ك
إصحاح
G5398
G5399. phobéō
G5400
المعنى المختصر للكلمة
phobéō: to frighten, i.e. (passively) to be alarmed
اللفظ الأصلي φοβέω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق phobéō (fob-eh-o)
تكرار الورود في الكتاب 81 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 to frighten, i.e. (passively) to be alarmed
2 by analogy, to be in awe of, i.e. revere
الإنجليزية — KJV Translation Tags
be (+ sore) afraid fear (exceedingly) reverence

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐφοβήθησαν (6×) ἐφοβοῦντο (5×) φοβοῦ· (4×) φοβοῦ (4×) φοβηθῆτε (4×) καὶ ; ἐφοβήθησαν (4×) ἐφοβήθη (3×) φοβοῦμαι (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (81 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
وَإِذْ كَانُوا يَخَافُونَ أَنْ يَقَعُوا عَلَى مَوَاضِعَ صَعْبَةٍ، رَمَوْا مِنَ الْمُؤَخَّرِ أَرْبَعَ مَرَاسٍ، وَكَانُوا يَطْلُبُونَ أَنْ يَصِيرَ النَّهَارُ.
τε φοβούμενοί μή ; που ἐκπέσωσιν εἰς τόπους τραχεῖς ῥίψαντες ἐκ πρύμνης τέσσαρας ἀγκύρας ηὔχοντο γενέσθαι. ἡμέραν
حَسَنًا. مِنْ أَجْلِ عَدَمِ الإِيمَانِ قُطِعَتْ، وَأَنْتَ بِالإِيمَانِ ثَبَتَّ. لاَ تَسْتَكْبِرْ بَلْ خَفْ.
καλῶς· τῇ ἀπιστίᾳ ἐξεκλάσθησαν, σὺ ; δὲ τῇ ; πίστει ἕστηκας. μὴ ὑψηλὰ ; φρόνει ἀλλὰ φοβοῦ·
فَإِنَّ الْحُكَّامَ لَيْسُوا خَوْفًا لِلأَعْمَالِ الصَّالِحَةِ بَلْ لِلشِّرِّيرَةِ. أَفَتُرِيدُ أَنْ لاَ تَخَافَ السُّلْطَانَ. افْعَلِ الصَّلاَحَ فَيَكُونَ لَكَ مَدْحٌ مِنْهُ،
γὰρ οἱ ; ἄρχοντες οὐκ ; εἰσὶν φόβος τῶν; ἔργων ἀγαθῶν ἀλλὰ τῶν; κακῶν θέλεις δὲ ; μὴ φοβεῖσθαι τὴν ; ἐξουσίαν; ποίει τὸ ; ἀγαθὸν καὶ ; ἕξεις ἔπαινον ἐξ ; αὐτῆς·
لأَنَّهُ خَادِمُ اللهِ لِلصَّلاَحِ. وَلكِنْ إِنْ فَعَلْتَ الشَّرَّ فَخَفْ، لأَنَّهُ لاَ يَحْمِلُ السَّيْفَ عَبَثًا، إِذْ هُوَ خَادِمُ اللهِ، مُنْتَقِمٌ لِلْغَضَبِ مِنَ الَّذِي يَفْعَلُ الشَّرَّ.
γὰρ ; ἐστιν διάκονός θεοῦ εἰς ; τὸ ; ἀγαθόν. δὲ ἐὰν ποιῇς, τὸ ; κακὸν φοβοῦ· γὰρ οὐ φορεῖ. τὴν ; μάχαιραν εἰκῇ γὰρ ἐστιν διάκονός θεοῦ ἔκδικος εἰς ; ὀργὴν τῷ πράσσοντι. τὸ ; κακὸν
وَلكِنَّنِي أَخَافُ أَنَّهُ كَمَا خَدَعَتِ الْحَيَّةُ حَوَّاءَ بِمَكْرِهَا، هكَذَا تُفْسَدُ أَذْهَانُكُمْ عَنِ الْبَسَاطَةِ الَّتِي فِي الْمَسِيحِ.
δὲ φοβοῦμαι μή πως ; ὡς ἐξηπάτησεν ὁ ; ὄφις Εὕαν ἐν ; τῇ ; πανουργίᾳ ; αὐτοῦ, οὕτως φθαρῇ τὰ ; νοήματα ; ὑμῶν ἀπὸ τῆς ; ἁπλότητος τῆς ; εἰς τὸν ; Χριστόν.
لأَنَّهُ قَبْلَمَا أَتَى قَوْمٌ مِنْ عِنْدِ يَعْقُوبَ كَانَ يَأْكُلُ مَعَ الأُمَمِ، وَلكِنْ لَمَّا أَتَوْا كَانَ يُؤَخِّرُ وَيُفْرِزُ نَفْسَهُ، خَائِفًا مِنَ الَّذِينَ هُمْ مِنَ الْخِتَانِ.
