ك
إصحاح
G4689
G4690. spérma
G4691
المعنى المختصر للكلمة
spérma: something sown, i.e. seed (including the male "sperm")
اللفظ الأصلي σπέρμα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق spérma (sper-mah)
تكرار الورود في الكتاب 33 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل
1 something sown, i.e. seed (including the male "sperm")
2 by implication, offspring
3 specially, a remnant (figuratively, as if kept over for planting)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
issue seed

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

σπέρμα (12×) σπέρματος (5×) σπέρμα. (4×) τὸ ; σπέρμα (2×) τοῦ ; σπέρματος (2×) τῷ ; σπέρματι, (1×) τῶν ; σπερμάτων, (1×) τῶν ; σπερμάτων (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (33 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 13: 24 Mat.13.24
قَدَّمَ لَهُمْ مَثَلاً آخَرَ قِائِلاً: يُشْبِهُ مَلَكُوتُ السَّمَاوَاتِ إِنْسَانًا زَرَعَ زَرْعًا جَيِّدًا فِي حَقْلِهِ.
παρέθηκεν αὐτοῖς παραβολὴν Ἄλλην λέγων· ὡμοιώθη ἡ ; βασιλεία τῶν ; οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείροντι σπέρμα καλὸν ἐν τῷ ; ἀγρῷ ; αὐτοῦ.
متى 13: 27 Mat.13.27
فَجَاءَ عَبِيدُ رَبِّ الْبَيْتِ وَقَالُوا لَهُ: يَا سَيِّدُ، أَلَيْسَ زَرْعًا جَيِّدًا زَرَعْتَ فِي حَقْلِكَ. فَمِنْ أَيْنَ لَهُ زَوَانٌ..
προσελθόντες ; δὲ οἱ ; δοῦλοι τοῦ ; οἰκοδεσπότου εἶπον αὐτῷ· κύριε, οὐχὶ σπέρμα καλὸν ἔσπειρας ἐν τῷ ; σῷ ; ἀγρῷ; οὖν ; πόθεν ἔχει τὰ ; ζιζάνια;
متى 13: 32 Mat.13.32
وَهِيَ أَصْغَرُ جَمِيعِ الْبُزُورِ. وَلكِنْ مَتَى نَمَتْ فَهِيَ أَكْبَرُ الْبُقُولِ، وَتَصِيرُ شَجَرَةً، حَتَّى إِنَّ طُيُورَ السَّمَاءِ تَأْتِي وَتَتَآوَى فِي أَغْصَانِهَا.
ὃ ; ἐστιν μικρότερον πάντων τῶν ; σπερμάτων, δὲ ὅταν αὐξηθῇ, μεῖζον ; ἐστὶν τῶν ; λαχάνων καὶ ; γίνεται δένδρον ὥστε τὰ ; πετεινὰ τοῦ ; οὐρανοῦ ἐλθεῖν καὶ ; κατασκηνοῦν ἐν τοῖς ; κλάδοις ; αὐτοῦ.¶
متى 13: 37 Mat.13.37
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: اَلزَّارِعُ الزَّرْعَ الْجَيِّدَ هُوَ ابْنُ الإِنْسَانِ.
Ὁ ; δὲ ; ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ; σπείρων τὸ ; σπέρμα καλὸν ἐστὶν ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου·
متى 13: 38 Mat.13.38
وَالْحَقْلُ هُوَ الْعَالَمُ. وَالزَّرْعُ الْجَيِّدُ هُوَ بَنُو الْمَلَكُوتِ. وَالزَّوَانُ هُوَ بَنُو الشِّرِّيرِ.
ὁ ; δὲ ; ἀγρός ἐστιν ὁ ; κόσμος· τὸ ; δὲ ; σπέρμα, καλὸν οὗτοί ; εἰσιν οἱ ; υἱοὶ τῆς ; βασιλείας· τὰ ; δὲ ; ζιζάνιά εἰσιν οἱ ; υἱοὶ τοῦ ; πονηροῦ·
متى 22: 24 Mat.22.24
قَائِلِينَ: يَا مُعَلِّمُ، قَالَ مُوسَى: إِنْ مَاتَ أَحَدٌ وَلَيْسَ لَهُ أَوْلاَدٌ، يَتَزَوَّجْ أَخُوهُ بِامْرَأَتِهِ وَيُقِمْ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, εἶπεν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τις μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἀναστήσει σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
متى 22: 25 Mat.22.25
فَكَانَ عِنْدَنَا سَبْعَةُ إِخْوَةٍ، وَتَزَوَّجَ الأَوَّلُ وَمَاتَ. وَإِذْ لَمْ يَكُنْ لَهُ نَسْلٌ تَرَكَ امْرَأَتَهُ لأَخِيهِ.
