ مَعَهُمْ قَلِيلٌ مِنْ صِغَارِ السَّمَكِ، فَبَارَكَ وَقَالَ أَنْ يُقَدِّمُوا هذِهِ أَيْضًا.
καὶ ; εἶχον ὀλίγα· ἰχθύδια καὶ ; εὐλογήσας εἶπεν παραθεῖναι αὐτὰ καὶ
فَاحْتَضَنَهُمْ وَوَضَعَ يَدَيْهِ عَلَيْهِمْ وَبَارَكَهُمْ.
καὶ ; ἐναγκαλισάμενος ; αὐτὰ τιθεὶς τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτά.¶ ηὐλόγει
وَالَّذِينَ تَقَدَّمُوا، وَالَّذِينَ تَبِعُوا كَانُوا يَصْرُخُونَ قَائِلِينَ: أُوصَنَّا. مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ.
καὶ ; οἱ προάγοντες καὶ ; οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον λέγοντες· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου,
مُبَارَكَةٌ مَمْلَكَةُ أَبِينَا دَاوُدَ الآتِيَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ. أُوصَنَّا فِي الأَعَالِي..
εὐλογημένη ἡ ; βασιλεία τοῦ ; πατρὸς ; ἡμῶν Δαυίδ, ἐρχομένη ἐν ; ὀνόματι κυρίου ὡσαννὰ ἐν τοῖς ; ὑψίστοις.¶
وَفِيمَا هُمْ يَأْكُلُونَ، أَخَذَ يَسُوعُ خُبْزًا وَبَارَكَ وَكَسَّرَ، وَأَعْطَاهُمْ وَقَالَ: خُذُوا كُلُوا، هذَا هُوَ جَسَدِي.
καὶ ; ἐσθιόντων ; αὐτῶν, λαβὼν ὁ ; Ἰησοῦς ἄρτον, εὐλογήσας ἔκλασεν καὶ ; ἔδωκεν ; αὐτοῖς καὶ ; εἶπεν· λάβετε φάγετε, τοῦτό ἐστιν τὸ ; σῶμά ; μου.
فَدَخَلَ إِلَيْهَا الْمَلاَكُ وَقَالَ: سَلاَمٌ لَكِ أَيَّتُهَا الْمُنْعَمُ عَلَيْهَا. اَلرَّبُّ مَعَكِ. مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ.
Καὶ ; εἰσελθὼν πρὸς ; αὐτὴν ὁ ; ἄγγελος εἶπεν· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ ; κύριος μετὰ ; σοῦ εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.
وَصَرَخَتْ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَتْ: مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ وَمُبَارَكَةٌ هِيَ ثَمَرَةُ بَطْنِكِ.
καὶ ; ἀνεφώνησεν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ; εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ ; εὐλογημένος ὁ ; καρπὸς τῆς ; κοιλίας ; σου.
وَصَرَخَتْ بِصَوْتٍ عَظِيمٍ وَقَالَتْ: مُبَارَكَةٌ أَنْتِ فِي النِّسَاءِ وَمُبَارَكَةٌ هِيَ ثَمَرَةُ بَطْنِكِ.
καὶ ; ἀνεφώνησεν φωνῇ μεγάλῃ καὶ ; εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν, καὶ ; εὐλογημένος ὁ ; καρπὸς τῆς ; κοιλίας ; σου.
وَفِي الْحَالِ انْفَتَحَ فَمُهُ وَلِسَانُهُ وَتَكَلَّمَ وَبَارَكَ اللهَ.
δὲ παραχρῆμα Ἀνεῴχθη τὸ ; στόμα ; αὐτοῦ καὶ ; ἡ ; γλῶσσα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐλάλει εὐλογῶν τὸν ; θεόν.
أَخَذَهُ عَلَى ذِرَاعَيْهِ وَبَارَكَ اللهَ وَقَالَ:
καὶ ; αὐτὸς ; ἐδέξατο ; αὐτὸ εἰς τὰς ; ἀγκάλας ; αὐτοῦ καὶ ; εὐλόγησεν τὸν ; θεὸν καὶ ; εἶπεν·
بَارِكُوا لاَعِنِيكُمْ، وَصَلُّوا لأَجْلِ الَّذِينَ يُسِيئُونَ إِلَيْكُمْ.
εὐλογεῖτε τοὺς ; καταρωμένους ; ὑμῖν καὶ ; προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς.
هُوَذَا بَيْتُكُمْ يُتْرَكُ لَكُمْ خَرَابًا. وَالْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّكُمْ لاَ تَرَوْنَنِي حَتَّى يَأْتِيَ وَقْتٌ تَقُولُونَ فِيهِ: مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ..
ἰδοὺ ὁ ; οἶκος ; ὑμῶν ἀφίεται ὑμῖν ἔρημος. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι· οὐ ; μὴ ἴδητέ ; με ἕως ; ἄν ἥξῃ ὅτε ; εἴπητε· εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου.¶
قَائِلِينَ: مُبَارَكٌ الْمَلِكُ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. سَلاَمٌ فِي السَّمَاءِ وَمَجْدٌ فِي الأَعَالِي..
