المعنى المختصر للكلمة
autós:
the reflexive pronoun self, used
(alone or in the comparative ) of the third person , and (with the
proper personal pronoun) of the other persons
اللفظ الأصلي
αὐτός
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
autós
(ow-tos)
تكرار الورود في الكتاب
5246
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
the reflexive pronoun self, used (alone or in the comparative ) of the third person , and (with the proper personal pronoun) of the other persons
الإنجليزية — KJV Translation Tags
her
it(-self)
one
the other
(mine) own
said
(self-)
the) same
((him-, my-, thy-
)self, (your-)selves, she, that, their(-s), them(-selves), there(-at,
- by, -in, -into, -of, -on, -with), they, (these) things, this (man),
those, together, very, which
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
αὐτῷ (284×)
αὐτῷ· (187×)
αὐτοῖς· (187×)
αὐτοῖς (155×)
αὐτὸν (99×)
αὐτὸς (83×)
αὐτοῦ (62×)
πρὸς ; αὐτὸν (54×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (5246 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
لوقا 20: 14
Luk.20.14
فَلَمَّا رَآهُ الْكَرَّامُونَ تَآمَرُوا فِيمَا بَيْنَهُمْ قَائِلِينَ: هذَا هُوَ الْوَارِثُ. هَلُمُّوا نَقْتُلْهُ لِكَيْ يَصِيرَ لَنَا الْمِيرَاثُ.
δὲ ἰδόντες ; αὐτὸν οἱ ; γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτούς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ ; κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν ; αὐτὸν ἵνα γένηται ἡμῶν ἡ ; κληρονομία.
لوقا 20: 15
Luk.20.15
فَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ وَقَتَلُوهُ. فَمَاذَا يَفْعَلُ بِهِمْ صَاحِبُ الْكَرْمِ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος ἀπέκτειναν. τί ; οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος;
لوقا 20: 15
Luk.20.15
فَأَخْرَجُوهُ خَارِجَ الْكَرْمِ وَقَتَلُوهُ. فَمَاذَا يَفْعَلُ بِهِمْ صَاحِبُ الْكَرْمِ.
καὶ ; ἐκβαλόντες ; αὐτὸν ἔξω τοῦ ; ἀμπελῶνος ἀπέκτειναν. τί ; οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ ; κύριος τοῦ ; ἀμπελῶνος;
لوقا 20: 17
Luk.20.17
فَنَظَرَ إِلَيْهِمْ وَقَالَ: إِذًا مَا هُوَ هذَا الْمَكْتُوبُ: الْحَجَرُ الَّذِي رَفَضَهُ الْبَنَّاؤُونَ هُوَ قَدْ صَارَ رَأْسَ الزَّاوِيَةِ.
ὁ ; δὲ ; ἐμβλέψας αὐτοῖς εἶπεν· οὖν τί ἐστιν τοῦτο· τὸ ; γεγραμμένον λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ ; οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς ; κεφαλὴν γωνίας;
لوقا 20: 18
Luk.20.18
كُلُّ مَنْ يَسْقُطُ عَلَى ذلِكَ الْحَجَرِ يَتَرَضَّضُ، وَمَنْ سَقَطَ هُوَ عَلَيْهِ يَسْحَقُهُ.
πᾶς ὁ ; πεσὼν ἐπ᾽ ἐκεῖνον τὸν ; λίθον συνθλασθήσεται· ὃν ; δ᾽ ; ἂν πέσῃ, ἐφ᾽ ; αὐτόν.¶ λικμήσει
لوقا 20: 19
Luk.20.19
فَطَلَبَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ أَنْ يُلْقُوا الأَيَادِيَ عَلَيْهِ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ هذَا الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ.
Καὶ ; ἐζήτησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς γραμματεῖς ; οἱ ἐπιβαλεῖν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἐν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; λαόν· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς
لوقا 20: 19
Luk.20.19
فَطَلَبَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ أَنْ يُلْقُوا الأَيَادِيَ عَلَيْهِ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ هذَا الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ.
