المعنى المختصر للكلمة
bastázō:
to lift, literally or figuratively (endure, declare,
sustain, receive, etc.)
اللفظ الأصلي
βαστάζω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
bastázō
(bas-tad-zo)
تكرار الورود في الكتاب
23
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
مشتق من:
G939
βάσις
•
bas-ece
•
(a pace)
المعنى والشرح المفصل
to lift, literally or figuratively (endure, declare, sustain, receive, etc.)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
bear
carry
take up
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
βαστάζετε (2×)
βαστάζειν (2×)
ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, (1×)
ἐβάστασας (1×)
ἐβάσταζεν.¶ (1×)
τοῦ ; βαστάσαι (1×)
τοῦ ; βαστάζοντος (1×)
οἱ ; βαστάζοντες (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (23 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 3: 11
Mat.3.11
أَنَا أُعَمِّدُكُمْ بِمَاءٍ لِلتَّوْبَةِ، وَلكِنِ الَّذِي يَأْتِي بَعْدِي هُوَ أَقْوَى مِنِّي، الَّذِي لَسْتُ أَهْلاً أَنْ أَحْمِلَ حِذَاءَهُ. هُوَ سَيُعَمِّدُكُمْ بِالرُّوحِ الْقُدُسِ وَنَارٍ.
ἐγὼ ὑμᾶς ; βαπτίζω ἐν ; ὕδατι εἰς ; μετάνοιαν, δὲ ὁ ; ἐρχόμενος ὀπίσω ; μου ἰσχυρότερός μού οὗ οὐκ ; εἰμὶ ἱκανὸς βαστάσαι· ὑποδήματα ; τὰ αὐτὸς ὑμᾶς ; βαπτίσει ἐν ; πνεύματι ἁγίῳ καὶ ; πυρί·
متى 8: 17
Mat.8.17
لِكَيْ يَتِمَّ مَا قِيلَ بِإِشَعْيَاءَ النَّبِيِّ الْقَائِلِ: هُوَ أَخَذَ أَسْقَامَنَا وَحَمَلَ أَمْرَاضَنَا.
ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ ; Ἠσαΐου τοῦ ; προφήτου λέγοντος· αὐτὸς ἔλαβεν τὰς ; ἀσθενείας ; ἡμῶν καὶ ; ἐβάστασεν.¶ τὰς ; νόσους
متى 20: 12
Mat.20.12
قَائِلِينَ: هؤُلاَءِ الآخِرُونَ عَمِلُوا سَاعَةً وَاحِدَةً، وَقَدْ سَاوَيْتَهُمْ بِنَا نَحْنُ الَّذِينَ احْتَمَلْنَا ثِقَلَ النَّهَارِ وَالْحَرَّ.
λέγοντες ; ὅτι· οὗτοι οἱ ; ἔσχατοι ἐποίησαν, ὥραν μίαν καὶ ἴσους ; αὐτοὺς ; ἐποίησας, ἡμῖν τοῖς βαστάσασιν τὸ ; βάρος ἡμέρας ; τῆς καὶ ; τὸν ; καύσωνα.
مرقس 14: 13
Mrk.14.13
فَأَرْسَلَ اثْنَيْنِ مِنْ تَلاَمِيذِهِ وَقَالَ لَهُمَا: اذْهَبَا إِلَى الْمَدِينَةِ، فَيُلاَقِيَكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ.
καὶ ; ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν ; αὐτοῦ καὶ ; λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν ; πόλιν, καὶ ; ἀπαντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων· κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ.
لوقا 7: 14
Luk.7.14
ثُمَّ تَقَدَّمَ وَلَمَسَ النَّعْشَ، فَوَقَفَ الْحَامِلُونَ. فَقَالَ: أَيُّهَا الشَّابُّ، لَكَ أَقُولُ: قُمْ..
καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς ; σοροῦ· δὲ ; ἔστησαν· οἱ ; βαστάζοντες καὶ ; εἶπεν· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.
لوقا 10: 4
Luk.10.4
لاَ تَحْمِلُوا كِيسًا وَلاَ مِزْوَدًا وَلاَ أَحْذِيَةً، وَلاَ تُسَلِّمُوا عَلَى أَحَدٍ فِي الطَّرِيقِ.
μὴ βαστάζετε βαλλάντιον μὴ πήραν μηδὲ ὑποδήματα, καὶ ; μηδένα ; ἀσπάσησθε. κατὰ τὴν ; ὁδὸν
لوقا 14: 27
Luk.14.27
وَمَنْ لاَ يَحْمِلُ صَلِيبَهُ وَيَأْتِي وَرَائِي فَلاَ يَقْدِرُ أَنْ يَكُونَ لِي تِلْمِيذًا.
