ك
إصحاح
G3957
G3958. páschō
G3959
المعنى المختصر للكلمة
páschō: to experience a sensation or impression (usually painful)
اللفظ الأصلي πάσχω
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق páschō (pas-kho)
تكرار الورود في الكتاب 41 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها

apparently a primary verb;

المعنى والشرح المفصل

to experience a sensation or impression (usually painful)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
feel passion suffer vex

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

παθεῖν (6×) πάσχειν (3×) ἔπαθεν (2×) ἐπάθετε (2×) πάσχων (2×) πάσχοντες (2×) αὐτὸν ; παθεῖν (2×) ὁ ; παθὼν (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (41 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 16: 21 Mat.16.21
مِنْ ذلِكَ الْوَقْتِ ابْتَدَأَ يَسُوعُ يُظْهِرُ لِتَلاَمِيذِهِ أَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أُورُشَلِيمَ وَيَتَأَلَّمَ كَثِيرًا مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلَ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومَ.
Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ ; Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ; ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ; παθεῖν πολλὰ ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ἀρχιερέων καὶ ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθῆναι.
متى 17: 12 Mat.17.12
وَلكِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ إِيلِيَّا قَدْ جَاءَ وَلَمْ يَعْرِفُوهُ، بَلْ عَمِلُوا بِهِ كُلَّ مَا أَرَادُوا. كَذلِكَ ابْنُ الإِنْسَانِ أَيْضًا سَوْفَ يَتَأَلَّمُ مِنْهُمْ.
δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθεν, καὶ ; οὐκ ἐπέγνωσαν ; αὐτὸν ἀλλ᾽ ἐποίησαν ἐν ; αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν· οὕτως ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ μέλλει πάσχειν ὑπ᾽ ; αὐτῶν.
متى 17: 15 Mat.17.15
وَقَائِلاً: يَا سَيِّدُ، ارْحَمِ ابْني فَإِنَّهُ يُصْرَعُ وَيَتَأَلَّمُ شَدِيدًا، وَيَقَعُ كَثِيرًا فِي النَّارِ وَكَثِيرًا فِي الْمَاءِ.
καὶ ; λέγων· κύριε, ἐλέησόν μου ; τὸν ; υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ ; πάσχει· κακῶς γὰρ ; πίπτει πολλάκις εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; πολλάκις εἰς τὸ ; ὕδωρ.
متى 27: 19 Mat.27.19
وَإِذْ كَانَ جَالِسًا عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ أَرْسَلَتْ إِلَيْهِ امْرَأَتُهُ قَائِلَةً: إِيَّاكَ وَذلِكَ الْبَارَّ، لأَنِّي تَأَلَّمْتُ الْيَوْمَ كَثِيرًا فِي حُلْمٍ مِنْ أَجْلِهِ.
δὲ Καθημένου ; αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ; βήματος ἀπέστειλεν πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ λέγουσα· μηδὲν ; σοὶ καὶ ; ἐκείνῳ· τῷ ; δικαίῳ γὰρ ἔπαθον σήμερον πολλὰ κατ᾽ ὄναρ δι᾽ ; αὐτόν.¶
وَقَدْ تَأَلَّمَتْ كَثِيرًا مِنْ أَطِبَّاءَ كَثِيرِينَ، وَأَنْفَقَتْ كُلَّ مَا عِنْدَهَا وَلَمْ تَنْتَفِعْ شَيْئًا، بَلْ صَارَتْ إِلَى حَال أَرْدَأَ.
καὶ παθοῦσα πολλὰ ὑπὸ ἰατρῶν πολλῶν δαπανήσασα ; καὶ πάντα παρ᾽ ; ἑαυτῆς καὶ ; μηδὲν ὠφεληθεῖσα ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ ; ἐλθοῦσα, ; χεῖρον
وَابْتَدَأَ يُعَلِّمُهُمْ أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَنْبَغِي أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا، وَيُرْفَضَ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلَ، وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ يَقُومُ.
