المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
يوحنا 7: 32
Jhn.7.32
سَمِعَ الْفَرِّيسِيُّونَ الْجَمْعَ يَتَنَاجَوْنَ بِهذَا مِنْ نَحْوِهِ، فَأَرْسَلَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ خُدَّامًا لِيُمْسِكُوهُ.
ἤκουσαν οἱ ; Φαρισαῖοι τοῦ ; ὄχλου γογγύζοντος ταῦτα, περὶ ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπέστειλαν οἱ ; Φαρισαῖοι οἱ ; ἀρχιερεῖς ὑπηρέτας ἵνα ; πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
يوحنا 7: 32
Jhn.7.32
سَمِعَ الْفَرِّيسِيُّونَ الْجَمْعَ يَتَنَاجَوْنَ بِهذَا مِنْ نَحْوِهِ، فَأَرْسَلَ الْفَرِّيسِيُّونَ وَرُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ خُدَّامًا لِيُمْسِكُوهُ.
ἤκουσαν οἱ ; Φαρισαῖοι τοῦ ; ὄχλου γογγύζοντος ταῦτα, περὶ ; αὐτοῦ καὶ ; ἀπέστειλαν οἱ ; Φαρισαῖοι οἱ ; ἀρχιερεῖς ὑπηρέτας ἵνα ; πιάσωσιν ; αὐτόν.¶
يوحنا 7: 33
Jhn.7.33
فَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَنَا مَعَكُمْ زَمَانًا يَسِيرًا بَعْدُ، ثُمَّ أَمْضِي إِلَى الَّذِي أَرْسَلَنِي.
Εἶπεν ; οὖν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· εἰμι μεθ᾽ ; ὑμῶν χρόνον μικρὸν ἔτι καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά ; με.
يوحنا 7: 35
Jhn.7.35
فَقَالَ الْيَهُودُ فِيمَا بَيْنَهُمْ: إِلَى أَيْنَ هذَا مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ حَتَّى لاَ نَجِدَهُ نَحْنُ. أَلَعَلَّهُ مُزْمِعٌ أَنْ يَذْهَبَ إِلَى شَتَاتِ الْيُونَانِيِّينَ وَيُعَلِّمَ الْيُونَانِيِّينَ.
εἶπον ; οὖν οἱ ; Ἰουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι ὅτι οὐχ εὑρήσομεν ; αὐτόν; ἡμεῖς μὴ ; μέλλει πορεύεσθαι εἰς τὴν ; διασπορὰν τῶν ; Ἑλλήνων διδάσκειν τοὺς ; Ἕλληνας;
يوحنا 7: 38
Jhn.7.38
مَنْ آمَنَ بِي، كَمَا قَالَ الْكِتَابُ، تَجْرِي مِنْ بَطْنِهِ أَنْهَارُ مَاءٍ حَيٍّ.
ὁ πιστεύων εἰς ; ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ ; γραφή, ῥεύσουσιν ἐκ τῆς ; κοιλίας ; αὐτοῦ ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος.
يوحنا 7: 39
Jhn.7.39
قَالَ هذَا عَنِ الرُّوحِ الَّذِي كَانَ الْمُؤْمِنُونَ بِهِ مُزْمِعِينَ أَنْ يَقْبَلُوهُ، لأَنَّ الرُّوحَ الْقُدُسَ لَمْ يَكُنْ قَدْ أُعْطِيَ بَعْدُ، لأَنَّ يَسُوعَ لَمْ يَكُنْ قَدْ مُجِّدَ بَعْدُ.
δὲ ; εἶπεν τοῦτο περὶ τοῦ ; πνεύματος οὗ οἱ ; πιστεύοντες εἰς ; αὐτόν· ἔμελλον λαμβάνειν γὰρ πνεῦμα ἅγιον οὔπω ; δεδομένον, ὅτι ὃ ; Ἰησοῦς οὐδέπω ; ἐδοξάσθη.¶
يوحنا 7: 43
Jhn.7.43
فَحَدَثَ انْشِقَاقٌ فِي الْجَمْعِ لِسَبَبِهِ.