ἦσαν ; δὲ παρ᾽ ; ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί. καὶ ; γήμας ὁ ; πρῶτος ἐτελεύτησεν, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκεν τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ·
مِثْلُ حَبَّةِ خَرْدَل، مَتَى زُرِعَتْ فِي الأَرْضِ فَهِيَ أَصْغَرُ جَمِيعِ الْبُزُورِ الَّتِي عَلَى الأَرْضِ.
ὡς κόκκῳ σινάπεως ὃς ; ὅταν σπαρῇ ἐπὶ τῆς ; γῆς, ἐστὶν μικρότερος πάντων τῶν ; σπερμάτων τῶν ἐπὶ τῆς ; γῆς.
يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ، وَتَرَكَ امْرَأَةً وَلَمْ يُخَلِّفْ أَوْلاَدًا، أَنْ يَأْخُذَ أَخُوهُ امْرَأَتَهُ، وَيُقِيمَ نَسْلاً لأَخِيهِ.
διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν Μωϋσῆς ὅτι ; ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς καὶ ; καταλίπῃ γυναῖκα καὶ ; μὴ ἀφῇ τέκνα ἵνα λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα ; αὐτοῦ καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
فَكَانَ سَبْعَةُ إِخْوَةٍ. أَخَذَ الأَوَّلُ امْرَأَةً وَمَاتَ، وَلَمْ يَتْرُكْ نَسْلاً.
ἦσαν· ἑπτὰ ἀδελφοὶ καὶ ; ἔλαβεν ὁ ; πρῶτος γυναῖκα καὶ ; ἀποθνῄσκων οὐκ ἀφῆκεν σπέρμα.
فَأَخَذَهَا الثَّانِي وَمَاتَ، وَلَمْ يَتْرُكْ هُوَ أَيْضًا نَسْلاً. وَهكَذَا الثَّالِثُ.
καὶ ; ἔλαβεν ; αὐτὴν ὁ ; δεύτερος καὶ ; ἀπέθανεν καὶ οὐδὲ; ἀφῆκεν; αὐτὸς σπέρμα καὶ ; ὡσαύτως· ὁ ; τρίτος
فَأَخَذَهَا السَّبْعَةُ، وَلَمْ يَتْرُكُوا نَسْلاً. وَآخِرَ الْكُلِّ مَاتَتِ الْمَرْأَةُ أَيْضًا.
καὶ ; ἔλαβον ; αὐτὴν οἱ ; ἑπτὰ καὶ ; οὐκ ἀφῆκαν σπέρμα. Ἐσχάτη πάντων ἀπέθανεν. ἡ ; γυνὴ καὶ
قَائِلِيِنَ: يَا مُعَلِّمُ، كَتَبَ لَنَا مُوسَى: إِنْ مَاتَ لأَحَدٍ أَخٌ وَلَهُ امْرَأَةٌ، وَمَاتَ بِغَيْرِ وَلَدٍ، يَأْخُذُ أَخُوهُ الْمَرْأَةَ وَيُقِيمُ نَسْلاً لأَخِيهِ.
λέγοντες· διδάσκαλε, ἔγραψεν ἡμῖν· Μωϋσῆς ἐάν ἀποθάνῃ τινος ἀδελφὸς ἔχων γυναῖκα καὶ ; οὗτος ; ἀποθάνῃ ἄτεκνος ἵνα ; λάβῃ ὁ ; ἀδελφὸς ; αὐτοῦ τὴν ; γυναῖκα καὶ ; ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ; ἀδελφῷ ; αὐτοῦ.
أَلَمْ يَقُلِ الْكِتَابُ إِنَّهُ مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ، وَمِنْ بَيْتِ لَحْمٍ ،الْقَرْيَةِ الَّتِي كَانَ دَاوُدُ يَأْتِي الْمَسِيحُ.
Οὐχὶ εἶπεν ἡ ; γραφὴ ὅτι ἐκ τοῦ ; σπέρματος Δαυὶδ καὶ ; ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς ; κώμης ὅπου ἦν Δαυὶδ ἔρχεται ὁ ; χριστός;¶
أَجَابُوهُ: إِنَّنَا ذُرِّيَّةُ إِبْرَاهِيمَ، وَلَمْ نُسْتَعْبَدْ لأَحَدٍ قَطُّ. كَيْفَ تَقُولُ أَنْتَ: إِنَّكُمْ تَصِيرُونَ أَحْرَارًا.
