ك
إصحاح
G1013
G1014. boúlomai
G1015
المعنى المختصر للكلمة
boúlomai: to "will," i.e. (reflexively) be willing
اللفظ الأصلي βούλομαι
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق boúlomai (boo-lom-ahee)
تكرار الورود في الكتاب 29 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to "will," i.e. (reflexively) be willing

الإنجليزية — KJV Translation Tags
be disposed minded intend list (be, of own) will (-ing)

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

βουλόμενος (5×) ἐβουλόμην (3×) βούληται (3×) βούλομαι, (2×) Βούλομαι (2×) ἐβούλοντο (1×) ἐβουλήθην (1×) ἐβουλήθη (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
فَيُوسُفُ رَجُلُهَا إِذْ كَانَ بَارًّا، وَلَمْ يَشَأْ أَنْ يُشْهِرَهَا، أَرَادَ تَخْلِيَتَهَا سِرًّا.
Ἰωσὴφ ; δὲ ὁ ; ἀνὴρ ; αὐτῆς, ὢν δίκαιος καὶ ; μὴ θέλων αὐτὴν ; παραδειγματίσαι ἐβουλήθη ἀπολῦσαι ; αὐτήν.¶ λάθρᾳ
متى 11: 27 Mat.11.27
كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي، وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ الابْنَ إِلاَّ الآبُ، وَلاَ أَحَدٌ يَعْرِفُ الآبَ إِلاَّ الابْنُ وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
Πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν ; υἱὸν εἰ ; μὴ ὁ ; πατήρ, οὐδὲ ; τις ἐπιγινώσκει τὸν ; πατέρα εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
فَبِيلاَطُسُ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْمَلَ لِلْجَمْعِ مَا يُرْضِيهِمْ، أَطْلَقَ لَهُمْ بَارَابَاسَ، وَأَسْلَمَ يَسُوعَ، بَعْدَمَا جَلَدَهُ، لِيُصْلَبَ.
ὁ ; δὲ ; Πιλᾶτος βουλόμενος ποιῆσαι τῷ ; ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν ; Βαραββᾶν καὶ ; παρέδωκεν τὸν ; Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα ; σταυρωθῇ.¶
وَالْتَفَتَ إِلَى تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ: كُلُّ شَيْءٍ قَدْ دُفِعَ إِلَيَّ مِنْ أَبِي. وَلَيْسَ أَحَدٌ يَعْرِفُ مَنْ هُوَ الابْنُ إِلاَّ وَلاَ مَنْ هُوَ الآبُ إِلاَّ الابْنُ، وَمَنْ أَرَادَ الابْنُ أَنْ يُعْلِنَ لَهُ.
καὶ ; στραφείς πρός τούς ; μαθητάς εἶπεν πάντα παρεδόθη μοι ὑπὸ τοῦ ; πατρός ; μου, καὶ ; οὐδεὶς γινώσκει τίς ἐστιν ὁ ; υἱὸς εἰ ; μὴ καὶ τίς ἐστιν ὁ ; πατὴρ εἰ ; μὴ ὁ ; υἱὸς καὶ ; ᾧ ; ἐὰν βούληται ὁ ; υἱὸς ἀποκαλύψαι.¶
قَائِلاً: يَا أَبَتَاهُ، إِنْ شِئْتَ أَنْ تُجِيزَ عَنِّي هذِهِ الْكَأْسَ. وَلكِنْ لِتَكُنْ لاَ إِرَادَتِي بَلْ إِرَادَتُكَ.
λέγων· πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν ἀπ᾽ ; ἐμοῦ· τοῦτο τὸ ; ποτήριον πλὴν μὴ τὸ ; θέλημά ; μου ἀλλὰ τὸ ; σὸν ; γενέσθω
قِائِلاً: أَمَا أَوْصَيْنَاكُمْ وَصِيَّةً أَنْ لاَ تُعَلِّمُوا بِهذَا الاسْمِ. وَهَا أَنْتُمْ قَدْ مَلأْتُمْ أُورُشَلِيمَ بِتَعْلِيمِكُمْ، وَتُرِيدُونَ أَنْ تَجْلِبُوا عَلَيْنَا دَمَ هذَا الإِنْسَانِ.