καὶ ; ἤρξατο διδάσκειν ; αὐτοὺς ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου δεῖ παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀναστῆναι·
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ إِيلِيَّا يَأْتِي أَوَّلاً وَيَرُدُّ كُلَّ شَيْءٍ. وَكَيْفَ هُوَ مَكْتُوبٌ عَنِ ابْنِ الإِنْسَانِ أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا وَيُرْذَلَ.
ὁ ; δὲ ; ἀποκριθείς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας μὲν ; ἐλθὼν πρῶτον ἀποκαθιστάνει πάντα· καὶ ; πῶς γέγραπται ἐπὶ υἱὸν ; τὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἵνα πάθῃ πολλὰ καὶ ; ἐξουδενηθῇ.
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَتَأَلَّمُ كَثِيرًا، وَيُرْفَضُ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
εἰπὼν ὅτι ; δεῖ ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ἀρχιερέων καὶ ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθῆναι.¶
فَأجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: أَتَظُنُّونَ أَنَّ هؤُلاَءِ الْجَلِيلِيِّينَ كَانُوا خُطَاةً أَكْثَرَ مِنْ كُلِّ الْجَلِيلِيِّينَ لأَنَّهُمْ كَابَدُوا مِثْلَ هذَا.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· δοκεῖτε ὅτι οὗτοι οἱ ; Γαλιλαῖοι ἐγένοντο ἁμαρτωλοὶ παρὰ πάντας τοὺς ; Γαλιλαίους ὅτι πεπόνθασιν; τοιαῦτα
وَلكِنْ يَنْبَغِي أَوَّلاً أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا وَيُرْفَضَ مِنْ هذَا الْجِيلِ.
δὲ δεῖ Πρῶτον αὐτὸν ; παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ ταύτης.¶ τῆς ; γενεᾶς
وَقَالَ لَهُمْ: شَهْوَةً اشْتَهَيْتُ أَنْ آكُلَ هذَا الْفِصْحَ مَعَكُمْ قَبْلَ أَنْ أَتَأَلَّمَ،
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα φαγεῖν τοῦτο τὸ ; πάσχα μεθ᾽ ; ὑμῶν πρὸ τοῦ με ; παθεῖν·
أَمَا كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ بِهذَا وَيَدْخُلُ إِلَى مَجْدِهِ.
οὐχὶ ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν ταῦτα καὶ ; εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ;
وَقَالَ لَهُمْ: هكَذَا هُوَ مَكْتُوبٌ، وَهكَذَا كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ فِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ،
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ; οὕτως γέγραπται καὶ ; οὕτως ἔδει χριστὸν ; τὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ
وَأَمَّا اللهُ فَمَا سَبَقَ وَأَنْبَأَ بِهِ بِأَفْوَاهِ جَمِيعِ أَنْبِيَائِهِ، أَنْ يَتَأَلَّمَ الْمَسِيحُ، قَدْ تَمَّمَهُ هكَذَا.
δὲ ὁ ; θεὸς ἃ ; προκατήγγειλεν διὰ ; στόματος πάντων τῶν ; προφητῶν παθεῖν τὸν ; χριστὸν ; αὐτοῦ ἐπλήρωσεν οὕτως.
لأَنِّي سَأُرِيهِ كَمْ يَنْبَغِي أَنْ يَتَأَلَّمَ مِنْ أَجْلِ اسْمِي.
ἐγὼ ; γὰρ ὑποδείξω ; αὐτῷ ὅσα δεῖ παθεῖν.¶ ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματός ; μου
مُوَضِّحًا وَمُبَيِّنًا أَنَّهُ كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَأَنَّ: هذَا هُوَ الْمَسِيحُ يَسُوعُ الَّذِي أَنَا أُنَادِي لَكُمْ بِهِ.
διανοίγων καὶ ; παρατιθέμενος ὅτι ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν καὶ ; ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστὸς ὁ ; Ἰησοῦς ὃν ἐγὼ καταγγέλλω ; ὑμῖν.
