ك
إصحاح
G4982
G4983. sōma
G4984
المعنى المختصر للكلمة
sōma: the body (as a sound whole), used in a very wide application, literally or figuratively
اللفظ الأصلي σῶμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق sōma (so-mah)
تكرار الورود في الكتاب 114 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

the body (as a sound whole), used in a very wide application, literally or figuratively

الإنجليزية — KJV Translation Tags
bodily body slave

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; σῶμα (28×) τοῦ ; σώματος (13×) σῶμα (12×) σώματι (7×) τῷ ; σώματι (6×) τοῦ ; σώματος, (5×) τοῦ ; σώματός (3×) καὶ ; τὸ ; σῶμα (3×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (114 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
الَّذِي مِنْهُ كُلُّ الْجَسَدِ مُرَكَّبًا مَعًا، وَمُقْتَرِنًا بِمُؤَازَرَةِ كُلِّ مَفْصِل، حَسَبَ عَمَل، عَلَى قِيَاسِ كُلِّ جُزْءٍ، يُحَصِّلُ نُمُوَّ الْجَسَدِ لِبُنْيَانِهِ فِي الْمَحَبَّةِ.
οὗ ἐξ πᾶν τὸ ; σῶμα συναρμολογούμενον καὶ ; συμβιβαζόμενον τῆς ; ἐπιχορηγίας πάσης ἁφῆς κατ᾽ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ; ἑκάστου μέρους ποιεῖται τὴν ; αὔξησιν τοῦ ; σώματος εἰς ; οἰκοδομὴν ; ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ.¶
لأَنَّ الرَّجُلَ هُوَ رَأْسُ الْمَرْأَةِ كَمَا أَنَّ الْمَسِيحَ أَيْضًا رَأْسُ الْكَنِيسَةِ، وَهُوَ مُخَلِّصُ الْجَسَدِ.
ὅτι ὁ ; ἀνήρ ἐστιν κεφαλὴ τῆς ; γυναικὸς ὡς ὁ ; Χριστὸς καὶ κεφαλὴ τῆς ; ἐκκλησίας, καὶ ; αὐτὸς ἐστιν ; σωτὴρ τοῦ ; σώματος·
كَذلِكَ يَجِبُ عَلَى الرِّجَالِ أَنْ يُحِبُّوا نِسَاءَهُمْ كَأَجْسَادِهِمْ. مَنْ يُحِبُّ امْرَأَتَهُ يُحِبُّ نَفْسَهُ.
οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ; ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ; ἑαυτῶν ; γυναῖκας ὡς ; τὰ ; ἑαυτῶν ; σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ; ἑαυτοῦ ; γυναῖκα ἀγαπᾷ· ἑαυτὸν
الَّذِي سَيُغَيِّرُ جَسَدِ تَوَاضُعِنَا لِيَكُونَ عَلَى صُورَةِ جَسَدِ مَجْدِهِ، بِحَسَبِ عَمَلِ اسْتِطَاعَتِهِ أَنْ يُخْضِعَ لِنَفْسِهِ كُلَّ شَيْءٍ.
ὃς μετασχηματίσει τὸ ; σῶμα τῆς ; ταπεινώσεως γενέσθαι σύμμορφον τῷ ; σώματι τῆς ; δόξης ; αὐτοῦ κατὰ τὴν ; ἐνέργειαν τοῦ ; δύνασθαι ; αὐτὸν ὑποτάξαι αὐτὸ τὰ ; πάντα.¶
الَّذِي سَيُغَيِّرُ جَسَدِ تَوَاضُعِنَا لِيَكُونَ عَلَى صُورَةِ جَسَدِ مَجْدِهِ، بِحَسَبِ عَمَلِ اسْتِطَاعَتِهِ أَنْ يُخْضِعَ لِنَفْسِهِ كُلَّ شَيْءٍ.