λέγων· οὐ παρηγγείλαμεν ; ὑμῖν παραγγελίᾳ μὴ διδάσκειν ἐπὶ ; τούτῳ. τῷ ; ὀνόματι καὶ ; ἰδοὺ πεπληρώκατε τὴν ; Ἰερουσαλὴμ τῆς ; διδαχῆς ; ὑμῶν καὶ ; βούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ᾽ ; ἡμᾶς τὸ ; αἷμα τούτου.¶ τοῦ ; ἀνθρώπου
وَلَمَّا أَمْسَكَهُ وَضَعَهُ فِي السِّجْنِ، مُسَلِّمًا إِيَّاهُ إِلَى أَرْبَعَةِ أَرَابعَ مِنَ الْعَسْكَرِ لِيَحْرُسُوهُ، نَاوِيًا أَنْ يُقَدِّمَهُ بَعْدَ الْفِصْحِ إِلَى الشَّعْبِ.
ὃν ; καὶ ; πιάσας ἔθετο εἰς φυλακὴν παραδοὺς τέσσαρσιν τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν ; αὐτόν, βουλόμενος ἀναγαγεῖν ; αὐτὸν μετὰ τὸ ; πάσχα τῷ ; λαῷ.¶
وَلكِنْ إِذَا كَانَ مَسْأَلَةً عَنْ كَلِمَةٍ، وَأَسْمَاءٍ، وَنَامُوسِكُمْ، فَتُبْصِرُونَ أَنْتُمْ. لأَنِّي لَسْتُ أَشَاءُ أَنْ أَكُونَ قَاضِيًا لِهذِهِ الأُمُورِ.
δὲ εἰ ἐστιν ζήτημά περὶ λόγου καὶ ; ὀνομάτων καὶ ; νόμου ; τοῦ ; καθ᾽ ; ὑμᾶς, ὄψεσθε αὐτοί· γὰρ ; ἐγὼ οὐ βούλομαι εἶναι. κριτὴς τούτων
وَلَمَّا كَانَ بُولُسُ يُرِيدُ أَنْ يَدْخُلَ بَيْنَ الشَّعْبِ، لَمْ يَدَعْهُ التَّلاَمِيذُ.
δὲ Τοῦ ; Παύλου βουλομένου εἰσελθεῖν εἰς ; τὸν ; δῆμον οὐκ εἴων ; αὐτὸν οἱ ; μαθηταί·
وَفِي الْغَدِ إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يَعْلَمَ الْيَقِينَ: لِمَاذَا يَشْتَكِي الْيَهُودُ حَلَّهُ مِنَ الرِّبَاطِ، وَأَمَرَ أَنْ يَحْضُرَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَكُلُّ مَجْمَعِهِمْ. فَأَحْدَرَ بُولُسَ وَأَقَامَهُ لَدَيْهِمْ.
Τῇ ; δὲ ; ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ; ἀσφαλές, τὸ ; τί κατηγορεῖται παρὰ; τῶν ; Ἰουδαίων, ἔλυσεν ; αὐτὸν ἀπὸ τῶν ; δεσμῶν καὶ ; ἐκέλευσεν ἐλθεῖν τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; ὅλον τὸ ; συνέδριον ; αὐτῶν, καταγαγὼν τὸν ; Παῦλον ἔστησεν εἰς ; αὐτούς.¶
فَقَالَ أَغْرِيبَاسُ لِفَسْتُوسَ: كُنْتُ أُرِيدُ أَنَا أَيْضًا أَنْ أَسْمَعَ الرَّجُلَ. فَقَالَ: غَدًا تَسْمَعُهُ.
