ك
إصحاح
G4129
G4130. plḗthō
G4131
المعنى المختصر للكلمة
plḗthō: to "fill" (literally or figuratively (imbue, influence, supply))
اللفظ الأصلي πλήθω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق plḗthō (play-tho)
تكرار الورود في الكتاب 23 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

a prolonged form of a primary (which appears only as an alternate in certain tenses and in the reduplicated form pimplemi);

المعنى والشرح المفصل
1 to "fill" (literally or figuratively (imbue, influence, supply))
2 specially, to fulfil (time)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
accomplish full (…come) furnish

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

ἐπλήσθησαν (6×) καὶ ; ἐπλήσθησαν (4×) καὶ ; ἐπλήσθη (3×) πλησθεὶς (2×) ἐπλήσθη (1×) πλήσας (1×) πλησθήσεται (1×) καὶ ; ἔπλησαν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (23 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 22: 10 Mat.22.10
فَخَرَجَ أُولئِكَ الْعَبِيدُ إِلَى الطُّرُقِ، وَجَمَعُوا كُلَّ الَّذِينَ وَجَدُوهُمْ أَشْرَارًا وَصَالِحِينَ. فَامْتَلأَ الْعُرْسُ مِنَ الْمُتَّكِئِينَ.
καὶ ; ἐξελθόντες ἐκεῖνοι οἱ ; δοῦλοι εἰς τὰς ; ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς καὶ ; ἀγαθούς· καὶ ; ἐπλήσθη ὁ ; γάμος ἀνακειμένων.¶
متى 27: 48 Mat.27.48
وَلِلْوَقْتِ رَكَضَ وَاحِدٌ مِنْهُمْ وَأَخَذَ إِسْفِنْجَةً وَمَلأَهَا خَّلاً وَجَعَلَهَا عَلَى قَصَبَةٍ وَسَقَاهُ.
καὶ ; εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ ; αὐτῶν καὶ ; λαβὼν σπόγγον, πλήσας ὄξους καὶ ; περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν ; αὐτόν.
لأَنَّهُ يَكُونُ عَظِيمًا أَمَامَ الرَّبِّ، وَخَمْرًا وَمُسْكِرًا لاَ يَشْرَبُ، وَمِنْ بَطْنِ أُمِّهِ يَمْتَلِئُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
γὰρ ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ ; κυρίου, καὶ ; οἶνον καὶ ; σίκερα οὐ ; μὴ πίῃ, καὶ ; ἔτι ; ἐκ κοιλίας μητρὸς ; αὐτοῦ. πλησθήσεται πνεύματος ἁγίου
وَلَمَّا كَمِلَتْ أَيَّامُ خِدْمَتِهِ مَضَى إِلَى بَيْتِهِ.
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ; ἡμέραι τῆς ; λειτουργίας ; αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν ; οἶκον ; αὐτοῦ.¶
فَلَمَّا سَمِعَتْ أَلِيصَابَاتُ سَلاَمَ مَرْيَمَ ارْتَكَضَ الْجَنِينُ فِي بَطْنِهَا، وَامْتَلأَتْ أَلِيصَابَاتُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ،
Καὶ ; ἐγένετο ; ὡς ἤκουσεν ἡ ; Ἐλισάβετ, τὸν ; ἀσπασμὸν τῆς ; Μαρίας ἐσκίρτησεν τὸ ; βρέφος ἐν τῇ ; κοιλίᾳ ; αὐτῆς, καὶ ; ἐπλήσθη ἡ ; Ἐλισάβετ πνεύματος ἁγίου
وَأَمَّا أَلِيصَابَاتُ فَتَمَّ زَمَانُهَا لِتَلِدَ، فَوَلَدَتِ ابْنًا.
δὲ Τῇ ; Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ ; χρόνος ; τοῦ ; αὐτὴν τεκεῖν καὶ ; ἐγέννησεν υἱόν.
وَامْتَلأَ زَكَرِيَّا أَبُوهُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَتَنَبَّأَ قَائِلاً:
Καὶ ; ἐπλήσθη Ζαχαρίας ὁ ; πατὴρ ; αὐτοῦ πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἐπροφήτευσεν λέγων·
وَبَيْنَمَا هُمَا هُنَاكَ تَمَّتْ أَيَّامُهَا لِتَلِدَ.