ὃς μετασχηματίσει τὸ ; σῶμα τῆς ; ταπεινώσεως γενέσθαι σύμμορφον τῷ ; σώματι τῆς ; δόξης ; αὐτοῦ κατὰ τὴν ; ἐνέργειαν τοῦ ; δύνασθαι ; αὐτὸν ὑποτάξαι αὐτὸ τὰ ; πάντα.¶
وَهُوَ رَأْسُ الْجَسَدِ: الْكَنِيسَةِ. الَّذِي هُوَ الْبَدَاءَةُ، بِكْرٌ مِنَ الأَمْوَاتِ، لِكَيْ يَكُونَ هُوَ مُتَقَدِّمًا فِي كُلِّ شَيْءٍ.
καὶ ; αὐτός ; ἐστιν ἡ ; κεφαλὴ τοῦ ; σώματος τῆς ; ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἡ ; ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν, ἵνα γένηται αὐτὸς πρωτεύων· ἐν πᾶσιν
فِي جِسْمِ بَشَرِيَّتِهِ بِالْمَوْتِ، لِيُحْضِرَكُمْ قِدِّيسِينَ وَبِلاَ لَوْمٍ وَلاَ شَكْوَى أَمَامَهُ،
ἐν τῷ ; σώματι τῆς ; σαρκὸς διὰ ; τοῦ ; θανάτου παραστῆσαι ; ὑμᾶς ἁγίους καὶ ; ἀμώμους καὶ ; ἀνεγκλήτους κατενώπιον ; αὐτοῦ.¶
وَبِهِ أَيْضًا خُتِنْتُمْ خِتَانًا غَيْرَ مَصْنُوعٍ بِيَدٍ، بِخَلْعِ جِسْمِ خَطَايَا الْبَشَرِيَّةِ، بِخِتَانِ الْمَسِيحِ.
ἐν ; ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν ; τῇ ; ἀπεκδύσει τοῦ ; σώματος τῶν ; ἁμαρτιῶν τῆς ; σαρκός, ἐν ; τῇ ; περιτομῇ τοῦ ; Χριστοῦ,
الَّتِي هِيَ ظِلُّ الأُمُورِ الْعَتِيدَةِ، وَأَمَّا الْجَسَدُ فَلِلْمَسِيحِ.
ἅ ἐστιν σκιὰ τῶν μελλόντων, δὲ σῶμα τοῦ ; Χριστοῦ.
وَغَيْرَ مُتَمَسِّكٍ بِالرَّأْسِ الَّذِي مِنْهُ كُلُّ الْجَسَدِ بِمَفَاصِلَ وَرُبُطٍ، مُتَوَازِرًا وَمُقْتَرِنًا يَنْمُو نُمُوًّا مِنَ اللهِ.
καὶ ; οὐ κρατῶν τὴν ; κεφαλὴν ἐξ ; οὗ πᾶν τὸ ; σῶμα διὰ ; τῶν ; ἁφῶν καὶ ; συνδέσμων ἐπιχορηγούμενον καὶ ; συμβιβαζόμενον αὔξει τὴν ; αὔξησιν τοῦ ; θεοῦ.¶
الَّتِي لَهَا حِكَايَةُ حِكْمَةٍ، بِعِبَادَةٍ نَافِلَةٍ، وَتَوَاضُعٍ، وَقَهْرِ الْجَسَدِ، لَيْسَ بِقِيمَةٍ مَا مِنْ جِهَةِ إِشْبَاعِ الْبَشَرِيَّةِ.
ἅτινά ; ἐστιν ἔχοντα λόγον σοφίας ἐν ; ἐθελοθρησκίᾳ καὶ ; ταπεινοφροσύνῃ καὶ ; ἀφειδίᾳ σώματος, οὐκ ἐν ; τιμῇ τινι πρὸς πλησμονὴν τῆς ; σαρκός.¶
وَلْيَمْلِكْ فِي قُلُوبِكُمْ سَلاَمُ اللهِ الَّذِي إِلَيْهِ دُعِيتُمْ فِي جَسَدٍ وَاحِدٍ، وَكُونُوا شَاكِرِينَ.