δὲ ; ἔφη· Ἀγρίππας πρὸς ; τὸν ; Φῆστον ἐβουλόμην αὐτὸς καὶ ἀκοῦσαι. τοῦ ; ἀνθρώπου δέ ; φησιν ὁ ; αὔριόν ἀκούσῃ ; αὐτοῦ.¶
وَلكِنَّ قَائِدَ الْمِئَةِ، إِذْ كَانَ يُرِيدُ أَنْ يُخَلِّصَ بُولُسَ، مَنَعَهُمْ مِنْ هذَا الرَّأْيِ، وَأَمَرَ أَنَّ الْقَادِرِينَ عَلَى السِّبَاحَةِ يَرْمُونَ أَنْفُسَهُمْ أَوَّلاً فَيَخْرُجُونَ إِلَى الْبَرِّ،
δὲ ὁ ; ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν ; Παῦλον ἐκώλυσεν ; αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέν ; τε τοὺς ; δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορίψαντας πρώτους ἐξιέναι, ἐπὶ τὴν ; γῆν
الَّذِينَ لَمَّا فَحَصُوا كَانُوا يُرِيدُونَ أَنْ يُطْلِقُونِي، لأَنَّهُ لَمْ تَكُنْ فِيَّ عِلَّةٌ لِلْمَوْتِ.
οἵτινες ἀνακρίναντές ; με ἐβούλοντο ἀπολῦσαι διὰ μηδεμίαν ἐν ; ἐμοί· αἰτίαν θανάτου
وَلكِنَّ هذِهِ كُلَّهَا يَعْمَلُهَا الرُّوحُ الْوَاحِدُ بِعَيْنِهِ، قَاسِمًا لِكُلِّ وَاحِدٍ بِمُفْرَدِهِ، كَمَا يَشَاءُ.
δὲ ταῦτα πάντα ἐνεργεῖ τὸ ; πνεῦμα ἓν καὶ ; τὸ ; αὐτὸ διαιροῦν ἑκάστῳ ἰδίᾳ καθὼς βούλεται.¶
وَبِهذِهِ الثِّقَةِ كُنْتُ أَشَاءُ أَنْ آتِيَ إِلَيْكُمْ أَوَّلاً، لِتَكُونَ لَكُمْ نِعْمَةٌ ثَانِيَةٌ.
ταύτῃ ; Καὶ τῇ ; πεποιθήσει ἐβουλόμην ἐλθεῖν, ὑμᾶς πρότερον ἵνα ἔχῆτε χάριν δευτέραν
ثُمَّ أُرِيدُ أَنْ تَعْلَمُوا أَيُّهَا الإِخْوَةُ أَنَّ أُمُورِي قَدْ آلَتْ أَكْثَرَ إِلَى تَقَدُّمِ الإِنْجِيلِ،
δὲ βούλομαι, Γινώσκειν ; ὑμᾶς ἀδελφοί, ὅτι τὰ ; κατ᾽ ; ἐμὲ ἐλήλυθεν, μᾶλλον εἰς προκοπὴν τοῦ ; εὐαγγελίου
فَأُرِيدُ أَنْ يُصَلِّيَ الرِّجَالُ فِي كُلِّ مَكَانٍ، رَافِعِينَ أَيَادِيَ طَاهِرَةً، بِدُونِ غَضَبٍ وَلاَ جِدَال.
Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ; ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ ἐπαίροντας χεῖρας ὁσίους χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ·
فَأُرِيدُ أَنَّ الْحَدَثَاتِ يَتَزَوَّجْنَ وَيَلِدْنَ الأَوْلاَدَ وَيُدَبِّرْنَ الْبُيُوتَ، وَلاَ يُعْطِينَ عِلَّةً لِلْمُقَاوِمِ مِنْ أَجْلِ الشَّتْمِ.
Βούλομαι οὖν νεωτέρας γαμεῖν, τεκνογονεῖν, οἰκοδεσποτεῖν, μηδεμίαν διδόναι ἀφορμὴν τῷ ; ἀντικειμένῳ χάριν· λοιδορίας
وَأَمَّا الَّذِينَ يُرِيدُونَ أَنْ يَكُونُوا أَغْنِيَاءَ، فَيَسْقُطُونَ فِي تَجْرِبَةٍ وَفَخٍّ وَشَهَوَاتٍ كَثِيرَةٍ غَبِيَّةٍ وَمُضِرَّةٍ، تُغَرِّقُ النَّاسَ فِي الْعَطَبِ وَالْهَلاَكِ.