Ἐγένετο ; δὲ ἐν ; τῷ ; αὐτοὺς εἶναι ; ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ; ἡμέραι τοῦ ; τεκεῖν ; αὐτήν,
وَلَمَّا تَمَّتْ ثَمَانِيَةُ أَيَّامٍ لِيَخْتِنُوا الصَّبِيَّ سُمِّيَ يَسُوعَ، كَمَا تَسَمَّى مِنَ الْمَلاَكِ قَبْلَ أَنْ حُبِلَ بِهِ فِي الْبَطْنِ.
Καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν ὀκτὼ ἡμέραι τοῦ ; περιτεμεῖν τὸ ; παιδίον, καὶ ; ἐκλήθη ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ; ἀγγέλου πρὸ τοῦ ; συλλημφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ ; κοιλίᾳ.
وَلَمَّا تَمَّتْ أَيَّامُ تَطْهِيرِهَا، حَسَبَ شَرِيعَةِ مُوسَى، صَعِدُوا بِهِ إِلَى أُورُشَلِيمَ لِيُقَدِّمُوهُ لِلرَّبِّ،
καὶ ; ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ; ἡμέραι τοῦ ; καθαρισμοῦ ; αὐτῶν κατὰ τὸν ; νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ ; κυρίῳ
فَامْتَلأَ غَضَبًا جَمِيعُ الَّذِينَ فِي الْمَجْمَعِ حِينَ سَمِعُوا هذَا،
Καὶ ; ἐπλήσθησαν θυμοῦ πάντες ἐν τῇ ; συναγωγῇ ἀκούοντες ταῦτα·
فَأَشَارُوا إِلَى شُرَكَائِهِمُِ الَّذِينَ فِي السَّفِينَةِ الأُخْرَى أَنْ يَأْتُوا وَيُسَاعِدُوهُمْ. فَأَتَوْا وَمَلأُوا السَّفِينَتَيْنِ حَتَّى أَخَذَتَا فِي الْغَرَقِ.
καὶ ; κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν ; τῷ ; πλοίῳ ἑτέρῳ ἐλθόντας τοῦ ; συλλαβέσθαι ; αὐτοῖς. καὶ ; ἦλθον καὶ ; ἔπλησαν ἀμφότερα ; τὰ ; πλοῖα ὥστε βυθίζεσθαι ; αὐτά.¶
فَأَخَذَتِ الْجَمِيعَ حَيْرَةٌ وَمَجَّدُوا اللهَ، وَامْتَلأُوا خَوْفًا قَائِلِينَ: إِنَّنَا قَدْ رَأَيْنَا الْيَوْمَ عَجَائِبَ..
καὶ ; ἔλαβεν ἅπαντας, ἔκστασις καὶ ; ἐδόξαζον τὸν ; θεὸν καὶ ; ἐπλήσθησαν φόβου λέγοντες ὅτι ; εἴδομεν σήμερον.¶ παράδοξα
فَامْتَلأُوا حُمْقًا وَصَارُوا يَتَكَالَمُونَ فِيمَا بَيْنَهُمْ مَاذَا يَفْعَلُونَ بِيَسُوعَ.
αὐτοὶ ; δὲ ; ἐπλήσθησαν ἀνοίας διελάλουν ; καὶ πρὸς ἀλλήλους τί ; ἂν ποιήσαιεν τῷ ; Ἰησοῦ.¶
وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَابْتَدَأُوا يَتَكَلَّمُونَ بِأَلْسِنَةٍ أُخْرَى كَمَا أَعْطَاهُمُ الرُّوحُ أَنْ يَنْطِقُوا.
καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἤρξαντο λαλεῖν γλώσσαις ἑτέραις καθὼς ἐδίδου τὸ ; πνεῦμα αὐτοῖς.¶ ἀποφθέγγεσθαι
وَعَرَفُوهُ هُوَ الَّذِي كَانَ يَجْلِسُ لأَجْلِ الصَّدَقَةِ عَلَى بَابِ الْهَيْكَلِ الْجَمِيلِ، فَامْتَلأُوا دَهْشَةً وَحَيْرَةً مِمَّا حَدَثَ لَهُ.
ἐπεγίνωσκον ; τε; αὐτὸν ὁ ἦν καθήμενος πρὸς τὴν ; ἐλεημοσύνην ἐπὶ τῇ ; πύλῃ τοῦ ; ἱεροῦ, ὡραίᾳ καὶ ; ἐπλήσθησαν θάμβους καὶ ; ἐκστάσεως ἐπὶ τῷ ; συμβεβηκότι αὐτῷ.