οὖν ; ἐγένετο Σχίσμα ἐν τῷ ; ὄχλῳ δι᾽ ; αὐτόν.
يوحنا 7: 44
Jhn.7.44
وَكَانَ قَوْمٌ مِنْهُمْ يُرِيدُونَ أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنْ لَمْ يُلْقِ أَحَدٌ عَلَيْهِ الأَيَادِيَ.
τινὲς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἤθελον πιάσαι ; αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας.¶
يوحنا 7: 44
Jhn.7.44
وَكَانَ قَوْمٌ مِنْهُمْ يُرِيدُونَ أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنْ لَمْ يُلْقِ أَحَدٌ عَلَيْهِ الأَيَادِيَ.
τινὲς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἤθελον πιάσαι ; αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας.¶
يوحنا 7: 44
Jhn.7.44
وَكَانَ قَوْمٌ مِنْهُمْ يُرِيدُونَ أَنْ يُمْسِكُوهُ، وَلكِنْ لَمْ يُلْقِ أَحَدٌ عَلَيْهِ الأَيَادِيَ.
τινὲς ; δὲ ἐξ ; αὐτῶν ἤθελον πιάσαι ; αὐτόν, ἀλλ᾽ οὐδεὶς ; ἐπέβαλεν ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας.¶
يوحنا 7: 45
Jhn.7.45
فَجَاءَ الْخُدَّامُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيِّينَ. فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا لَمْ تَأْتُوا بِهِ.
Ἦλθον ; οὖν οἱ ; ὑπηρέται πρὸς τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; Φαρισαίους, καὶ ; εἶπον αὐτοῖς διὰ ; τί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;
يوحنا 7: 45
Jhn.7.45
فَجَاءَ الْخُدَّامُ إِلَى رُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْفَرِّيسِيِّينَ. فَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا لَمْ تَأْتُوا بِهِ.
Ἦλθον ; οὖν οἱ ; ὑπηρέται πρὸς τοὺς ; ἀρχιερεῖς καὶ ; Φαρισαίους, καὶ ; εἶπον αὐτοῖς διὰ ; τί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;
يوحنا 7: 47
Jhn.7.47
فَأَجَابَهُمُ الْفَرِّيسِيُّونَ: أَلَعَلَّكُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا قَدْ ضَلَلْتُمْ.
ἀπεκρίθησαν ; οὖν ; αὐτοῖς οἱ ; Φαρισαῖοι· μὴ ὑμεῖς καὶ πεπλάνησθε;
يوحنا 7: 48
Jhn.7.48
أَلَعَلَّ أَحَدًا مِنَ الرُّؤَسَاءِ أَوْ مِنَ الْفَرِّيسِيِّينَ آمَنَ بِهِ.
μή τις ἐκ τῶν ; ἀρχόντων ἢ ἐκ τῶν ; Φαρισαίων; ἐπίστευσεν εἰς ; αὐτὸν
يوحنا 7: 50
Jhn.7.50
قَالَ لَهُمْ نِيقُودِيمُوسُ، الَّذِي جَاءَ إِلَيْهِ لَيْلاً، وَهُوَ وَاحِدٌ مِنْهُمْ:
λέγει πρὸς ; αὐτούς, Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς ; αὐτὸν νυκτὸς ὢν εἷς ἐξ ; αὐτῶν·
يوحنا 7: 50
Jhn.7.50
قَالَ لَهُمْ نِيقُودِيمُوسُ، الَّذِي جَاءَ إِلَيْهِ لَيْلاً، وَهُوَ وَاحِدٌ مِنْهُمْ:
λέγει πρὸς ; αὐτούς, Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς ; αὐτὸν νυκτὸς ὢν εἷς ἐξ ; αὐτῶν·
يوحنا 7: 50
Jhn.7.50
قَالَ لَهُمْ نِيقُودِيمُوسُ، الَّذِي جَاءَ إِلَيْهِ لَيْلاً، وَهُوَ وَاحِدٌ مِنْهُمْ:
λέγει πρὸς ; αὐτούς, Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς ; αὐτὸν νυκτὸς ὢν εἷς ἐξ ; αὐτῶν·
يوحنا 7: 51
Jhn.7.51
أَلَعَلَّ نَامُوسَنَا يَدِينُ إِنْسَانًا لَمْ يَسْمَعْ مِنْهُ أَوَّلاً وَيَعْرِفْ مَاذَا فَعَلَ.