δὲ Οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ ; παγίδα καὶ ; ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ ; βλαβεράς, βυθίζουσιν τοὺς ; ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ; ἀπώλειαν.
صَادِقَةٌ هِيَ الْكَلِمَةُ. وَأُرِيدُ أَنْ تُقَرِّرَ هذِهِ الأُمُورَ، لِكَيْ يَهْتَمَّ الَّذِينَ آمَنُوا بِاللهِ أَنْ يُمَارِسُوا أَعْمَالاً حَسَنَةً. فَإِنَّ هذِهِ الأُمُورَ هِيَ الْحَسَنَةُ وَالنَّافِعَةُ لِلنَّاسِ.
Πιστὸς ὁ ; λόγος, βούλομαί διαβεβαιοῦσθαι τούτων ἵνα φροντίζωσιν οἱ πεπιστευκότες τῷ ; θεῷ· προΐστασθαι ἔργων καλῶν ταῦτά ἐστιν τὰ ; καλὰ καὶ ; ὠφέλιμα τοῖς ; ἀνθρώποις.
الَّذِي كُنْتُ أَشَاءُ أَنْ أُمْسِكَهُ عِنْدِي لِكَيْ يَخْدِمَنِي عِوَضًا عَنْكَ فِي قُيُودِ الإِنْجِيلِ ،
ὃν ἐγὼ ἐβουλόμην κατέχειν, πρὸς ; ἐμαυτὸν ἵνα μοι ; διακονῇ ὑπὲρ σοῦ ἐν τοῖς ; δεσμοῖς τοῦ ; εὐαγγελίου·
فَلِذلِكَ إِذْ أَرَادَ اللهُ أَنْ يُظْهِرَ أَكْثَرَ كَثِيرًا لِوَرَثَةِ الْمَوْعِدِ عَدَمَ تَغَيُّرِ قَضَائِهِ، تَوَسَّطَ بِقَسَمٍ،
ἐν ; ᾧ βουλόμενος ὁ ; θεὸς ἐπιδεῖξαι περισσότερον τοῖς ; κληρονόμοις τῆς ; ἐπαγγελίας τὸ ; ἀμετάθετον τῆς ; βουλῆς ; αὐτοῦ ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ,
شَاءَ فَوَلَدَنَا بِكَلِمَةِ الْحَقِّ لِكَيْ نَكُونَ بَاكُورَةً مِنْ خَلاَئِقِهِ.
βουληθεὶς ἀπεκύησεν ; ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας, εἰς τὸ ; εἶναι ; ἡμᾶς ἀπαρχήν ; τινα τῶν ; αὐτοῦ ; κτισμάτων.¶
هُوَذَا السُّفُنُ أَيْضًا، وَهِيَ عَظِيمَةٌ بِهذَا الْمِقْدَارِ، وَتَسُوقُهَا رِيَاحٌ عَاصِفَةٌ، تُدِيرُهَا دَفَّةٌ صَغِيرَةٌ جِدًّا إِلَى حَيْثُمَا شَاءَ قَصْدُ الْمُدِيرِ.
ἰδοὺ τὰ ; πλοῖα, καὶ ὄντα τηλικαῦτα καὶ ; ἐλαυνόμενα, ὑπὸ ; ἀνέμων σκληρῶν μετάγεται ὑπὸ ; πηδαλίου ἐλαχίστου ὅπου ; ἂν βούληται ἡ ; ὁρμὴ τοῦ ; εὐθύνοντος
أَيُّهَا الزُّنَاةُ وَالزَّوَانِي، أَمَا تَعْلَمُونَ أَنَّ مَحَبَّةَ الْعَالَمِ عَدَاوَةٌ ِللهِ. فَمَنْ أَرَادَ أَنْ يَكُونَ مُحِبًّا لِلْعَالَمِ، فَقَدْ صَارَ عَدُوًّا ِللهِ.