Καὶ ; ἐζήτησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς γραμματεῖς ; οἱ ἐπιβαλεῖν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἐν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; λαόν· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς
لوقا 20: 19
Luk.20.19
فَطَلَبَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ أَنْ يُلْقُوا الأَيَادِيَ عَلَيْهِ فِي تِلْكَ السَّاعَةِ، وَلكِنَّهُمْ خَافُوا الشَّعْبَ، لأَنَّهُمْ عَرَفُوا أَنَّهُ قَالَ هذَا الْمَثَلَ عَلَيْهِمْ.
Καὶ ; ἐζήτησαν οἱ ; ἀρχιερεῖς γραμματεῖς ; οἱ ἐπιβαλεῖν τὰς ; χεῖρας ἐπ᾽ ; αὐτὸν ἐν αὐτῇ τῇ ; ὥρᾳ καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ; λαόν· γὰρ ἔγνωσαν ὅτι εἶπεν ταύτην.¶ τὴν ; παραβολὴν πρὸς ; αὐτοὺς
لوقا 20: 20
Luk.20.20
فَرَاقَبُوهُ وَأَرْسَلُوا جَوَاسِيسَ يَتَرَاءَوْنَ أَنَّهُمْ أَبْرَارٌ لِكَيْ يُمْسِكُوهُ بِكَلِمَةٍ، حَتَّى يُسَلِّمُوهُ إِلَى حُكْمِ الْوَالِي وَسُلْطَانِهِ.
Καὶ ; παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους ὑποκρινομένους ἑαυτοὺς ; εἶναι, δικαίους ἵνα ἐπιλάβωνται ; αὐτοῦ λόγου, παραδοῦναι ; αὐτὸν τῇ ἀρχῇ τοῦ ; ἡγεμόνος. καὶ ; τῇ ; ἐξουσίᾳ
لوقا 20: 20
Luk.20.20
فَرَاقَبُوهُ وَأَرْسَلُوا جَوَاسِيسَ يَتَرَاءَوْنَ أَنَّهُمْ أَبْرَارٌ لِكَيْ يُمْسِكُوهُ بِكَلِمَةٍ، حَتَّى يُسَلِّمُوهُ إِلَى حُكْمِ الْوَالِي وَسُلْطَانِهِ.
Καὶ ; παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους ὑποκρινομένους ἑαυτοὺς ; εἶναι, δικαίους ἵνα ἐπιλάβωνται ; αὐτοῦ λόγου, παραδοῦναι ; αὐτὸν τῇ ἀρχῇ τοῦ ; ἡγεμόνος. καὶ ; τῇ ; ἐξουσίᾳ
لوقا 20: 21
Luk.20.21
فَسَأَلُوهُ قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، نَعْلَمُ أَنَّكَ بِالاسْتِقَامَةِ تَتَكَلَّمُ وَتُعَلِّمُ، وَلاَ تَقْبَلُ الْوُجُوهَ، بَلْ بِالْحَقِّ تُعَلِّمُ طَرِيقَ اللهِ.
καὶ ; ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ ; διδάσκεις καὶ ; οὐ λαμβάνεις πρόσωπον ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ; ἀληθείας διδάσκεις. τὴν ; ὁδὸν τοῦ ; θεοῦ
لوقا 20: 23
Luk.20.23
فَشَعَرَ بِمَكْرِهِمْ وَقَالَ لَهُمْ: لِمَاذَا تُجَرِّبُونَنِي.
κατανοήσας ; δὲ αὐτῶν ; τὴν ; πανουργίαν εἶπεν πρὸς ; αὐτούς τί με ; πειράζετε·
لوقا 20: 25
Luk.20.25
فَقَالَ لَهُمْ: أَعْطُوا إِذًا مَا لِقَيْصَرَ لِقَيْصَرَ وَمَا ِللهِ للهِ.
