ك
إصحاح
G4144
G4145. ploúsios
G4146
المعنى المختصر للكلمة
ploúsios: wealthy
اللفظ الأصلي πλούσιος
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق ploúsios (ploo-see-os)
تكرار الورود في الكتاب 28 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل
1 wealthy
2 figuratively, abounding with
الإنجليزية — KJV Translation Tags
rich

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

πλούσιος (9×) πλούσιον (3×) ὁ ; πλούσιος (2×) πλουσίους (2×) τοῦ ; πλουσίου· (1×) τοὺς ; πλουσίους. (1×) πλούσιός (1×) πλούσιος· (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (28 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 19: 23 Mat.19.23
فَقَالَ يَسُوعُ لِتَلاَمِيذِهِ: الْحَقَّ أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّهُ يَعْسُرُ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ السَّمَاوَاتِ.
δὲ ; εἶπεν Ὁ ; Ἰησοῦς τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως εἰσελεύσεται πλούσιος εἰς τὴν ; βασιλείαν τῶν ; οὐρανῶν.¶
متى 19: 24 Mat.19.24
وَأَقُولُ لَكُمْ أَيْضًا: إِنَّ مُرُورَ جَمَل مِنْ ثَقْب إِبْرَةٍ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ..
δὲ ; λέγω ὑμῖν· Πάλιν διελθεῖν κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος εὐκοπώτερόν ; ἐστιν ἢ εἰσελθεῖν πλούσιον εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.¶
متى 27: 57 Mat.27.57
وَلَمَّا كَانَ الْمَسَاءُ، جَاءَ رَجُلٌ غَنِيٌّ مِنَ الرَّامَةِ اسْمُهُ يُوسُفُ، وَكَانَ هُوَ أَيْضًا تِلْمِيذًا لِيَسُوعَ.
δὲ γενομένης Ὀψίας ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἁριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς αὐτὸς καὶ ἐμαθήτευσεν τῷ ; Ἰησοῦ.
مُرُورُ جَمَل مِنْ ثَقْبِ إِبْرَةٍ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ
εἰσελθεῖν κάμηλον διὰ τῆς ; τρυμαλιᾶς τῆς ; ῥαφίδος εὐκοπώτερόν ; ἐστιν ἢ εἰσελθεῖν. πλούσιον εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
وَجَلَسَ يَسُوعُ تُجَاهَ الْخِزَانَةِ، وَنَظَرَ كَيْفَ يُلْقِي الْجَمْعُ نُحَاسًا فِي الْخِزَانَةِ. وَكَانَ أَغْنِيَاءُ كَثِيرُونَ يُلْقُونَ كَثِيرًا.
Καὶ ; καθίσας ὁ ; Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ ; γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς βάλλει ὁ ; ὄχλος χαλκὸν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον. καὶ πλούσιοι πολλοὶ ἔβαλλον πολλά·
وَلكِنْ وَيْلٌ لَكُمْ أَيُّهَا الأَغْنِيَاءُ، لأَنَّكُمْ قَدْ نِلْتُمْ عَزَاءَكُمْ.
Πλὴν οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν ; παράκλησιν ; ὑμῶν.¶
وَضَرَبَ لَهُمْ مَثَلاً قَائِلاً: إِنْسَانٌ غَنِيٌّ أَخْصَبَتْ كُورَتُهُ،
Εἶπεν ; δὲ πρὸς ; αὐτοὺς παραβολὴν λέγων· ἀνθρώπου ; τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ ; χώρα.
وَقَالَ أَيْضًا لِلَّذِي دَعَاهُ: إِذَا صَنَعْتَ غَدَاءً أَوْ عَشَاءً فَلاَ تَدْعُ أَصْدِقَاءَكَ وَلاَ إِخْوَتَكَ وَلاَ أَقْرِبَاءَكَ وَلاَ الْجِيرَانَ الأَغْنِيَاءَ، لِئَلاَّ يَدْعُوكَ هُمْ أَيْضًا، فَتَكُونَ لَكَ مُكَافَاةٌ.