βραβευέτω ἐν ταῖς ; καρδίαις ; ὑμῶν, ἡ ; εἰρήνη τοῦ ; θεοῦ ἣν εἰς ἐκλήθητε ἐν σώματι· ἑνὶ καὶ ; εὐχάριστοι ; γίνεσθε.¶
وَإِلهُ السَّلاَمِ نَفْسُهُ يُقَدِّسُكُمْ بِالتَّمَامِ. وَلْتُحْفَظْ رُوحُكُمْ وَنَفْسُكُمْ وَجَسَدُكُمْ كَامِلَةً بِلاَ لَوْمٍ عِنْدَ مَجِيءِ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ.
ὁ ; θεὸς τῆς ; εἰρήνης αὐτὸς ἁγιάσαι ; ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, τηρηθείη. ὑμῶν ; τὸ ; πνεῦμα καὶ ; ἡ ; ψυχὴ καὶ ; τὸ ; σῶμα ὁλόκληρον ἀμέμπτως ἐν τῇ ; παρουσίᾳ κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ
لِذلِكَ عِنْدَ دُخُولِهِ إِلَى الْعَالَمِ يَقُولُ: ذَبِيحَةً وَقُرْبَانًا لَمْ تُرِدْ، وَلكِنْ هَيَّأْتَ لِي جَسَدًا.
Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν ; κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ ; προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, δὲ κατηρτίσω μοι· σῶμα
فَبِهذِهِ الْمَشِيئَةِ نَحْنُ مُقَدَّسُونَ بِتَقْدِيمِ جَسَدِ يَسُوعَ الْمَسِيحِ مَرَّةً وَاحِدَةً.
ἐν ; ᾧ θελήματι ἐσμὲν ἡγιασμένοι διὰ ; τῆς ; προσφορᾶς τοῦ ; σώματος τοῦ ; Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ.¶
لِنَتَقَدَّمْ بِقَلْبٍ صَادِق فِي يَقِينِ الإِيمَانِ، مَرْشُوشَةً قُلُوبُنَا مِنْ ضَمِيرٍ شِرِّيرٍ، وَمُغْتَسِلَةً أَجْسَادُنَا بِمَاءٍ نَقِيٍّ.
προσερχώμεθα μετὰ ; καρδίας ἀληθινῆς ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ῥεραντισμένοι τὰς ; καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ; λελουμένοι τὸ ; σῶμα ὕδατι καθαρῷ.
اُذْكُرُوا الْمُقَيَّدِينَ كَأَنَّكُمْ مُقَيَّدُونَ مَعَهُمْ، وَالْمُذَلِّينَ كَأَنَّكُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا فِي الْجَسَدِ.
μιμνῄσκεσθε τῶν ; δεσμίων ὡς συνδεδεμένοι, τῶν ; κακουχουμένων ὡς αὐτοὶ καὶ ὄντες ; ἐν σώματι.¶
فَإِنَّ الْحَيَوَانَاتِ الَّتِي يُدْخَلُ بِدَمِهَا عَنِ الْخَطِيَّةِ إِلَى الأَقْدَاسِ بِيَدِ رَئِيسِ الْكَهَنَةِ تُحْرَقُ أَجْسَامُهَا خَارِجَ الْمَحَلَّةِ.
γὰρ ζῴων εἰσφέρεται ὧν ; τὸ ; αἷμα περὶ ἁμαρτίας εἰς τὰ ; ἅγια διὰ τοῦ ; ἀρχιερέως, κατακαίεται τούτων ; τὰ ; σώματα ἔξω τῆς ; παρεμβολῆς.¶
فَقَالَ لَهُمَا أَحَدُكُمُ: امْضِيَا بِسَلاَمٍ، اسْتَدْفِئَا وَاشْبَعَا وَلكِنْ لَمْ تُعْطُوهُمَا حَاجَاتِ الْجَسَدِ، فَمَا الْمَنْفَعَةُ.