حِينَئِذٍ امْتَلأَ بُطْرُسُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَقَالَ لَهُمْ: يَا رُؤَسَاءَ الشَّعْبِ وَشُيُوخَ إِسْرَائِيلَ،
Τότε πλησθεὶς Πέτρος πνεύματος ἁγίου εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἄρχοντες τοῦ ; λαοῦ καὶ ; πρεσβύτεροι τοῦ ; Ἰσραήλ,
وَلَمَّا صَلَّوْا تَزَعْزَعَ الْمَكَانُ الَّذِي كَانُوا مُجْتَمِعِينَ فِيهِ، وَامْتَلأَ الْجَمِيعُ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ، وَكَانُوا يَتَكَلَّمُونَ بِكَلاَمِ اللهِ بِمُجَاهَرَةٍ.
καὶ αὐτῶν ; δεηθέντων ἐσαλεύθη ὁ ; τόπος ᾧ ἦσαν συνηγμένοι, ἐν καὶ ; ἐπλήσθησαν ἅπαντες τοῦ πνεύματος ἁγίου καὶ ἐλάλουν τὸν ; λόγον θεοῦ μετὰ ; παρρησίας.¶
فَقَامَ رَئِيسُ الْكَهَنَةِ وَجَمِيعُ الَّذِينَ مَعَهُ، الَّذِينَ هُمْ شِيعَةُ الصَّدُّوقِيِّينَ، وَامْتَلأُوا غَيْرَةً
Ἀναστὰς ; δὲ ὁ ; ἀρχιερεὺς καὶ ; πάντες οἱ σὺν ; αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν ; Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου
فَمَضَى حَنَانِيَّا وَدَخَلَ الْبَيْتَ وَوَضَعَ عَلَيْهِ يَدَيْهِ وَقَالَ: أَيُّهَا الأَخُ شَاوُلُ، قَدْ أَرْسَلَنِي الرَّبُّ يَسُوعُ الَّذِي ظَهَرَ لَكَ فِي الطَّرِيقِ الَّذِي جِئْتَ فِيهِ، لِكَيْ تُبْصِرَ وَتَمْتَلِئَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ.
Ἀπῆλθεν ; δὲ Ἁνανίας καὶ ; εἰσῆλθεν εἰς ; τὴν ; οἰκίαν, καὶ ; ἐπιθεὶς ἐπ᾽ ; αὐτὸν τὰς ; χεῖρας εἶπεν· ἀδελφέ, Σαοὺλ ἀπέσταλκέν ; με, ὁ ; κύριος Ἰησοῦς ὁ ; ὀφθείς σοι ἐν τῇ ; ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ ; πλησθῇς πνεύματος ἁγίου.
وَأَمَّا شَاوُلُ، الَّذِي هُوَ بُولُسُ أَيْضًا، فَامْتَلأَ مِنَ الرُّوحِ الْقُدُسِ وَشَخَصَ إِلَيْهِ
δὲ Σαῦλος ὁ Παῦλος καὶ πλησθεὶς πνεύματος ἁγίου καὶ ; ἀτενίσας εἰς ; αὐτὸν
فَلَمَّا رَأَى الْيَهُودُ الْجُمُوعَ امْتَلأُوا غَيْرَةً، وَجَعَلُوا يُقَاوِمُونَ مَا قَالَهُ بُولُسُ مُنَاقِضِينَ وَمُجَدِّفِينَ.
δὲ ἰδόντες οἱ ; Ἰουδαῖοι τοὺς ; ὄχλους ἐπλήσθησαν ζήλου καὶ ; ἀντέλεγον τοῖς λεγομένοις ὑπὸ ; τοῦ ; Παύλου ἀντιλέγοντες καὶ ; βλασφημοῦντες.
فَامْتَلأَتِ الْمَدِينَةُ كُلُّهَا اضْطِرَابًا، وَانْدَفَعُوا بِنَفْسٍ وَاحِدَةٍ إِلَى الْمَشْهَدِ خَاطِفِينَ مَعَهُمْ غَايُوسَ وَأَرِسْتَرْخُسَ الْمَكِدُونِيَّيْنِ، رَفِيقَيْ بُولُسَ فِي السَّفَرِ.
καὶ ; ἐπλήσθη ἡ ; πόλις ὅλη τῆς ; συγχύσεως· ὥρμησάν τε ; ὁμοθυμαδὸν εἰς τὸ ; θέατρον συναρπάσαντες Γάϊον καὶ ; Ἀρίσταρχον Μακεδόνας, συνεκδήμους ; τοῦ ; Παύλου.¶