γὰρ πρὸ τοῦ ; ἐλθεῖν τινας ἀπὸ Ἰακώβου συνήσθιεν· μετὰ τῶν ; ἐθνῶν δὲ ὅτε ἦλθον, ὑπέστελλεν καὶ ; ἀφώριζεν ἑαυτὸν φοβούμενος τοὺς ἐκ περιτομῆς·
أَخَافُ عَلَيْكُمْ أَنْ أَكُونَ قَدْ تَعِبْتُ فِيكُمْ عَبَثًا.
φοβοῦμαι ὑμᾶς μή πως κεκοπίακα εἰς ; ὑμᾶς. εἰκῇ
وَأَمَّا أَنْتُمُ الأَفْرَادُ، فَلْيُحِبَّ كُلُّ وَاحِدٍ امْرَأَتَهُ هكَذَا كَنَفْسِهِ، وَأَمَّا الْمَرْأَةُ فَلْتَهَبْ رَجُلَهَا.
πλὴν ; καὶ ὑμεῖς οἱ ; καθ᾽ ; ἕνα, ἀγαπάτω ἕκαστος τὴν ; ἑαυτοῦ ; γυναῖκα οὕτως ὡς ; ἑαυτόν, δὲ ἡ ; γυνὴ φοβῆται τὸν ; ἄνδρα.¶
أَيُّهَا الْعَبِيدُ، أَطِيعُوا فِي كُلِّ شَيْءٍ حَسَبَ الْجَسَدِ، لاَ بِخِدْمَةِ الْعَيْنِ كَمَنْ يُرْضِي النَّاسَ، بَلْ بِبَسَاطَةِ الْقَلْبِ، خَائِفِينَ الرَّبَّ.
Οἱ δοῦλοι, ὑπακούετε κατὰ πάντα κατὰ σάρκα μὴ ἐν ; ὀφθαλμοδουλείαις ὡς ἀνθρωπάρεσκοι ἀλλ᾽ ἐν ; ἁπλότητι καρδίας φοβούμενοι τὸν ; κυρίοις,
فَلْنَخَفْ، أَنَّهُ مَعَ بَقَاءِ وَعْدٍ بِالدُّخُولِ إِلَى رَاحَتِهِ، يُرَى أَحَدٌ مِنْكُمْ أَنَّهُ قَدْ خَابَ مِنْهُ.
Φοβηθῶμεν οὖν μήποτε καταλειπομένης ἐπαγγελίας εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; κατάπαυσιν ; αὐτοῦ, δοκῇ τις ἐξ ; ὑμῶν ὑστερηκέναι.
بِالإِيمَانِ مُوسَى، بَعْدَمَا وُلِدَ، أَخْفَاهُ أَبَوَاهُ ثَلاَثَةَ أَشْهُرٍ، لأَنَّهُمَا رَأَيَا الصَّبِيَّ جَمِيلاً، وَلَمْ يَخْشَيَا أَمْرَ الْمَلِكِ.
Πίστει Μωϋσῆς γεννηθεὶς ἐκρύβη ὑπὸ ; τῶν ; πατέρων ; αὐτοῦ τρίμηνον διότι εἶδον τὸ ; παιδίον ἀστεῖον καὶ ; οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ ; διάταγμα τοῦ ; βασιλέως.¶
بِالإِيمَانِ تَرَكَ مِصْرَ غَيْرَ خَائِفٍ مِنْ غَضَبِ الْمَلِكِ، لأَنَّهُ تَشَدَّدَ، كَأَنَّهُ يَرَى مَنْ لاَ يُرَى.
Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν ; θυμὸν τοῦ ; βασιλέως· γὰρ ἐκαρτέρησεν.¶ ὡς ὁρῶν τὸν ; ἀόρατον
حَتَّى إِنَّنَا نَقُولُ وَاثِقِينَ: الرَّبُّ مُعِينٌ لِي فَلاَ أَخَافُ. مَاذَا يَصْنَعُ بِي إِنْسَانٌ.
ὥστε ἡμᾶς λέγειν· θαρροῦντας κύριος βοηθός, ἐμοὶ καὶ ; οὐ φοβηθήσομαι· τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος;
أَكْرِمُوا الْجَمِيعَ. أَحِبُّوا الإِخْوَةَ. خَافُوا اللهَ. أَكْرِمُوا الْمَلِكَ.
τιμήσατε, πάντας ἀγαπᾶτε, τὴν ; ἀδελφότητα φοβεῖσθε, τὸν ; θεὸν τιμᾶτε.¶ τὸν ; βασιλέα
كَمَا سَارَةُ تُطِيعُ إِبْرَاهِيمَ دَاعِيَةً إِيَّاهُ سَيِّدَهَا. الَّتِي صِرْتُنَّ أَوْلاَدَهَا، صَانِعَاتٍ خَيْرًا، وَغَيْرَ خَائِفَاتٍ خَوْفًا الْبَتَّةَ.