Ἔλεγεν ; δὲ καὶ τῷ κεκληκότι ; αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς ; φίλους ; σου μηδὲ τοὺς ; ἀδελφούς ; σου μηδὲ τοὺς ; συγγενεῖς ; σου μηδὲ γείτονας πλουσίους μήποτε ἀντικαλέσωσίν αὐτοὶ καὶ καὶ ; γένηται σοι. ἀνταπόδομά
وَقَالَ أَيْضًا لِتَلاَمِيذِهِ: كَانَ إِنْسَانٌ غَنِيٌّ لَهُ وَكِيلٌ، فَوُشِيَ بِهِ إِلَيْهِ بِأَنَّهُ يُبَذِّرُ أَمْوَالَهُ.
Ἔλεγεν ; δὲ καὶ πρὸς ; τοὺς ; μαθητάς ; αὐτοῦ· ἦν ἄνθρωπός ; τις πλούσιος ὃς ; εἶχεν οἰκονόμον, καὶ ; οὗτος ; διεβλήθη αὐτῷ ὡς ; διασκορπίζων τὰ ; ὑπάρχοντα ; αὐτοῦ.
كَانَ إِنْسَانٌ غَنِيٌّ وَكَانَ يَلْبَسُ الأَرْجُوانَ وَالْبَزَّ وَهُوَ يَتَنَعَّمُ كُلَّ يَوْمٍ مُتَرَفِّهًا.
δέ ; ἦν Ἄνθρωπος ; τις πλούσιος καὶ ; ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ ; βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς.
وَيَشْتَهِي أَنْ يَشْبَعَ مِنَ الْفُتَاتِ السَّاقِطِ مِنْ مَائِدَةِ الْغَنِيِّ، بَلْ كَانَتِ الْكِلاَبُ تَأْتِي وَتَلْحَسُ قُرُوحَهُ.
καὶ ; ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ; ψιχίων τῶν ; πιπτόντων ἀπὸ τῆς ; τραπέζης τοῦ ; πλουσίου· ἀλλὰ ; καὶ οἱ ; κύνες ἐρχόμενοι ἐπέλειχον τὰ ; ἕλκη ; αὐτοῦ.¶
فَمَاتَ الْمِسْكِينُ وَحَمَلَتْهُ الْمَلاَئِكَةُ إِلَى حِضْنِ إِبْرَاهِيمَ. وَمَاتَ الْغَنِيُّ أَيْضًا وَدُفِنَ،
Ἐγένετο ; δὲ ; ἀποθανεῖν τὸν ; πτωχὸν καὶ ; ἀπενεχθῆναι ; αὐτὸν ὑπὸ ; τῶν ; ἀγγέλων εἰς τὸν ; κόλπον τοῦ ; Ἀβραάμ· ἀπέθανεν ; δὲ ὁ ; πλούσιος καὶ καὶ ; ἐτάφη.
فَلَمَّا سَمِعَ ذلِكَ حَزِنَ، لأَنَّهُ كَانَ غَنِيًّا جِدًّا.
δὲ Ὁ ; ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ; ἐγένετο γὰρ ἦν πλούσιος σφόδρα.¶
لأَنَّ دُخُولَ جَمَل مِنْ ثَقْبِ إِبْرَةٍ أَيْسَرُ مِنْ أَنْ يَدْخُلَ غَنِيٌّ إِلَى مَلَكُوتِ اللهِ..
γάρ εἰσελθεῖν κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εὐκοπώτερον ; ἐστιν ἢ εἰσελθεῖν.¶ πλούσιον εἰς τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ
وَإِذَا رَجُلٌ اسْمُهُ زَكَّا، وَهُوَ رَئِيسٌ لِلْعَشَّارِينَ وَكَانَ غَنِيًّا،
καὶ ; ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι ; καλούμενος Ζακχαῖος καὶ ; αὐτὸς ; ἦν ἀρχιτελώνης καὶ ; οὗτος; ἦν πλούσιος·
وَتَطَلَّعَ فَرَأَى الأَغْنِيَاءَ يُلْقُونَ قَرَابِينَهُمْ فِي الْخِزَانَةِ،
Ἀναβλέψας ; δὲ εἶδεν τοὺς ; πλουσίους. βάλλοντας τὰ ; δῶρα ; αὐτῶν εἰς τὸ ; γαζοφυλάκιον
فَإِنَّكُمْ تَعْرِفُونَ نِعْمَةَ رَبِّنَا يَسُوعَ الْمَسِيحِ، أَنَّهُ مِنْ أَجْلِكُمُ افْتَقَرَ وَهُوَ غَنِيٌّ، لِكَيْ تَسْتَغْنُوا أَنْتُمْ بِفَقْرِهِ.