μοιχοὶ καὶ ; μοιχαλίδες, οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ ; φιλία τοῦ ; κόσμου ἔχθρα ; ἐστιν; τοῦ ; θεοῦ ὃς ; ἂν; οὖν βουληθῇ εἶναι φίλος τοῦ ; κόσμου, καθίσταται. ἐχθρὸς τοῦ ; θεοῦ
لاَ يَتَبَاطَأُ الرَّبُّ عَنْ وَعْدِهِ كَمَا يَحْسِبُ قَوْمٌ التَّبَاطُؤَ، لكِنَّهُ يَتَأَنَّى عَلَيْنَا، وَهُوَ لاَ يَشَاءُ أَنْ يَهْلِكَ أُنَاسٌ، بَلْ أَنْ يُقْبِلَ الْجَمِيعُ إِلَى التَّوْبَةِ.
οὐ βραδύνει ὁ ; κύριος τῆς ; ἐπαγγελίας, ὥς ἡγοῦνται· τινες βραδύτητα ἀλλὰ μακροθυμεῖ εἰς ; ἡμᾶς μὴ βουλόμενός ἀπολέσθαι τινας ἀλλὰ χωρῆσαι. πάντας εἰς μετάνοιαν
إِذْ كَانَ لِي كَثِيرٌ لأَكْتُبَ إِلَيْكُمْ، لَمْ أُرِدْ بِوَرَق وَحِبْرٍ، لأَنِّي أَرْجُو أَنْ آتِيَ إِلَيْكُمْ وَأَتَكَلَّمَ فَمًا لِفَمٍ، لِكَيْ يَكُونَ فَرَحُنَا كَامِلاً.
ἔχων Πολλὰ γράφειν ὑμῖν οὐκ ἐβουλήθην διὰ ; χάρτου καὶ ; μέλανος· ἀλλ᾽ ; ἐλπίζω ἐλθεῖν πρὸς ; ὑμᾶς λαλῆσαι στόμα πρὸς ; στόμα ἵνα ᾖ. χαρὰ ; ἡμῶν πεπληρωμένη
مِنْ أَجْلِ ذلِكَ، إِذَا جِئْتُ فَسَأُذَكِّرُهُ بِأَعْمَالِهِ الَّتِي يَعْمَلُهَا، هَاذِرًا عَلَيْنَا بِأَقْوَال خَبِيثَةٍ. وَإِذْ غَيْرُ مُكْتَفٍ بِهذِهِ، لاَ يَقْبَلُ الإِخْوَةَ، وَيَمْنَعُ أَيْضًا الَّذِينَ يُرِيدُونَ، وَيَطْرُدُهُمْ مِنَ الْكَنِيسَةِ.
διὰ τοῦτο, ἐὰν ἔλθω, ὑπομνήσω ἔργα ἃ ποιεῖ, φλυαρῶν ἡμᾶς· λόγοις πονηροῖς καὶ μὴ ἀρκούμενος ἐπὶ ; τούτοις, οὔτε ἐπιδέχεται τοὺς ; ἀδελφούς, κωλύει καὶ τοὺς βουλομένους ἐκβάλλει.¶ ἐκ τῆς ; ἐκκλησίας
فَأُرِيدُ أَنْ أُذَكِّرَكُمْ، عَلِمْتُمْ هذَا مَرَّةً، أَنَّ الرَّبَّ بَعْدَمَا خَلَّصَ الشَّعْبَ مِنْ أَرْضِ مِصْرَ، أَهْلَكَ الَّذِينَ لَمْ يُؤْمِنُوا.
βούλομαι, Ὑπομνῆσαι ; ὑμᾶς εἰδότας ἅπαξ ὅτι κύριος δεύτερον σώσας λαὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἀπώλεσεν. τοὺς μὴ πιστεύσαντας