ὡς Σάρρα ὑπήκουσεν τῷ ; Ἀβραὰμ καλοῦσα, αὐτὸν κύριον ἧς ἐγενήθητε τέκνα ἀγαθοποιοῦσαι καὶ ; μὴ φοβούμεναι πτόησιν.¶ μηδεμίαν
وَلكِنْ وَإِنْ تَأَلَّمْتُمْ مِنْ أَجْلِ الْبِرِّ، فَطُوبَاكُمْ. وَأَمَّا خَوْفَهُمْ فَلاَ تَخَافُوهُ وَلاَ تَضْطَرِبُوا،
ἀλλ᾽ εἰ πάσχοιτε διὰ δικαιοσύνην, μακάριοι. δὲ φόβον μὴ φοβηθῆτε μηδὲ ταραχθῆτε·
لاَ خَوْفَ فِي الْمَحَبَّةِ، بَلِ الْمَحَبَّةُ الْكَامِلَةُ تَطْرَحُ الْخَوْفَ إِلَى خَارِجٍ لأَنَّ الْخَوْفَ لَهُ عَذَابٌ. وَأَمَّا مَنْ خَافَ فَلَمْ يَتَكَمَّلْ فِي الْمَحَبَّةِ.
οὐκ φόβος ἐν ἀγάπῃ, ἀλλ᾽ ἀγάπη τελεία βάλλει φόβον, ἔξω ὅτι φόβος ἔχει· κόλασιν ὁ ; δὲ ; φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν ἀγάπῃ.
فَلَمَّا رَأَيْتُهُ سَقَطْتُ عِنْدَ رِجْلَيْهِ كَمَيِّتٍ، فَوَضَعَ يَدَهُ الْيُمْنَى عَلَيَّ قَائِلاً لِي: لاَ تَخَفْ، أَنَا هُوَ الأَوَّلُ وَالآخِرُ،
Καὶ ; ὅτε εἶδον ; αὐτόν, ἔπεσα πρὸς τοὺς ; πόδας ; αὐτοῦ ὡς ; νεκρός, καὶ ; ἐπέθηκεν τὴν ; αὐτοῦ ; χεῖρα δεξιὰν ἐπ᾽ ; ἐμὲ λέγων μοι· μὴ φοβοῦ. ἐγώ εἰμι ὁ ; πρῶτος καὶ ; ὁ ; ἔσχατος
لاَ تَخَفِ الْبَتَّةَ مِمَّا أَنْتَ عَتِيدٌ أَنْ تَتَأَلَّمَ بِهِ. هُوَذَا إِبْلِيسُ مُزْمِعٌ أَنْ يُلْقِيَ بَعْضًا مِنْكُمْ فِي السِّجْنِ لِكَيْ تُجَرَّبُوا، وَيَكُونَ لَكُمْ ضِيْقٌ عَشَرَةَ أَيَّامٍ. كُنْ أَمِينًا إِلَى الْمَوْتِ فَسَأُعْطِيكَ إِكْلِيلَ الْحَيَاةِ.
μηδὲν ; φοβοῦ ἃ μέλλεις πάσχειν· ἰδοὺ ὁ ; διάβολος μέλλει βαλεῖν ἐξ ὑμῶν εἰς φυλακὴν ἵνα πειρασθῆτε, καὶ ἕξετε θλῖψιν δέκα. ἡμερῶν γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ ; δώσω τὸν ; στέφανον τῆς ; ζωῆς.
وَغَضِبَتِ الأُمَمُ، فَأَتَى غَضَبُكَ وَزَمَانُ الأَمْوَاتِ لِيُدَانُوا، وَلِتُعْطَى الأُجْرَةُ لِعَبِيدِكَ الأَنْبِيَاءِ وَالْقِدِّيسِينَ وَالْخَائِفِينَ اسْمَكَ، الصِّغَارِ وَالْكِبَارِ، وَلِيُهْلَكَ الَّذِينَ كَانُوا يُهْلِكُونَ الأَرْضَ.
καὶ ; ὠργίσθησαν, τὰ ; ἔθνη καὶ ; ἦλθεν ἡ ; ὀργή ; σου καὶ ; ὁ ; καιρὸς τῶν ; νεκρῶν κριθῆναι καὶ ; δοῦναι τὸν ; μισθὸν τοῖς ; δούλοις ; σου τοῖς ; προφήταις καὶ ; τοῖς ; ἁγίοις καὶ ; τοῖς ; φοβουμένοις τὸ ; ὄνομά ; σου, τοῖς; μικροῖς καὶ ; τοῖς; μεγάλοις καὶ ; διαφθεῖραι τοὺς διαφθείροντας τὴν ; γῆν.¶
قَائِلاً بِصَوْتٍ عَظِيمٍ: خَافُوا اللهَ وَأَعْطُوهُ مَجْدًا، لأَنَّهُ قَدْ جَاءَتْ سَاعَةُ دَيْنُونَتِهِ، وَاسْجُدُوا لِصَانِعِ السَّمَاءِ وَالأَرْضِ وَالْبَحْرِ وَيَنَابِيعِ الْمِيَاهِ.
λέγοντα ἐν ; φωνῇ μεγάλῃ· φοβήθητε τὸν ; θεὸν καὶ ; δότε ; αὐτῷ δόξαν, ὅτι ἦλθεν ἡ ; ὥρα τῆς ; κρίσεως ; αὐτοῦ, καὶ ; προσκυνήσατε τῷ ; ποιήσαντι τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; τὴν καὶ ; θάλασσαν καὶ ; πηγὰς ὑδάτων.¶