فَنَفَضَ هُوَ الْوَحْشَ إِلَى النَّارِ وَلَمْ يَتَضَرَّرْ بِشَيْءٍ رَدِيّ
οὖν ; ἀποτινάξας Ὁ θηρίον ; τὸ εἰς τὸ ; πῦρ οὐδὲν ; ἔπαθεν κακόν.
فَإِنْ كَانَ عُضْوٌ وَاحِدٌ يَتَأَلَّمُ، فَجَمِيعُ الأَعْضَاءِ تَتَأَلَّمُ مَعَهُ. وَإِنْ كَانَ عُضْوٌ وَاحِدٌ يُكَرَّمُ، فَجَمِيعُ الأَعْضَاءِ تَفْرَحُ مَعَهُ.
καὶ ; εἴτε μέλος, ἓν πάσχει πάντα τὰ ; μέλη· συμπάσχει εἴτε μέλος, ἓν δοξάζεται πάντα τὰ ; μέλη.¶ συγχαίρει
فَإِنْ كُنَّا نَتَضَايَقُ فَلأَجْلِ تَعْزِيَتِكُمْ وَخَلاَصِكُمُ، الْعَامِلِ فِي احْتِمَالِ نَفْسِ الآلاَمِ الَّتِي نَتَأَلَّمُ بِهَا نَحْنُ أَيْضًا. أَوْ نَتَعَزَّى فَلأَجْلِ تَعْزِيَتِكُمْ وَخَلاَصِكُمْ.
εἴτε ; δὲ θλιβόμεθα, ὑπὲρ τῆς ; ὑμῶν ; παρακλήσεως καὶ ; σωτηρίας τῆς ; ἐνεργουμένης ἐν ὑπομονῇ αὐτῶν τῶν ; παθημάτων ὧν πάσχομεν, ἡμεῖς καὶ εἴτε παρακαλούμεθα, ὑπὲρ τῆς ; ὑμῶν ; παρακλήσεως και ; σωτηριας
أَهذَا الْمِقْدَارَ احْتَمَلْتُمْ عَبَثًا. إِنْ كَانَ عَبَثًا.
τοσαῦτα ἐπάθετε εἰκῇ; εἴ γε καὶ ; εἰκῇ.¶
لأَنَّهُ قَدْ وُهِبَ لَكُمْ لأَجْلِ الْمَسِيحِ لاَ أَنْ تُؤْمِنُوا بِهِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا أَنْ تَتَأَلَّمُوا لأَجْلِهِ.
ὅτι ἐχαρίσθη ὑμῖν τὸ ; ὑπὲρ Χριστοῦ, οὐ πιστεύειν, εἰς ; αὐτὸν μόνον ἀλλὰ καὶ πάσχειν τὸ ; ὑπὲρ ; αὐτοῦ
فَإِنِّكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ صِرْتُمْ مُتَمَثِّلِينَ بِكَنَائِسِ اللهِ الَّتِي هِيَ فِي الْيَهُودِيَّةِ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، لأَنَّكُمْ تَأَلَّمْتُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا مِنْ أَهْلِ عَشِيرَتِكُمْ تِلْكَ الآلاَمَ عَيْنَهَا، كَمَا هُمْ أَيْضًا مِنَ الْيَهُودِ،
ὑμεῖς ; γὰρ ἀδελφοί, ἐγενήθητε, μιμηταὶ τῶν ; ἐκκλησιῶν τοῦ ; θεοῦ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ ; Ἰουδαίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅτι ἐπάθετε ὑμεῖς καὶ ὑπὸ τῶν ; ἰδίων ; συμφυλετῶν, τὰ ; αὐτοὶ καθὼς αὐτοὶ καὶ ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων,
بَيِّنَةً عَلَى قَضَاءِ اللهِ الْعَادِلِ، أَنَّكُمْ تُؤَهَّلُونَ لِمَلَكُوتِ اللهِ الَّذِي لأَجْلِهِ تَتَأَلَّمُونَ أَيْضًا.
