المعنى المختصر للكلمة
eisporeúomai:
to enter (literally or figuratively)
اللفظ الأصلي
εἰσπορεύομαι
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
eisporeúomai
(ice-por-yoo-om-ahee)
تكرار الورود في الكتاب
17
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
to enter (literally or figuratively)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
come
(enter) in
go into
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
εἰσπορευόμενον (3×)
οἱ ; εἰσπορευόμενοι (2×)
εἰσπορευόμενοι (2×)
καὶ ; εἰσπορεύεται (1×)
εἰσπορεύονται (1×)
εἰσπορεύεται· (1×)
εἰσπορεύεται (1×)
εἰσπορευόμενος, (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (17 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 15: 17
Mat.15.17
أَلاَ تَفْهَمُونَ بَعْدُ أَنَّ كُلَّ مَا يَدْخُلُ الْفَمَ يَمْضِي إِلَى الْجَوْفِ وَيَنْدَفِعُ إِلَى الْمَخْرَجِ.
Οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον εἰς ; τὸ ; στόμα χωρεῖ εἰς κοιλίαν ; τὴν ἐκβάλλεται; ; καὶ εἰς ἀφεδρῶνα
مرقس 1: 21
Mrk.1.21
ثُمَّ دَخَلُوا كَفْرَنَاحُومَ، وَلِلْوَقْتِ دَخَلَ الْمَجْمَعَ فِي السَّبْتِ وَصَارَ يُعَلِّمُ.
Καὶ εἰσπορεύονται εἰς ; Καφαρναούμ. καὶ ; εὐθὺς εἰσελθὼν τὴν ; συναγωγὴν τοῖς σάββασιν ἐδίδασκεν.
مرقس 4: 19
Mrk.4.19
وَهُمُومُ هذَا الْعَالَمِ وَغُرُورُ الْغِنَى وَشَهَوَاتُ سَائِرِ الأَشْيَاءِ تَدْخُلُ وَتَخْنُقُ الْكَلِمَةَ فَتَصِيرُ بِلاَ ثَمَرٍ.
καὶ ; αἱ ; μέριμναι τούτου τοῦ ; αἰῶνος καὶ ; ἡ ; ἀπάτη τοῦ ; πλούτου καὶ ; αἱ ; ἐπιθυμίαι περὶ ; τὰ ; λοιπὰ εἰσπορευόμεναι συμπνίγουσιν τὸν ; λόγον, καὶ ; γίνεται. ἄκαρπος
مرقس 5: 40
Mrk.5.40
فَضَحِكُوا عَلَيْهِ. أَمَّا هُوَ فَأَخْرَجَ الْجَمِيعَ، وَأَخَذَ أَبَا الصَّبِيَّةِ وَأُمَّهَا وَالَّذِينَ مَعَهُ وَدَخَلَ حَيْثُ كَانَتِ الصَّبِيَّةُ مُضْطَجِعَةً،
καὶ ; κατεγέλων αὐτοῦ.¶ Ὁ; δὲ ; ἐκβαλὼν ἅπαντας παραλαμβάνει τὸν ; πατέρα τοῦ ; παιδίου καὶ ; τὴν ; μητέρα καὶ ; τοὺς μετ᾽ ; αὐτοῦ καὶ ; εἰσπορεύεται ὅπου ἦν τὸ ; παιδίον ἀνακείμενον.
مرقس 6: 56
Mrk.6.56
وَحَيْثُمَا دَخَلَ إِلَى قُرىً أَوْ مُدُنٍ أَوْ ضِيَاعٍ، وَضَعُوا الْمَرْضَى فِي الأَسْوَاقِ، وَطَلَبُوا إِلَيْهِ أَنْ يَلْمِسُوا وَلَوْ هُدْبَ ثَوْبِهِ. وَكُلُّ مَنْ لَمَسَهُ شُفِيَ.
καὶ ; ὅπου ; ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγροὺς ἐτίθεσαν τοὺς ; ἀσθενοῦντας ἐν ταῖς ; ἀγοραῖς καὶ ; παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἅψωνται, κἂν ; καὶ τοῦ ; κρασπέδου τοῦ ; ἱματίου ; αὐτοῦ καὶ ; ὅσοι ; ἂν ἥπτοντο; αὐτοῦ ἐσῴζοντο.¶
مرقس 7: 15
Mrk.7.15
لَيْسَ شَيْءٌ مِنْ خَارِجِ الإِنْسَانِ إِذَا دَخَلَ فِيهِ يَقْدِرُ أَنْ يُنَجِّسَهُ، لكِنَّ الأَشْيَاءَ الَّتِي تَخْرُجُ مِنْهُ هِيَ الَّتِي تُنَجِّسُ الإِنْسَانَ.
οὐδέν ἐστιν ἔξωθεν τοῦ ; ἀνθρώπου εἰσπορευόμενον εἰς ; αὐτὸν ὃ ; δύναται κοινῶσαι ; αὐτόν, ἀλλὰ τὰ ἐκπορευόμενά ἀπ᾽ ; αὐτοῦ ἐκεῖνά ; ἐστιν τὰ κοινοῦντα τὸν ; ἄνθρωπον.¶
مرقس 7: 18
Mrk.7.18
فَقَالَ لَهُمْ: أَفَأَنْتُمْ أَيْضًا هكَذَا غَيْرُ فَاهِمِينَ. أَمَا تَفْهَمُونَ أَنَّ كُلَّ مَا يَدْخُلُ الإِنْسَانَ مِنْ خَارِجٍ لاَ يَقْدِرُ أَنْ يُنَجِّسَهُ،
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς ; ἐστε; καὶ οὕτως ἀσύνετοί οὐ νοεῖτε ὅτι πᾶν εἰσπορευόμενον εἰς ; ἄνθρωπον ; τὸν τὸ ; ἔξωθεν οὐ δύναται αὐτὸν ; κοινῶσαι;
مرقس 7: 19
Mrk.7.19
لأَنَّهُ لاَ يَدْخُلُ إِلَى قَلْبِهِ بَلْ إِلَى الْجَوْفِ، ثُمَّ يَخْرُجُ إِلَى الْخَلاَءِ، وَذلِكَ يُطَهِّرُ كُلَّ الأَطْعِمَةِ.