καὶ ; ὅστις οὐ βαστάζει τὸν ; σταυρὸν ; ἑαυτοῦ καὶ ; ἔρχεται ὀπίσω ; μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.¶
لوقا 22: 10
Luk.22.10
فَقَالَ لَهُمَا: إِذَا دَخَلْتُمَا الْمَدِينَةَ يَسْتَقْبِلُكُمَا إِنْسَانٌ حَامِلٌ جَرَّةَ مَاءٍ. اِتْبَعَاهُ إِلَى الْبَيْتِ حَيْثُ يَدْخُلُ،
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ εἰσελθόντων ; ὑμῶν εἰς ; τὴν ; πόλιν συναντήσει ; ὑμῖν ἄνθρωπος βαστάζων. κεράμιον ὕδατος ἀκολουθήσατε ; αὐτῷ εἰς τὴν ; οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται·
يوحنا 12: 6
Jhn.12.6
قَالَ هذَا لَيْسَ لأَنَّهُ كَانَ يُبَالِي بِالْفُقَرَاءِ، بَلْ لأَنَّهُ كَانَ سَارِقًا، وَكَانَ الصُّنْدُوقُ عِنْدَهُ، وَكَانَ يَحْمِلُ مَا يُلْقَى فِيهِ.
εἶπεν ; δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι ἔμελεν ; αὐτῷ, περὶ ; τῶν ; πτωχῶν ἀλλ᾽ ὅτι ἦν κλέπτης καὶ τὸ ; γλωσσόκομον εἶχεν καὶ ἐβάσταζεν.¶ βαλλόμενα
يوحنا 16: 12
Jhn.16.12
إِنَّ لِي أُمُورًا كَثِيرَةً أَيْضًا لأَقُولَ لَكُمْ، وَلكِنْ لاَ تَسْتَطِيعُونَ أَنْ تَحْتَمِلُوا الآنَ.
ἔχω πολλὰ Ἔτι λέγειν, ὑμῖν ἀλλ᾽ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι.
يوحنا 19: 17
Jhn.19.17
فَخَرَجَ وَهُوَ حَامِلٌ صَلِيبَهُ إِلَى الْمَوْضِعِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ مَوْضِعُ الْجُمْجُمَةِ وَيُقَالُ لَهُ بِالْعِبْرَانِيَّةِ جُلْجُثَةُ،
καὶ ; ἐξῆλθεν βαστάζων αὐτοῦ; τὸν ; σταυρὸν εἰς τὸν ; τόπον, λεγόμενον τόπον, κρανίου ὅς; λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθα,
أعمال الرسل 3: 2
Act.3.2
وَكَانَ رَجُلٌ أَعْرَجُ مِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يُحْمَلُ، كَانُوا يَضَعُونَهُ كُلَّ يَوْمٍ عِنْدَ بَابِ الْهَيْكَلِ الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْجَمِيلُ لِيَسْأَلَ صَدَقَةً مِنَ الَّذِينَ يَدْخُلُونَ الْهَيْكَلَ.
καί τις ; ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ ὑπάρχων ; ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾽ ἡμέραν πρὸς τὴν ; θύραν τοῦ ; ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ ; αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς ; τὸ ; ἱερόν.
أعمال الرسل 9: 15
Act.9.15
فَقَالَ لَهُ الرَّبُّ: اذْهَبْ. لأَنَّ هذَا لِي إِنَاءٌ مُخْتَارٌ لِيَحْمِلَ اسْمِي أَمَامَ أُمَمٍ وَمُلُوكٍ وَبَنِي إِسْرَائِيلَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτὸν ὁ ; κύριος· πορεύου, ὅτι οὗτος ἐστίν ; μοι σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ ; βαστάσαι τὸ ; ὄνομά ; μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ ; βασιλέων υἱῶν ; τε Ἰσραήλ.
أعمال الرسل 15: 10
Act.15.10
فَالآنَ لِمَاذَا تُجَرِّبُونَ اللهَ بِوَضْعِ نِيرٍ عَلَى عُنُقِ التَّلاَمِيذِ لَمْ يَسْتَطِعْ آبَاؤُنَا وَلاَ نَحْنُ أَنْ نَحْمِلَهُ.
νῦν ; οὖν τί πειράζετε τὸν ; θεὸν ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν ; τράχηλον τῶν ; μαθητῶν, ὃν ; οὔτε ἰσχύσαμεν οἱ ; πατέρες ; ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς βαστάσαι;
رومية 11: 18
Rom.11.18
فَلاَ تَفْتَخِرْ عَلَى الأَغْصَانِ. وَإِنِ افْتَخَرْتَ، فَأَنْتَ لَسْتَ تَحْمِلُ الأَصْلَ، بَلِ الأَصْلُ إِيَّاكَ يَحْمِلُ.
μὴ κατακαυχῶ τῶν κλάδων· εἰ ; δὲ κατακαυχᾶσαι, σὺ οὐ βαστάζεις τὴν ; ῥίζαν ἀλλ᾽ ἡ ; ῥίζα σέ.