ἀπεκρίθησαν ; αὐτῷ ἐσμεν σπέρμα Ἀβραάμ καὶ δεδουλεύκαμεν οὐδενὶ πώποτε· πῶς λέγεις σὺ ὅτι γενήσεσθε; ἐλεύθεροι
أَنَا عَالِمٌ أَنَّكُمْ ذُرِّيَّةُ إِبْرَاهِيمَ. لكِنَّكُمْ تَطْلُبُونَ أَنْ تَقْتُلُونِي لأَنَّ كَلاَمِي لاَ مَوْضِعَ لَهُ فِيكُمْ.
οἶδα ὅτι ; ἐστε· σπέρμα Ἀβραάμ ἀλλὰ ζητεῖτέ με ; ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ ; λόγος ; ὁ ; ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ; ὑμῖν.
مِنْ نَسْلِ هذَا، حَسَبَ الْوَعْدِ، أَقَامَ اللهُ لإِسْرَائِيلَ مُخَلِّصًا، يَسُوعَ.
ἀπὸ τοῦ ; σπέρματος τούτου κατ᾽ ἐπαγγελίαν ἤγειρεν ὁ ; θεὸς τῷ ; Ἰσραὴλ σωτῆρα Ἰησοῦν,
عَنِ ابْنِهِ. الَّذِي صَارَ مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ مِنْ جِهَةِ الْجَسَدِ،
περὶ τοῦ ; υἱοῦ ; αὐτοῦ, τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαυὶδ κατὰ σάρκα,
لِهذَا هُوَ مِنَ الإِيمَانِ، كَيْ يَكُونَ عَلَى سَبِيلِ النِّعْمَةِ، لِيَكُونَ الْوَعْدُ وَطِيدًا لِجَمِيعِ النَّسْلِ. لَيْسَ لِمَنْ هُوَ مِنَ النَّامُوسِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا لِمَنْ هُوَ مِنْ إِيمَانِ إِبْرَاهِيمَ، الَّذِي هُوَ أَبٌ لِجَمِيعِنَا.
διὰ τοῦτο ἐκ πίστεως, ἵνα κατὰ χάριν, εἶναι τὴν ; ἐπαγγελίαν βεβαίαν παντὶ τῷ ; σπέρματι, οὐ τῷ ἐκ τοῦ ; νόμου μόνον ἀλλὰ καὶ τῷ ἐκ πίστεως Ἀβραάμ, ὅς ἐστιν πατὴρ πάντων ; ἡμῶν
وَلاَ لأَنَّهُمْ مِنْ نَسْلِ إِبْرَاهِيمَ هُمْ جَمِيعًا أَوْلاَدٌ. بَلْ بِإِسْحَاقَ يُدْعَى لَكَ نَسْلٌ.
οὐδ᾽ ὅτι ; εἰσὶν σπέρμα Ἀβραὰμ πάντες τέκνα, ἀλλ᾽ ἐν ; Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα.
وَلاَ لأَنَّهُمْ مِنْ نَسْلِ إِبْرَاهِيمَ هُمْ جَمِيعًا أَوْلاَدٌ. بَلْ بِإِسْحَاقَ يُدْعَى لَكَ نَسْلٌ.
οὐδ᾽ ὅτι ; εἰσὶν σπέρμα Ἀβραὰμ πάντες τέκνα, ἀλλ᾽ ἐν ; Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα.
أَيْ لَيْسَ أَوْلاَدُ الْجَسَدِ هُمْ أَوْلاَدَ اللهِ، بَلْ أَوْلاَدُ الْمَوْعِدِ يُحْسَبُونَ نَسْلاً.
τοῦτ᾽ ; ἔστιν, οὐ τὰ ; τέκνα τῆς ; σαρκὸς ταῦτα τέκνα τοῦ ; θεοῦ, ἀλλὰ τὰ ; τέκνα τῆς ; ἐπαγγελίας λογίζεται ; εἰς σπέρμα.
وَكَمَا سَبَقَ إِشَعْيَاءُ فَقَالَ: لَوْلاَ أَنَّ رَبَّ الْجُنُودِ أَبْقَى لَنَا نَسْلاً، لَصِرْنَا مِثْلَ سَدُومَ وَشَابَهْنَا عَمُورَةَ.
