ك
إصحاح
G940
G941. bastázō
G942
المعنى المختصر للكلمة
bastázō: to lift, literally or figuratively (endure, declare, sustain, receive, etc.)
اللفظ الأصلي βαστάζω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق bastázō (bas-tad-zo)
تكرار الورود في الكتاب 23 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

to lift, literally or figuratively (endure, declare, sustain, receive, etc.)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bear carry take up

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

βαστάζετε (2×) βαστάζειν (2×) ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, (1×) ἐβάστασας (1×) ἐβάσταζεν.¶ (1×) τοῦ ; βαστάσαι (1×) τοῦ ; βαστάζοντος (1×) οἱ ; βαστάζοντες (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (23 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ لِلتَّوْبَةِ، وَلكِنِ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحْمِلَ حِذَاءَهُ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἐγὼ ὑμᾶς ; βαπτίζω ἐν ; ὕδατι εἰς ; μετάνοιαν, δὲ ὁ ; ἐρχόμενος ὀπίσω ; μου ἰσχυρότερός μού οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς βαστάσαι· ὑποδήματα ; τὰ αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί·
لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: هُوَ أَخَذَ أَسْقَامَنَا وَحَمَلَ أَمْرَاضَنَا.
ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· αὐτὸς ἔλαβεν τὰς ; ἀσθενείας ; ἡμῶν καὶ ; ἐβάστασεν.¶ τὰς ; νόσους
متى 20: 12 Mat.20.12
قَائِلِينَ: هؤُلاَءِ الآخِرُونَ عَمِلُوا سَاعَةً وَاحِدَةً، وَقَدْ سَاوَيْتَهُمْ بِنَا نَحْنُ الَّذِينَ احْتَمَلْنَا ثِقَلَ النَّهَارِ وَالْحَرَّ.
λέγοντες ; ὅτι· οὗτοι οἱ ; ἔσχατοι ἐποίησαν, ὥραν μίαν καὶ ἴσους ; αὐτοὺς ; ἐποίησας, ἡμῖν τοῖς βαστάσασιν τὸ ; βάρος ἡμέρας ; τῆς καὶ ; τὸν ; καύσωνα.
فَأَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْمَدِينَةِ، فَيُلاَقِيَكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ.
καὶ ; ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; πόλιν, καὶ ; ἀπαντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων· κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ.
ثُمَّ تَقَدَّمَ وَلَمَسَ النَّعْشَ، فَوَقَفَ الْحَامِلُونَ. فَقَالَ: أَيُّهَا الشَّابُّ، لَكَ أَقُولُ: قُمْ..
καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς ; σοροῦ· δὲ ; ἔστησαν· οἱ ; βαστάζοντες καὶ ; εἶπεν· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.
لاَ تَحْمِلُوا كِيسًا وَلاَ مِزْوَدًا وَلاَ أَحْذِيَةً، وَلاَ تُسَلِّمُوا عَلَى أَحَدٍ فِي الطَّرِيقِ.
μὴ βαστάζετε βαλλάντιον μὴ πήραν μηδὲ ὑποδήματα, καὶ ; μηδένα ; ἀσπάσησθε. κατὰ τὴν ; ὁδὸν
وَمَنْ لاَ يَحْمِلُ صَلِيبَهُ وَيَأْتِي وَرَائِي فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
καὶ ; ὅστις οὐ βαστάζει τὸν ; σταυρὸν ; ἑαυτοῦ καὶ ; ἔρχεται ὀπίσω ; μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
فَقَالَ لَهُمَا: إِذَا دَخَلْتُمَا الْمَدِينَةَ يَسْتَقْبِلُكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ إِلَى الْبَيْتِ حَيْثُ يَدْخُلُ،
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ εἰσελθόντων ; ὑμῶν εἰς ; τὴν ; πόλιν συναντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων. κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ εἰς τὴν ; οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται·
قَالَ هذَا لَيْسَ لأَنَّهُ كَانَ يُبَالِي بِالْفُقَرَاءِ، بَلْ لأَنَّهُ كَانَ سَارِقًا، وَكَانَ الصُّنْدُوقُ عِنْدَهُ، وَكَانَ يَحْمِلُ مَا يُلْقَى فِيهِ.