μὴ ὁ ; νόμος ; ἡμῶν κρίνει τὸν ; ἄνθρωπον ἐὰν ; μὴ ἀκούσῃ παρ᾽ ; αὐτοῦ πρότερον καὶ ; γνῷ τί ποιεῖ;¶
يوحنا 7: 52
Jhn.7.52
أَجَابُوا وَقَالوُا لَهُ: أَلَعَلَّكَ أَنْتَ أَيْضًا مِنَ الْجَلِيلِ. فَتِّشْ وَانْظُرْ. إِنَّهُ لَمْ يَقُمْ نَبِيٌّ مِنَ الْجَلِيلِ.
ἀπεκρίθησαν καὶ ; εἶπαν αὐτῷ· μὴ σὺ καὶ ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας ἐραύνησον καὶ ; ἴδε ὅτι οὐκ ἐγηγέρται προφήτης ἐκ τῆς ; Γαλιλαίας
يوحنا 7: 53
Jhn.7.53
فَمَضَى كُلُّ وَاحِدٍ إِلَى بَيْتِهِ.
[[Καὶ ; ἐπορεύθη ἕκαστος εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ,
يوحنا 8: 2
Jhn.8.2
ثُمَّ حَضَرَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي الصُّبْحِ، وَجَاءَ إِلَيْهِ جَمِيعُ الشَّعْبِ فَجَلَسَ يُعَلِّمُهُمْ.
δὲ παρεγένετο πάλιν εἰς τὸ ; ἱερὸν, ὄρθρου καὶ ; ἤρχετο πρὸς ; αὐτόν, πᾶς ὁ ; λαὸς καὶ ; καθίσας ἐδίδασκεν ; αὐτούς.
يوحنا 8: 2
Jhn.8.2
ثُمَّ حَضَرَ أَيْضًا إِلَى الْهَيْكَلِ فِي الصُّبْحِ، وَجَاءَ إِلَيْهِ جَمِيعُ الشَّعْبِ فَجَلَسَ يُعَلِّمُهُمْ.
δὲ παρεγένετο πάλιν εἰς τὸ ; ἱερὸν, ὄρθρου καὶ ; ἤρχετο πρὸς ; αὐτόν, πᾶς ὁ ; λαὸς καὶ ; καθίσας ἐδίδασκεν ; αὐτούς.
يوحنا 8: 3
Jhn.8.3
وَقَدَّمَ إِلَيْهِ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ امْرَأَةً أُمْسِكَتْ فِي زِنًا. وَلَمَّا أَقَامُوهَا فِي الْوَسْطِ
δὲ ; ἄγουσιν πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι γυναῖκα κατειλημμένην ἐν μοιχείᾳ καὶ στήσαντες ; αὐτὴν ἐν μέσῳ
يوحنا 8: 3
Jhn.8.3
وَقَدَّمَ إِلَيْهِ الْكَتَبَةُ وَالْفَرِّيسِيُّونَ امْرَأَةً أُمْسِكَتْ فِي زِنًا. وَلَمَّا أَقَامُوهَا فِي الْوَسْطِ
δὲ ; ἄγουσιν πρὸς ; αὐτὸν οἱ ; γραμματεῖς καὶ ; οἱ ; Φαρισαῖοι γυναῖκα κατειλημμένην ἐν μοιχείᾳ καὶ στήσαντες ; αὐτὴν ἐν μέσῳ
يوحنا 8: 4
Jhn.8.4
قَالُوا لَهُ: يَا مُعَلِّمُ، هذِهِ الْمَرْأَةُ أُمْسِكَتْ وَهِيَ تَزْنِي فِي ذَاتِ الْفِعْلِ،
λέγουσιν αὐτῷ, διδάσκαλε, αὕτη ἡ ; γυνὴ κατείληφθη μοιχευομένη· ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ
يوحنا 8: 6
Jhn.8.6
قَالُوا هذَا لِيُجَرِّبُوهُ، لِكَيْ يَكُونَ لَهُمْ مَا يَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ. وَأَمَّا يَسُوعُ فَانْحَنَى إِلَى أَسْفَلُ وَكَانَ يَكْتُبُ بِإِصْبِعِهِ عَلَى الأَرْضِ.