καὶ ; καθὼς προείρηκεν ; Ἠσαΐας· εἰ ; μὴ κύριος σαβαὼθ ἐγκατέλιπεν ἡμῖν σπέρμα, ἂν ; ἐγενήθημεν ὡς Σόδομα καὶ ; ἂν ; ὡμοιώθημεν.¶ ὡς ; Γόμορρα
فَأَقُولُ: أَلَعَلَّ اللهَ رَفَضَ شَعْبَهُ. حَاشَا. لأَنِّي أَنَا أَيْضًا إِسْرَائِيلِيٌّ مِنْ نَسْلِ إِبْرَاهِيمَ مِنْ سِبْطِ بِنْيَامِينَ.
Λέγω ; οὖν· μὴ ὁ ; θεὸς ἀπώσατο τὸν ; λαὸν ; αὐτοῦ; μὴ ; γένοιτο. γὰρ ; εἰμί, ἐγὼ καὶ Ἰσραηλίτης ἐκ σπέρματος Ἀβραάμ, φυλῆς Βενιαμίν.
وَلكِنَّ اللهَ يُعْطِيهَا جِسْمًا كَمَا أَرَادَ. وَلِكُلِّ وَاحِدٍ مِنَ الْبُزُورِ جِسْمَهُ.
δὲ ὁ ; θεὸς δίδωσιν ; αὐτῷ σῶμα καθὼς ἠθέλησεν καὶ ; ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων τὸ ; ἴδιον ; σῶμα.¶
أَهُمْ عِبْرَانِيُّونَ. فَأَنَا أَيْضًا. أَهُمْ إِسْرَائِيلِيُّونَ. فَأَنَا أَيْضًا. أَهُمْ نَسْلُ إِبْرَاهِيمَ. فَأَنَا أَيْضًا.
εἰσιν; Ἑβραῖοί κἀγώ· εἰσιν; Ἰσραηλῖταί κἀγώ· εἰσιν; σπέρμα Ἀβραάμ κἀγώ·
وَأَمَّا الْمَوَاعِيدُ فَقِيلَتْ فِي إِبْرَاهِيمَ وَفِي نَسْلِهِ. لاَ يَقُولُ: وَفِي الأَنْسَالِ كَأَنَّهُ عَنْ كَثِيرِينَ، بَلْ كَأَنَّهُ عَنْ وَاحِدٍ: وَفِي الَّذِي هُوَ الْمَسِيحُ.
δὲ αἱ ; ἐπαγγελίαι ἐρρέθησαν τῷ ; Ἀβραὰμ καὶ τῷ ; σπέρματι ; αὐτοῦ. οὐ λέγει· καὶ ; τοῖς ; σπέρμασιν ὡς ἐπὶ πολλῶν ἀλλ᾽ ὡς ἐφ᾽ ἑνός· καὶ ; τῷ σπέρματί ; σου ὅς ; ἐστιν Χριστός.
فَلِمَاذَا النَّامُوسُ. قَدْ زِيدَ بِسَبَبِ التَّعَدِّيَاتِ، إِلَى أَنْ يَأْتِيَ النَّسْلُ الَّذِي قَدْ وُعِدَ لَهُ، مُرَتَّبًا بِمَلاَئِكَةٍ فِي يَدِ وَسِيطٍ.
Τί ; οὖν ὁ ; νόμος; προσετέθη χάριν τῶν ; παραβάσεων ἄχρις ἔλθῃ τὸ ; σπέρμα ᾧ ; ἐπήγγελται, διαταγεὶς δι᾽ ; ἀγγέλων ἐν χειρὶ μεσίτου.
فَإِنْ كُنْتُمْ لِلْمَسِيحِ، فَأَنْتُمْ إِذًا نَسْلُ إِبْرَاهِيمَ، وَحَسَبَ الْمَوْعِدِ وَرَثَةٌ.
εἰ ; δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἐστέ, ἄρα σπέρμα τοῦ ; Ἀβραὰμ καὶ ; κατ᾽ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι.¶
اُذْكُرْ يَسُوعَ الْمَسِيحَ الْمُقَامَ مِنَ الأَمْوَاتِ، مِنْ نَسْلِ دَاوُدَ بِحَسَبِ إِنْجِيلِي،
Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν ἐκ σπέρματος Δαυὶδ κατὰ τὸ ; εὐαγγέλιόν ; μου·