γὰρ γινώσκετε τὴν ; χάριν τοῦ ; κυρίου ; ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅτι δι᾽ ; ὑμᾶς ἐπτώχευσεν ὤν, πλούσιος ἵνα πλουτήσητε. ὑμεῖς τῇ ; ἐκείνου ; πτωχείᾳ
اَللهُ الَّذِي هُوَ غَنِيٌّ فِي الرَّحْمَةِ، مِنْ أَجْلِ مَحَبَّتِهِ الْكَثِيرَةِ الَّتِي أَحَبَّنَا بِهَا،
Ὁ ; δὲ ; θεὸς ὢν πλούσιος ἐν ἐλέει διὰ τὴν ; ἀγάπην ; αὐτοῦ πολλὴν ἣν ; ἠγάπησεν ; ἡμᾶς,
أَوْصِ الأَغْنِيَاءَ فِي الدَّهْرِ الْحَاضِرِ أَنْ لاَ يَسْتَكْبِرُوا، وَلاَ يُلْقُوا رَجَاءَهُمْ عَلَى غَيْرِ يَقِينِيَّةِ الْغِنَى، بَلْ عَلَى اللهِ الْحَيِّ الَّذِي يَمْنَحُنَا كُلَّ شَيْءٍ بِغِنًى لِلتَّمَتُّعِ.
παράγγελλε Τοῖς ; πλουσίοις ἐν αἰῶνι νῦν μὴ ὑψηλοφρονεῖν μηδὲ ἠλπικέναι ἐπὶ ἀδηλότητι πλούτου ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ ; θεῷ τῷ ; ζῶντι τῷ παρέχοντι ; ἡμῖν πάντα πλουσίως εἰς ; ἀπόλαυσιν,
وَأَمَّا الْغَنِيُّ فَبِاتِّضَاعِهِ، لأَنَّهُ كَزَهْرِ الْعُشْبِ يَزُولُ.
ὁ ; δὲ πλούσιος ἐν ; τῇ ; ταπεινώσει ὅτι ὡς ; ἄνθος χόρτου παρελεύσεται.
لأَنَّ الشَّمْسَ أَشْرَقَتْ بِالْحَرِّ، فَيَبَّسَتِ الْعُشْبَ، فَسَقَطَ زَهْرُهُ وَفَنِيَ جَمَالُ مَنْظَرِهِ. هكَذَا يَذْبُلُ الْغَنِيُّ أَيْضًا فِي طُرُقِهِ.
γὰρ ὁ ; ἥλιος ἀνέτειλεν σὺν ; τῷ ; καύσωνι καὶ ; ἐξήρανεν τὸν ; χόρτον ἐξέπεσεν καὶ ; τὸ ; ἄνθος ; αὐτοῦ ἀπώλετο· καὶ ; ἡ ; εὐπρέπεια τοῦ ; προσώπου ; αὐτοῦ οὕτως μαρανθήσεται. ὁ ; πλούσιος καὶ ἐν ταῖς ; πορείαις ; αὐτοῦ
اسْمَعُوا يَا إِخْوَتِي الأَحِبَّاءَ: أَمَا اخْتَارَ اللهُ فُقَرَاءَ هذَا الْعَالَمِ أَغْنِيَاءَ فِي الإِيمَانِ، وَوَرَثَةَ الْمَلَكُوتِ الَّذِي وَعَدَ بِهِ الَّذِينَ يُحِبُّونَهُ.
ἀκούσατε, ἀδελφοί ; μου ἀγαπητοί, οὐχ ἐξελέξατο ὁ ; θεὸς τοὺς ; πτωχοὺς τοῦ; τούτου κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ ; κληρονόμους τῆς ; βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν ; αὐτόν;
وَأَمَّا أَنْتُمْ فَأَهَنْتُمُ الْفَقِيرَ. أَلَيْسَ الأَغْنِيَاءُ يَتَسَلَّطُونَ عَلَيْكُمْ وَهُمْ يَجُرُّونَكُمْ إِلَى الْمَحَاكِمِ.