δὲ ; ἔλεγον τοῦτο πειράζοντες ; αὐτόν, ἵνα ἔχωσιν κατηγορεῖν αὐτοῦ. δὲ ὁ ; Ἰησοῦς κύψας κάτω ἔγραφεν τῷ ; δακτύλῳ εἰς τὴν ; γῆν.
يوحنا 8: 6
Jhn.8.6
قَالُوا هذَا لِيُجَرِّبُوهُ، لِكَيْ يَكُونَ لَهُمْ مَا يَشْتَكُونَ بِهِ عَلَيْهِ. وَأَمَّا يَسُوعُ فَانْحَنَى إِلَى أَسْفَلُ وَكَانَ يَكْتُبُ بِإِصْبِعِهِ عَلَى الأَرْضِ.
δὲ ; ἔλεγον τοῦτο πειράζοντες ; αὐτόν, ἵνα ἔχωσιν κατηγορεῖν αὐτοῦ. δὲ ὁ ; Ἰησοῦς κύψας κάτω ἔγραφεν τῷ ; δακτύλῳ εἰς τὴν ; γῆν.
يوحنا 8: 7
Jhn.8.7
وَلَمَّا اسْتَمَرُّوا يَسْأَلُونَهُ، انْتَصَبَ وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ كَانَ مِنْكُمْ بِلاَ خَطِيَّةٍ فَلْيَرْمِهَا أَوَّلاً بِحَجَرٍ.
ὡς ; δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες ; αὐτόν, ἀνακύψας εἶπεν πρὸς ; αὐτούς, ὁ ὑμῶν, ἀναμάρτητος ἐπ᾽ ; αὐτὴν ; βαλέτω πρῶτος τὸν ; λίθον·
يوحنا 8: 7
Jhn.8.7
وَلَمَّا اسْتَمَرُّوا يَسْأَلُونَهُ، انْتَصَبَ وَقَالَ لَهُمْ: مَنْ كَانَ مِنْكُمْ بِلاَ خَطِيَّةٍ فَلْيَرْمِهَا أَوَّلاً بِحَجَرٍ.
ὡς ; δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες ; αὐτόν, ἀνακύψας εἶπεν πρὸς ; αὐτούς, ὁ ὑμῶν, ἀναμάρτητος ἐπ᾽ ; αὐτὴν ; βαλέτω πρῶτος τὸν ; λίθον·
يوحنا 8: 10
Jhn.8.10
فَلَمَّا انْتَصَبَ يَسُوعُ وَلَمْ يَنْظُرْ أَحَدًا سِوَى الْمَرْأَةِ، قَالَ لَهَا: يَا امْرَأَةُ، أَيْنَ هُمْ أُولئِكَ الْمُشْتَكُونَ عَلَيْكِ. أَمَا دَانَكِ أَحَدٌ.
δὲ ἀνακύψας ὁ ; Ἰησοῦς καὶ θεασάμενος μηδένα πλὴν τὴς ; γυναικός εἶπεν αὐτῇ· ἡ ; γυνή, ποῦ εἰσιν ἐκεῖνοι οἱ ; κατήγοροί σου σε ; κατέκρινεν; οὐδείς