ὅτι οὐκ εἰσπορεύεται εἰς αὐτοῦ ; τὴν ; καρδίαν ἀλλ᾽ εἰς τὴν ; κοιλίαν καὶ ἐκπορεύεται εἰς τὸν ; ἀφεδρῶνα καθαρίζον πάντα τὰ ; βρώματα.
مرقس 11: 2
Mrk.11.2
وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، فَلِلْوَقْتِ وَأَنْتُمَا دَاخِلاَنِ إِلَيْهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ أَحَدٌ مِنَ النَّاسِ. فَحُلاَّهُ وَأْتِيَا بِهِ.
καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην τὴν ; κατέναντι ; ὑμῶν· καὶ ; εὐθὺς εἰσπορευόμενοι εἰς ; αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὔπω κεκάθικεν ἐφ᾽ ; ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων λύσαντες; αὐτὸν καὶ ; ἀγάγετε
لوقا 8: 16
Luk.8.16
وَلَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيُغَطِّيهِ بِإِنَاءٍ أَوْ يَضَعُهُ تَحْتَ سَرِيرٍ، بَلْ يَضَعُهُ عَلَى مَنَارَةٍ، لِيَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον καλύπτει ; αὐτὸν σκεύει ἢ τίθησιν, ὑποκάτω κλίνης ἀλλ᾽ ἐπιτίθησιν ἐπὶ λυχνίας βλέπωσιν οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φῶς.
لوقا 11: 33
Luk.11.33
لَيْسَ أَحَدٌ يُوقِدُ سِرَاجًا وَيَضَعُهُ فِي خِفْيَةٍ، وَلاَ تَحْتَ الْمِكْيَالِ، بَلْ عَلَى الْمَنَارَةِ، لِكَيْ يَنْظُرَ الدَّاخِلُونَ النُّورَ.
Οὐδεὶς ; δὲ ἅψας λύχνον τίθησιν εἰς κρυπτόν οὐδὲ ὑπὸ τὸν ; μόδιον ἀλλ᾽ ἐπὶ τὴν ; λυχνίαν ἵνα βλέπωσιν.¶ οἱ ; εἰσπορευόμενοι τὸ ; φέγγος
لوقا 19: 30
Luk.19.30
قَائِلاً: اِذْهَبَا إِلَى الْقَرْيَةِ الَّتِي أَمَامَكُمَا، وَحِينَ تَدْخُلاَنِهَا تَجِدَانِ جَحْشًا مَرْبُوطًا لَمْ يَجْلِسْ عَلَيْهِ مِنَ النَّاسِ قَطُّ. فَحُّلاَهُ وَأْتِيَا بِهِ.
εἰπών ὑπάγετε εἰς τὴν ; κώμην, κατέναντι ἐν ; ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον οὐδεὶς ἐκάθισεν· ἐφ᾽ ; ὃν ἀνθρώπων πώποτε λύσαντες ; αὐτὸν ἀγάγετε.
لوقا 22: 10
Luk.22.10
فَقَالَ لَهُمَا: إِذَا دَخَلْتُمَا الْمَدِينَةَ يَسْتَقْبِلُكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ إِلَى الْبَيْتِ حَيْثُ يَدْخُلُ،
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ εἰσελθόντων ; ὑμῶν εἰς ; τὴν ; πόλιν συναντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων. κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ εἰς τὴν ; οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται·
أعمال الرسل 3: 2
Act.3.2
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
أعمال الرسل 8: 3
Act.8.3
وَأَمَّا شَاوُلُ فَكَانَ يَسْطُو عَلَى الْكَنِيسَةِ، وَهُوَ يَدْخُلُ الْبُيُوتَ وَيَجُرُّ رِجَالاً وَنِسَاءً وَيُسَلِّمُهُمْ إِلَى السِّجْنِ.
δὲ Σαῦλος ἐλυμαίνετο ἐκκλησίαν ; τὴν εἰσπορευόμενος, κατὰ ; τοὺς ; οἴκους σύρων ἄνδρας καὶ ; γυναῖκας παρεδίδου εἰς φυλακήν.¶
أعمال الرسل 9: 28
Act.9.28
فَكَانَ مَعَهُمْ يَدْخُلُ وَيَخْرُجُ فِي أُورُشَلِيمَ وَيُجَاهِرُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
καὶ ; ἦν μετ᾽ ; αὐτῶν εἰσπορευόμενος καὶ ; ἐκπορευόμενος ἐν Ἰερουσαλήμ, καὶ ; παρρησιαζόμενος ἐν ; τῷ ; ὀνόματι τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ,
أعمال الرسل 28: 30
Act.28.30
وَأَقَامَ بُولُسُ سَنَتَيْنِ كَامِلَتَينِ فِي بَيْتٍ اسْتَأْجَرَهُ لِنَفْسِهِ. وَكَانَ يَقْبَلُ جَمِيعَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ إِلَيْهِ،
Ἔμεινεν; δὲ ὁ ; Παῦλος διετίαν ὅλην ἐν μισθώματι ἰδίῳ καὶ ἀπεδέχετο πάντας τοὺς εἰσπορευομένους πρὸς ; αὐτὸν