εἶπεν ; δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι ἔμελεν ; αὐτῷ, περὶ ; τῶν ; πτωχῶν ἀλλ᾽ ὅτι ἦν κλέπτης καὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν καὶ ἐβάσταζεν.¶ βαλλόμενα
إِنَّ لِي أُمُورًا كَثِيرَةً أَيْضًا لأَقُولَ لَكُمْ، وَلكِنْ لاَ تَسْتَطِيعُونَ أَنْ تَحْتَمِلُوا الآنَ.
ἔχω πολλὰ Ἔτι λέγειν, ὑμῖν ἀλλ᾽ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι.
فَخَرَجَ وَهُوَ حَامِلٌ صَلِيبَهُ إِلَى الْمَوْضِعِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ مَوْضِعُ الْجُمْجُمَةِ وَيُقَالُ لَهُ بِالْعِبْرَانِيَّةِ جُلْجُثَةُ،
καὶ ; ἐξῆλθεν βαστάζων αὐτοῦ; τὸν ; σταυρὸν εἰς τὸν ; τόπον, λεγόμενον τόπον, κρανίου ὅς; λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθα,
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
فَالآنَ لِمَاذَا تُجَرِّبُونَ اللهَ بِوَضْعِ نِيرٍ عَلَى عُنُقِ التَّلاَمِيذِ لَمْ يَسْتَطِعْ آبَاؤُنَا وَلاَ نَحْنُ أَنْ نَحْمِلَهُ.
νῦν ; οὖν τί πειράζετε τὸν ; θεὸν ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν ; τράχηλον τῶν ; μαθητῶν, ὃν ; οὔτε ἰσχύσαμεν οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς βαστάσαι;
فَلاَ تَفْتَخِرْ عَلَى الأَغْصَانِ. وَإِنِ افْتَخَرْتَ، فَأَنْتَ لَسْتَ تَحْمِلُ الأَصْلَ، بَلِ الأَصْلُ إِيَّاكَ يَحْمِلُ.
μὴ κατακαυχῶ τῶν κλάδων· εἰ ; δὲ κατακαυχᾶσαι, σὺ οὐ βαστάζεις τὴν ; ῥίζαν ἀλλ᾽ ἡ ; ῥίζα σέ.
فَيَجِبُ عَلَيْنَا نَحْنُ الأَقْوِيَاءَ أَنْ نَحْتَمِلَ أَضْعَافَ الضُّعَفَاءِ، وَلاَ نُرْضِيَ أَنْفُسَنَا.
Ὀφείλομεν ; δὲ ἡμεῖς οἱ ; δυνατοὶ βαστάζειν τὰ ; ἀσθενήματα τῶν ; ἀδυνάτων καὶ ; μὴ ἀρέσκειν· ἑαυτοῖς
وَلكِنَّنِي أَثِقُ بِكُمْ فِي الرَّبِّ أَنَّكُمْ لاَ تَفْتَكِرُونَ شَيْئًا آخَرَ. وَلكِنَّ الَّذِي يُزْعِجُكُمْ سَيَحْمِلُ الدَّيْنُونَةَ أَيَّ مَنْ كَانَ.
ἐγὼ πέποιθα εἰς ; ὑμᾶς ἐν κυρίῳ ὅτι οὐδὲν φρονήσετε· ἄλλο δὲ ὁ ταράσσων ; ὑμᾶς βαστάσει τὸ ; κρίμα ἂν ὅστις ᾖ.¶
اِحْمِلُوا بَعْضُكُمْ أَثْقَالَ بَعْضٍ، وَهكَذَا تَمِّمُوا نَامُوسَ الْمَسِيحِ.
βαστάζετε ἀλλήλων ; τὰ ; βάρη καὶ ; οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν ; νόμον τοῦ ; Χριστοῦ.
لأَنَّ كُلَّ وَاحِدٍ سَيَحْمِلُ حِمْلَ نَفْسِهِ.
γὰρ ἕκαστος βαστάσει. τὸ ; φορτίον ἴδιον
فِي مَا بَعْدُ لاَ يَجْلِبُ أَحَدٌ عَلَيَّ أَتْعَابًا، لأَنِّي حَامِلٌ فِي جَسَدِي سِمَاتِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
λοιποῦ μηδεὶς ; παρεχέτω· μοι Τοῦ ; κόπους ἐγὼ ; γὰρ βαστάζω.¶ ἐν τῷ ; σώματί ; μου τὰ ; στίγματα κυρίου τοῦ ; Ἰησοῦ
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ وَتَعَبَكَ وَصَبْرَكَ، وَأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَحْتَمِلَ الأَشْرَارَ، وَقَدْ جَرَّبْتَ الْقَائِلِينَ إِنَّهُمْ رُسُلٌ وَلَيْسُوا رُسُلاً، فَوَجَدْتَهُمْ كَاذِبِينَ.
οἶδα τὰ ; ἔργα ; σου καὶ ; τὸν ; κόπον ; σου καὶ ; τὴν ; ὑπομονήν ; σου καὶ ; ὅτι οὐ δύνῃ βαστάσαι κακοὺς καὶ ἐπειράσω τοὺς ; φάσκοντας ειναι ἀποστόλους καὶ ; οὐκ εἰσίν, καὶ ; εὗρες ; αὐτοὺς ψευδεῖς.
وَقَدِ احْتَمَلْتَ وَلَكَ صَبْرٌ، وَتَعِبْتَ مِنْ أَجْلِ اسْمِي وَلَمْ تَكِلَّ.
καὶ ἐβάστασας καὶ ; ἔχεις ὑπομονὴν καὶ ; κεκοπίακας διὰ τὸ ; ὄνομά ; μου καὶ ; οὐ κέκμηκας.
ثُمَّ قَالَ لِي الْمَلاَكُ: لِمَاذَا تَعَجَّبْتَ. أَنَا أَقُولُ لَكَ سِرَّ الْمَرْأَةِ وَالْوَحْشِ الْحَامِلِ لَهَا، الَّذِي لَهُ السَّبْعَةُ الرُّؤُوسِ وَالْعَشَرَةُ الْقُرُونِ:
καὶ εἶπέν μοι ὁ ; ἄγγελος· διὰ ; τί ἐθαύμασας; ἐγὼ ἐρῶ σοι τὸ ; μυστήριον τῆς ; γυναικὸς καὶ ; τοῦ ; θηρίου τοῦ ; βαστάζοντος αὐτὴν τοῦ ἔχοντος τὰς ; ἑπτὰ κεφαλὰς καὶ ; τὰ ; δέκα κέρατα.¶