ὁ ; δὲ ; εἶπεν αὐτοῖς ἀπόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ ; τὰ τοῦ ; θεοῦ τῷ ; θεῷ.
لوقا 20: 26
Luk.20.26
فَلَمْ يَقْدِرُوا أَنْ يُمْسِكُوهُ بِكَلِمَةٍ قُدَّامَ الشَّعْبِ، وَتَعَجَّبُوا مِنْ جَوَابِهِ وَسَكَتُوا.
καὶ ; οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ; ῥήματος ἐναντίον τοῦ ; λαοῦ, καὶ ; θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ; ἀποκρίσει ; αὐτοῦ ἐσίγησαν.¶
لوقا 20: 27
Luk.20.27
وَحَضَرَ قَوْمٌ مِنَ الصَّدُّوقِيِّينَ، الَّذِينَ يُقَاوِمُونَ أَمْرَ الْقِيَامَةِ، وَسَأَلُوهُ،
Προσελθόντες ; δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ ἀντιλέγοντες ἀνάστασιν ; μὴ ; εἶναι, ἐπηρώτησαν ; αὐτὸν
لوقا 20: 28
Luk.20.28
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
لوقا 20: 28
Luk.20.28
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
لوقا 20: 31
Luk.20.31
ثُمَّ أَخَذَهَا الثَّالِثُ، وَهكَذَا السَّبْعَةُ. وَلَمْ يَتْرُكُوا وَلَدًا وَمَاتُوا.
καὶ ἔλαβεν ; αὐτήν ὁ ; τρίτος ὡσαύτως ; δὲ ; καὶ οἱ ; ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα καὶ ; ἀπέθανον.
لوقا 20: 33
Luk.20.33
فَفِي الْقِيَامَةِ، لِمَنْ مِنْهُمْ تَكُونُ زَوْجَةً. لأَنَّهَا كَانَتْ زَوْجَةً لِلسَّبْعَةِ.
οὖν ; ἐν τῇ ; ἀναστάσει, τίνος αὐτῶν γίνεται γυνή; γὰρ ἔσχον ; αὐτὴν γυναῖκα.¶ οἱ ; ἑπτὰ
لوقا 20: 33
Luk.20.33
فَفِي الْقِيَامَةِ، لِمَنْ مِنْهُمْ تَكُونُ زَوْجَةً. لأَنَّهَا كَانَتْ زَوْجَةً لِلسَّبْعَةِ.
οὖν ; ἐν τῇ ; ἀναστάσει, τίνος αὐτῶν γίνεται γυνή; γὰρ ἔσχον ; αὐτὴν γυναῖκα.¶ οἱ ; ἑπτὰ
لوقا 20: 34
Luk.20.34
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ يَسُوعُ: أَبْنَاءُ هذَا الدَّهْرِ يُزَوِّجُونَ وَيُزَوَّجُونَ،
Καὶ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς· οἱ ; υἱοὶ τούτου αἰῶνος γαμοῦσιν καὶ ; ἐκγαμίσκονται
لوقا 20: 38
Luk.20.38
وَلَيْسَ هُوَ إِلهَ أَمْوَاتٍ بَلْ إِلهُ أَحْيَاءٍ، لأَنَّ الْجَمِيعَ عِنْدَهُ أَحْيَاءٌ.
δὲ ; οὐκ ἔστιν θεὸς νεκρῶν ἀλλὰ ζώντων· γὰρ πάντες αὐτῷ ζῶσιν.¶
لوقا 20: 40
Luk.20.40
وَلَمْ يَتَجَاسَرُوا أَيْضًا أَنْ يَسْأَلُوهُ عَنْ شَيْءٍ.