εἴπῃ ; δέ αὐτοῖς τις ὑπάγετε εἰρήνῃ, ; ἐν θερμαίνεσθε καὶ ; χορτάζεσθε, δὲ μὴ δῶτε ; αὐτοῖς τὰ ; ἐπιτήδεια τοῦ ; σώματος, τί τὸ ; ὄφελος;
لأَنَّهُ كَمَا أَنَّ الْجَسَدَ بِدُونَ رُوحٍ مَيِّتٌ، هكَذَا الإِيمَانُ أَيْضًا بِدُونِ أَعْمَال مَيِّتٌ.
γὰρ ὥσπερ τὸ ; σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ; ἐστιν, οὕτως ἡ ; πίστις καὶ χωρὶς τῶν ; ἔργων νεκρά ; ἐστιν.¶
لأَنَّنَا فِي أَشْيَاءَ كَثِيرَةٍ نَعْثُرُ جَمِيعُنَا. إِنْ كَانَ أَحَدٌ لاَ يَعْثُرُ فِي الْكَلاَمِ فَذَاكَ رَجُلٌ كَامِلٌ، قَادِرٌ أَنْ يُلْجِمَ كُلَّ الْجَسَدِ أَيْضًا.
γὰρ πολλὰ πταίομεν ἅπαντες· εἴ τις οὐ πταίει, ἐν λόγῳ οὗτος ἀνήρ, τέλειος δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι ὅλον τὸ ; σῶμα.¶ καὶ
فَاللِّسَانُ نَارٌ. عَالَمُ الإِثْمِ. هكَذَا جُعِلَ فِي أَعْضَائِنَا اللِّسَانُ، الَّذِي يُدَنِّسُ الْجِسْمَ كُلَّهُ، وَيُضْرِمُ دَائِرَةَ الْكَوْنِ، وَيُضْرَمُ مِنْ جَهَنَّمَ.
καὶ ; ἡ ; γλῶσσα πῦρ, ὁ ; κόσμος τῆς ; ἀδικίας οὕτως, καθίσταται ἐν τοῖς ; μέλεσιν ; ἡμῶν ἡ ; γλῶσσα ἡ ; σπιλοῦσα τὸ ; σῶμα ὅλον φλογίζουσα τὸν ; τροχὸν τῆς ; γενέσεως καὶ ; φλογιζομένη ὑπὸ τῆς ; γεέννης.¶
وَأَمَّا مِيخَائِيلُ رَئِيسُ الْمَلاَئِكَةِ، فَلَمَّا خَاصَمَ إِبْلِيسَ مُحَاجًّا عَنْ جَسَدِ مُوسَى، لَمْ يَجْسُرْ أَنْ يُورِدَ حُكْمَ افْتِرَاءٍ، بَلْ قَالَ: لِيَنْتَهِرْكَ الرَّبُّ..
δὲ Μιχαὴλ ἀρχάγγελος, ὅτε διακρινόμενος διαβόλῳ διελέγετο περὶ σώματος, Μωϋσέως οὐκ ἐτόλμησεν ἐπενεγκεῖν κρίσιν βλασφημίας ἀλλ᾽ εἶπεν· ἐπιτιμήσαι ; σοι κύριος.
وَقِرْفَةً وَبَخُورًا وَطِيبًا وَلُبَانًا وَخَمْرًا وَزَيْتًا وَسَمِيذًا وَحِنْطَةً وَبَهَائِمَ وَغَنَمًا وَخَيْلاً، وَمَرْكَبَاتٍ، وَأَجْسَادًا، وَنُفُوسَ النَّاسِ.
καὶ ; κιννάμωμον καὶ ; θυμιάματα καὶ ; μύρον καὶ ; λίβανον καὶ ; οἶνον καὶ ; ἔλαιον καὶ ; σεμίδαλιν καὶ ; σῖτον καὶ ; κτήνη καὶ ; πρόβατα καὶ ; ἵππων καὶ ; ῥεδῶν καὶ ; σωμάτων καὶ ; ψυχὰς ἀνθρώπων.