رومية 15: 1
Rom.15.1
فَيَجِبُ عَلَيْنَا نَحْنُ الأَقْوِيَاءَ أَنْ نَحْتَمِلَ أَضْعَافَ الضُّعَفَاءِ، وَلاَ نُرْضِيَ أَنْفُسَنَا.
Ὀφείλομεν ; δὲ ἡμεῖς οἱ ; δυνατοὶ βαστάζειν τὰ ; ἀσθενήματα τῶν ; ἀδυνάτων καὶ ; μὴ ἀρέσκειν· ἑαυτοῖς
غلاطية 5: 10
Gal.5.10
وَلكِنَّنِي أَثِقُ بِكُمْ فِي الرَّبِّ أَنَّكُمْ لاَ تَفْتَكِرُونَ شَيْئًا آخَرَ. وَلكِنَّ الَّذِي يُزْعِجُكُمْ سَيَحْمِلُ الدَّيْنُونَةَ أَيَّ مَنْ كَانَ.
ἐγὼ πέποιθα εἰς ; ὑμᾶς ἐν κυρίῳ ὅτι οὐδὲν φρονήσετε· ἄλλο δὲ ὁ ταράσσων ; ὑμᾶς βαστάσει τὸ ; κρίμα ἂν ὅστις ᾖ.¶
غلاطية 6: 2
Gal.6.2
اِحْمِلُوا بَعْضُكُمْ أَثْقَالَ بَعْضٍ، وَهكَذَا تَمِّمُوا نَامُوسَ الْمَسِيحِ.
βαστάζετε ἀλλήλων ; τὰ ; βάρη καὶ ; οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν ; νόμον τοῦ ; Χριστοῦ.
غلاطية 6: 5
Gal.6.5
لأَنَّ كُلَّ وَاحِدٍ سَيَحْمِلُ حِمْلَ نَفْسِهِ.
γὰρ ἕκαστος βαστάσει. τὸ ; φορτίον ἴδιον
غلاطية 6: 17
Gal.6.17
فِي مَا بَعْدُ لاَ يَجْلِبُ أَحَدٌ عَلَيَّ أَتْعَابًا، لأَنِّي حَامِلٌ فِي جَسَدِي سِمَاتِ الرَّبِّ يَسُوعَ.
λοιποῦ μηδεὶς ; παρεχέτω· μοι Τοῦ ; κόπους ἐγὼ ; γὰρ βαστάζω.¶ ἐν τῷ ; σώματί ; μου τὰ ; στίγματα κυρίου τοῦ ; Ἰησοῦ
الرؤيا 2: 2
Rev.2.2
أَنَا عَارِفٌ أَعْمَالَكَ وَتَعَبَكَ وَصَبْرَكَ، وَأَنَّكَ لاَ تَقْدِرُ أَنْ تَحْتَمِلَ الأَشْرَارَ، وَقَدْ جَرَّبْتَ الْقَائِلِينَ إِنَّهُمْ رُسُلٌ وَلَيْسُوا رُسُلاً، فَوَجَدْتَهُمْ كَاذِبِينَ.
οἶδα τὰ ; ἔργα ; σου καὶ ; τὸν ; κόπον ; σου καὶ ; τὴν ; ὑπομονήν ; σου καὶ ; ὅτι οὐ δύνῃ βαστάσαι κακοὺς καὶ ἐπειράσω τοὺς ; φάσκοντας ειναι ἀποστόλους καὶ ; οὐκ εἰσίν, καὶ ; εὗρες ; αὐτοὺς ψευδεῖς.
الرؤيا 2: 3
Rev.2.3
وَقَدِ احْتَمَلْتَ وَلَكَ صَبْرٌ، وَتَعِبْتَ مِنْ أَجْلِ اسْمِي وَلَمْ تَكِلَّ.
καὶ ἐβάστασας καὶ ; ἔχεις ὑπομονὴν καὶ ; κεκοπίακας διὰ τὸ ; ὄνομά ; μου καὶ ; οὐ κέκμηκας.
الرؤيا 17: 7
Rev.17.7
ثُمَّ قَالَ لِي الْمَلاَكُ: لِمَاذَا تَعَجَّبْتَ. أَنَا أَقُولُ لَكَ سِرَّ الْمَرْأَةِ وَالْوَحْشِ الْحَامِلِ لَهَا، الَّذِي لَهُ السَّبْعَةُ الرُّؤُوسِ وَالْعَشَرَةُ الْقُرُونِ:
καὶ εἶπέν μοι ὁ ; ἄγγελος· διὰ ; τί ἐθαύμασας; ἐγὼ ἐρῶ σοι τὸ ; μυστήριον τῆς ; γυναικὸς καὶ ; τοῦ ; θηρίου τοῦ ; βαστάζοντος αὐτὴν τοῦ ἔχοντος τὰς ; ἑπτὰ κεφαλὰς καὶ ; τὰ ; δέκα κέρατα.¶