λέγοντες· εὐλογημένος ὁ ; βασιλεὺς ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου· εἰρήνη, ἐν οὐρανῷ καὶ ; δόξα ἐν ὑψίστοις.
فَلَمَّا اتَّكَأَ مَعَهُمَا، أَخَذَ خُبْزًا وَبَارَكَ وَكَسَّرَ وَنَاوَلَهُمَا،
καὶ ; ἐν τῷ ; κατακλιθῆναι ; αὐτὸν μετ᾽ ; αὐτῶν λαβὼν ἄρτον εὐλόγησεν καὶ ; κλάσας ἐπεδίδου ; αὐτοῖς.
وَكَانُوا كُلَّ حِينٍ فِي الْهَيْكَلِ يُسَبِّحُونَ وَيُبَارِكُونَ اللهَ. آمِينَ.
καὶ ; ἦσαν διὰ ; διαπαντὸς ἐν τῷ ; ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ ; εὐλογοῦντες τὸν ; θεόν. ἀμήν¶
فَأَخَذُوا سُعُوفَ النَّخْلِ وَخَرَجُوا لِلِقَائِهِ، وَكَانُوا يَصْرُخُونَ: أُوصَنَّا. مُبَارَكٌ الآتِي بِاسْمِ الرَّبِّ. مَلِكُ إِسْرَائِيلَ.
ἔλαβον τὰ ; βαΐα τῶν ; φοινίκων καὶ ; ἐξῆλθον εἰς ; ὑπάντησιν ; αὐτῷ καὶ ἔκραζον ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ; ἐρχόμενος ἐν ; ὀνόματι κυρίου ὁ ; βασιλεὺς τοῦ ; Ἰσραήλ.¶
بَارِكُوا عَلَى الَّذِينَ يَضْطَهِدُونَكُمْ. بَارِكُوا وَلاَ تَلْعَنُوا.
εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ; ὑμᾶς· εὐλογεῖτε καὶ ; μὴ καταρᾶσθε.
بَارِكُوا عَلَى الَّذِينَ يَضْطَهِدُونَكُمْ. بَارِكُوا وَلاَ تَلْعَنُوا.
εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ; ὑμᾶς· εὐλογεῖτε καὶ ; μὴ καταρᾶσθε.
وَنَتْعَبُ عَامِلِينَ بِأَيْدِينَا. نُشْتَمُ فَنُبَارِكُ. نُضْطَهَدُ فَنَحْتَمِلُ.
καὶ ; κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ; ἰδίαις ; χερσίν· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα,
كَأْسُ الْبَرَكَةِ الَّتِي نُبَارِكُهَا، أَلَيْسَتْ هِيَ شَرِكَةَ دَمِ الْمَسِيحِ. الْخُبْزُ الَّذِي نَكْسِرُهُ، أَلَيْسَ هُوَ شَرِكَةَ جَسَدِ الْمَسِيحِ.
τὸ ; ποτήριον τῆς ; εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ ἐστὶν κοινωνία τοῦ ; αἵματος τοῦ ; Χριστοῦ; τὸν ; ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ ἐστιν; κοινωνία τοῦ ; σώματος τοῦ ; Χριστοῦ
وَإِلاَّ فَإِنْ بَارَكْتَ بِالرُّوحِ، فَالَّذِي يُشْغِلُ مَكَانَ الْعَامِّيِّ، كَيْفَ يَقُولُ آمِينَ عِنْدَ شُكْرِكَ. لأَنَّهُ لاَ يَعْرِفُ مَاذَا تَقُولُ.
ἐπεὶ ἐὰν εὐλογήσῃς τῷ; πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν ; τόπον τοῦ ; ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ; ἀμὴν ἐπὶ τῇ ; σῇ ; εὐχαριστίᾳ; ἐπειδὴ οὐκ οἶδεν· τί λέγεις
إِذًا الَّذِينَ هُمْ مِنَ الإِيمَانِ يَتَبَارَكُونَ مَعَ إِبْرَاهِيمَ الْمُؤْمِنِ.
ὥστε οἱ ἐκ πίστεως εὐλογοῦνται σὺν Ἀβραάμ. τῷ ; πιστῷ
قَائِلاً: إِنِّي لأُبَارِكَنَّكَ بَرَكَةً وَأُكَثِّرَنَّكَ تَكْثِيرًا.
λέγων· εὐλογήσω ; σε Ἤ; μὴν ; εὐλογῶν καὶ ; πληθυνῶ ; σε· πληθύνων
وَلكِنَّ الَّذِي لَيْسَ لَهُ نَسَبٌ مِنْهُمْ قَدْ عَشَّرَ إِبْرَاهِيمَ، وَبَارَكَ الَّذِي لَهُ الْمَوَاعِيدُ.
δὲ ὁ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ ; αὐτῶν δεδεκάτωκεν τὸν ; Ἀβραάμ· καὶ ; εὐλόγηκεν. τὸν ἔχοντα τὰς ; ἐπαγγελίας