δὲ ὑμεῖς ἠτιμάσατε τὸν ; πτωχόν. οὐχ οἱ ; πλούσιοι καταδυναστεύουσιν ὑμῶν καὶ ; αὐτοὶ ἕλκουσιν ; ὑμᾶς εἰς κριτήρια;
هَلُمَّ الآنَ أَيُّهَا الأَغْنِيَاءُ، ابْكُوا مُوَلْوِلِينَ عَلَى شَقَاوَتِكُمُ الْقَادِمَةِ.
Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ; ταλαιπωρίαις ; ὑμῶν ταῖς ; ἐπερχομέναις.
أَنَا أَعْرِفُ أَعْمَالَكَ وَضِيْقَتَكَ وَفَقْرَكَ مَعَ أَنَّكَ غَنِيٌّ. وَتَجْدِيفَ الْقَائِلِينَ: إِنَّهُمْ يَهُودٌ وَلَيْسُوا يَهُودًا، بَلْ هُمْ مَجْمَعُ الشَّيْطَانِ.
οἶδά σου ; τὰ ; ἔργα καὶ ; τὴν ; θλῖψιν καὶ ; τὴν ; πτωχείαν, δὲ ; εἶ, πλούσιος καὶ ; τὴν ; βλασφημίαν ἐκ ; τῶν ; λεγόντων εἶναι ; ἑαυτοὺς Ἰουδαίους καὶ ; οὐκ ; εἰσίν, ἀλλὰ συναγωγὴ τοῦ ; σατανᾶ.
لأَنَّكَ تَقُولُ: إِنِّي أَنَا غَنِيٌّ وَقَدِ اسْتَغْنَيْتُ، وَلاَ حَاجَةَ لِي إِلَى شَيْءٍ، وَلَسْتَ تَعْلَمُ أَنَّكَ أَنْتَ الشَّقِيُّ وَالْبَئِسُ وَفَقِيرٌ وَأَعْمَى وَعُرْيَانٌ.
ὅτι λέγεις ὅτι εἰμι πλούσιός καὶ πεπλούτηκα καὶ χρείαν ἔχω, οὐδενὸς καὶ ; οὐκ οἶδας ὅτι σὺ ; εἶ ὁ ; ταλαίπωρος καὶ ; ἐλεεινὸς καὶ ; πτωχὸς καὶ ; τυφλὸς καὶ ; γυμνός,
وَمُلُوكُ الأَرْضِ وَالْعُظَمَاءُ وَالأَغْنِيَاءُ وَالأُمَرَاءُ وَالأَقْوِيَاءُ وَكُلُّ عَبْدٍ وَكُلُّ حُرّ، أَخْفَوْا أَنْفُسَهُمْ فِي الْمَغَايِرِ وَفِي صُخُورِ الْجِبَالِ،
καὶ ; οἱ ; βασιλεῖς τῆς ; γῆς καὶ ; οἱ ; μεγιστᾶνες καὶ ; οἱ ; πλούσιοι καὶ ; οἱ ; χιλίαρχοι καὶ ; οἱ ; δυνατοί καὶ ; πᾶς δοῦλος καὶ ; πᾶς ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ ; σπήλαια καὶ ; εἰς τὰς ; πέτρας τῶν ; ὀρέων
وَيَجْعَلَ الْجَمِيعَ: الصِّغَارَ وَالْكِبَارَ، وَالأَغْنِيَاءَ وَالْفُقَرَاءَ، وَالأَحْرَارَ وَالْعَبِيدَ، تُصْنَعُ لَهُمْ سِمَةٌ عَلَى يَدِهِمِ الْيُمْنَى أَوْ عَلَى جَبْهَتِهِمْ،
καὶ ; ποιεῖ πάντας, τοὺς ; μικροὺς καὶ ; τοὺς ; μεγάλους καὶ ; τοὺς ; πλουσίους καὶ ; τοὺς ; πτωχοὺς καὶ ; τοὺς ; ἐλευθέρους καὶ ; τοὺς ; δούλους, ἵνα ; δώσῃ αὐτοῖς χαράγματα ἐπὶ τῆς ; χειρὸς ; αὐτῶν τῆς ; δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν; μέτωπων; αὐτῶν,