οὐκέτι ἐτόλμων ἐπερωτᾶν ; αὐτὸν οὐδέν.¶
لوقا 20: 41
Luk.20.41
وَقَالَ لَهُمْ: كَيْفَ يَقُولُونَ إِنَّ الْمَسِيحَ ابْنُ دَاوُدَ.
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτούς· πῶς λέγουσιν εἶναι τὸν ; χριστὸν υἱόν; Δαυὶδ
لوقا 20: 42
Luk.20.42
وَدَاوُدُ نَفْسُهُ يَقُولُ فِي كِتَابِ الْمَزَامِيرِ: قَالَ الرَّبُّ لِرَبِّي: اجْلِسْ عَنْ يَمِينِي
καὶ ; Δαυὶδ αὐτὸς λέγει ἐν βίβλῳ ψαλμῶν· εἶπεν ὁ ; κύριος τῷ ; κυρίῳ ; μου· κάθου ἐκ δεξιῶν ; μου
لوقا 20: 45
Luk.20.45
وَفِيمَا كَانَ جَمِيعُ الشَّعْبِ يَسْمَعُونَ قَالَ لِتَلاَمِيذِهِ:
δὲ παντὸς τοῦ ; λαοῦ Ἀκούοντος εἶπεν τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ·
لوقا 21: 1
Luk.21.1
وَتَطَلَّعَ فَرَأَى الأَغْنِيَاءَ يُلْقُونَ قَرَابِينَهُمْ فِي الْخِزَانَةِ،
Ἀναβλέψας ; δὲ εἶδεν τοὺς ; πλουσίους. βάλλοντας τὰ ; δῶρα ; αὐτῶν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον
لوقا 21: 4
Luk.21.4
لأَنَّ هؤُلاَءِ مِنْ فَضْلَتِهِمْ أَلْقَوْا فِي قَرَابِينِ اللهِ، وَأَمَّا هذِهِ فَمِنْ إِعْوَازِهَا، أَلْقَتْ كُلَّ الْمَعِيشَةِ الَّتِي لَهَا.
γὰρ ἅπαντες; οὗτοι ἐκ τοῦ ; περισσεύοντος ; αὐτοῖς ἔβαλον εἰς τὰ ; δῶρα τοῦ ; θεοῦ, δὲ αὕτη ἐκ τοῦ ; ὑστερήματος ; αὐτῆς ἔβαλεν.¶ ἅπαντα τὸν ; βίον ὃν εἶχεν
لوقا 21: 4
Luk.21.4
لأَنَّ هؤُلاَءِ مِنْ فَضْلَتِهِمْ أَلْقَوْا فِي قَرَابِينِ اللهِ، وَأَمَّا هذِهِ فَمِنْ إِعْوَازِهَا، أَلْقَتْ كُلَّ الْمَعِيشَةِ الَّتِي لَهَا.
γὰρ ἅπαντες; οὗτοι ἐκ τοῦ ; περισσεύοντος ; αὐτοῖς ἔβαλον εἰς τὰ ; δῶρα τοῦ ; θεοῦ, δὲ αὕτη ἐκ τοῦ ; ὑστερήματος ; αὐτῆς ἔβαλεν.¶ ἅπαντα τὸν ; βίον ὃν εἶχεν
لوقا 21: 8
Luk.21.8
فَقَالَ: انْظُرُوا. لاَ تَضِلُّوا. فَإِنَّ كَثِيرِينَ سَيَأْتُونَ بِاسْمِي قَائِلِينَ: إِنِّي أَنَا هُوَ. وَالزَّمَانُ قَدْ قَرُبَ. فَلاَ تَذْهَبُوا وَرَاءَهُمْ.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· γὰρ πολλοὶ ἐλεύσονται ἐπὶ ; τῷ ; ὀνόματί ; μου λέγοντες ὃτι· ἐγώ εἰμι, καὶ ; ὁ ; καιρὸς ἤγγικεν. μὴ ; οὖν πορευθῆτε ὀπίσω ; αὐτῶν.