ἔνδειγμα τῆς κρίσεως θεοῦ ; τοῦ δικαίας ὑμᾶς εἰς ; τὸ ; καταξιωθῆναι τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ ἧς ὑπὲρ πάσχετε· καὶ
لِهذَا السَّبَبِ أَحْتَمِلُ هذِهِ الأُمُورَ أَيْضًا. لكِنَّنِي لَسْتُ أَخْجَلُ، لأَنَّنِي عَالِمٌ بِمَنْ آمَنْتُ، وَمُوقِنٌ أَنَّهُ قَادِرٌ أَنْ يَحْفَظَ وَدِيعَتِي إِلَى ذلِكَ الْيَوْمِ.
δι᾽ ; ἣν αἰτίαν πάσχω, ταῦτα καὶ ἀλλ᾽ οὐκ ἐπαισχύνομαι· γὰρ οἶδα ᾧ πεπίστευκα καὶ ; πέπεισμαι ὅτι ; ἐστιν δυνατός φυλάξαι παραθήκην ; μου εἰς ἐκείνην τὴν ; ἡμέραν.¶
لأَنَّهُ فِي مَا هُوَ قَدْ تَأَلَّمَ مُجَرَّبًا يَقْدِرُ أَنْ يُعِينَ الْمُجَرَّبِينَ.
γὰρ ἐν ᾧ αὐτὸς πέπονθεν πειρασθείς, δύναται βοηθῆσαι.¶ τοῖς ; πειραζομένοις
مَعَ كَوْنِهِ ابْنًا تَعَلَّمَ الطَّاعَةَ مِمَّا تَأَلَّمَ بِهِ.
καίπερ ὢν υἱός, ἔμαθεν τὴν ; ὑπακοήν, ἀφ᾽ ; ὧν ἔπαθεν
فَإِذْ ذَاكَ كَانَ يَجِبُ أَنْ يَتَأَلَّمَ مِرَارًا كَثِيرَةً مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ، وَلكِنَّهُ الآنَ قَدْ أُظْهِرَ مَرَّةً عِنْدَ انْقِضَاءِ الدُّهُورِ لِيُبْطِلَ الْخَطِيَّةَ بِذَبِيحَةِ نَفْسِهِ.
ἐπεὶ ἔδει αὐτὸν ; παθεῖν πολλάκις ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, δὲ νῦν πεφανέρωται. ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν ; αἰώνων εἰς ; ἀθέτησιν τῆς ; ἁμαρτίας διὰ ; τῆς ; θυσίας αὐτοῦ
لِذلِكَ يَسُوعُ أَيْضًا، لِكَيْ يُقَدِّسَ الشَّعْبَ بِدَمِ نَفْسِهِ، تَأَلَّمَ خَارِجَ الْبَابِ.
Διὸ Ἰησοῦς, καὶ ἵνα ἁγιάσῃ τὸν ; λαόν, διὰ ; αἵματος τοῦ ; ἰδίου ἔπαθεν. ἔξω τῆς ; πύλης
لأَنَّ هذَا فَضْلٌ، إِنْ كَانَ أَحَدٌ مِنْ أَجْلِ ضَمِيرٍ نَحْوَ اللهِ، يَحْتَمِلُ أَحْزَانًا مُتَأَلِّمًا بِالظُّلْمِ.
γὰρ τοῦτο χάρις, εἰ τις διὰ συνείδησιν θεοῦ ὑποφέρει λύπας πάσχων ἀδίκως.
لأَنَّهُ أَيُّ مَجْدٍ إِنْ كُنْتُمْ تُلْطَمُونَ مُخْطِئِينَ فَتَصْبِرُونَ. بَلْ إِنْ كُنْتُمْ تَتَأَلَّمُونَ عَامِلِينَ الْخَيْرَ فَتَصْبِرُونَ، فَهذَا فَضْلٌ عِنْدَ اللهِ،
γὰρ ποῖον κλέος εἰ κολαφιζόμενοι ἁμαρτάνοντες ὑπομενεῖτε; ἀλλ᾽ εἰ πάσχοντες ἀγαθοποιοῦντες ὑπομενεῖτε, τοῦτο χάρις παρὰ θεῷ.