المعنى المختصر للكلمة
páschō:
to experience a sensation or impression
(usually painful)
اللفظ الأصلي
πάσχω
نوع الكلمة
اسم
طريقة النطق
páschō
(pas-kho)
تكرار الورود في الكتاب
41
مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
apparently a primary verb;
المعنى والشرح المفصل
to experience a sensation or impression (usually painful)
الإنجليزية — KJV Translation Tags
feel
passion
suffer
vex
أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك
أشكال الكلمة في النص الأصلي:
παθεῖν (6×)
πάσχειν (3×)
ἔπαθεν (2×)
ἐπάθετε (2×)
πάσχων (2×)
πάσχοντες (2×)
αὐτὸν ; παθεῖν (2×)
ὁ ; παθὼν (1×)
شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (41 آية)
شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
متى 16: 21
Mat.16.21
مِنْ ذلِكَ الْوَقْتِ ابْتَدَأَ يَسُوعُ يُظْهِرُ لِتَلاَمِيذِهِ أَنَّهُ يَنْبَغِي أَنْ يَذْهَبَ إِلَى أُورُشَلِيمَ وَيَتَأَلَّمَ كَثِيرًا مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلَ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومَ.
Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ ; Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς ; μαθηταῖς ; αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ; ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ; παθεῖν πολλὰ ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ἀρχιερέων καὶ ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθῆναι.
متى 17: 12
Mat.17.12
وَلكِنِّي أَقُولُ لَكُمْ: إِنَّ إِيلِيَّا قَدْ جَاءَ وَلَمْ يَعْرِفُوهُ، بَلْ عَمِلُوا بِهِ كُلَّ مَا أَرَادُوا. كَذلِكَ ابْنُ الإِنْسَانِ أَيْضًا سَوْفَ يَتَأَلَّمُ مِنْهُمْ.
δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθεν, καὶ ; οὐκ ἐπέγνωσαν ; αὐτὸν ἀλλ᾽ ἐποίησαν ἐν ; αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν· οὕτως ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου καὶ μέλλει πάσχειν ὑπ᾽ ; αὐτῶν.
متى 17: 15
Mat.17.15
وَقَائِلاً: يَا سَيِّدُ، ارْحَمِ ابْني فَإِنَّهُ يُصْرَعُ وَيَتَأَلَّمُ شَدِيدًا، وَيَقَعُ كَثِيرًا فِي النَّارِ وَكَثِيرًا فِي الْمَاءِ.
καὶ ; λέγων· κύριε, ἐλέησόν μου ; τὸν ; υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ ; πάσχει· κακῶς γὰρ ; πίπτει πολλάκις εἰς τὸ ; πῦρ καὶ ; πολλάκις εἰς τὸ ; ὕδωρ.
متى 27: 19
Mat.27.19
وَإِذْ كَانَ جَالِسًا عَلَى كُرْسِيِّ الْوِلاَيَةِ أَرْسَلَتْ إِلَيْهِ امْرَأَتُهُ قَائِلَةً: إِيَّاكَ وَذلِكَ الْبَارَّ، لأَنِّي تَأَلَّمْتُ الْيَوْمَ كَثِيرًا فِي حُلْمٍ مِنْ أَجْلِهِ.
δὲ Καθημένου ; αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ; βήματος ἀπέστειλεν πρὸς ; αὐτὸν ἡ ; γυνὴ ; αὐτοῦ λέγουσα· μηδὲν ; σοὶ καὶ ; ἐκείνῳ· τῷ ; δικαίῳ γὰρ ἔπαθον σήμερον πολλὰ κατ᾽ ὄναρ δι᾽ ; αὐτόν.¶
مرقس 5: 26
Mrk.5.26
وَقَدْ تَأَلَّمَتْ كَثِيرًا مِنْ أَطِبَّاءَ كَثِيرِينَ، وَأَنْفَقَتْ كُلَّ مَا عِنْدَهَا وَلَمْ تَنْتَفِعْ شَيْئًا، بَلْ صَارَتْ إِلَى حَال أَرْدَأَ.
καὶ παθοῦσα πολλὰ ὑπὸ ἰατρῶν πολλῶν δαπανήσασα ; καὶ πάντα παρ᾽ ; ἑαυτῆς καὶ ; μηδὲν ὠφεληθεῖσα ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ ; ἐλθοῦσα, ; χεῖρον
مرقس 8: 31
Mrk.8.31
وَابْتَدَأَ يُعَلِّمُهُمْ أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَنْبَغِي أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا، وَيُرْفَضَ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلَ، وَبَعْدَ ثَلاَثَةِ أَيَّامٍ يَقُومُ.
καὶ ; ἤρξατο διδάσκειν ; αὐτοὺς ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου δεῖ παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; τῶν ; ἀρχιερέων καὶ ; τῶν ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀναστῆναι·
مرقس 9: 12
Mrk.9.12
فَأَجَابَ وَقَالَ لَهُمْ: إِنَّ إِيلِيَّا يَأْتِي أَوَّلاً وَيَرُدُّ كُلَّ شَيْءٍ. وَكَيْفَ هُوَ مَكْتُوبٌ عَنِ ابْنِ الإِنْسَانِ أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا وَيُرْذَلَ.
ὁ ; δὲ ; ἀποκριθείς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας μὲν ; ἐλθὼν πρῶτον ἀποκαθιστάνει πάντα· καὶ ; πῶς γέγραπται ἐπὶ υἱὸν ; τὸν τοῦ ; ἀνθρώπου ἵνα πάθῃ πολλὰ καὶ ; ἐξουδενηθῇ.
لوقا 9: 22
Luk.9.22
قَائِلاً: إِنَّهُ يَنْبَغِي أَنَّ ابْنَ الإِنْسَانِ يَتَأَلَّمُ كَثِيرًا، وَيُرْفَضُ مِنَ الشُّيُوخِ وَرُؤَسَاءِ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةِ، وَيُقْتَلُ، وَفِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ يَقُومُ.
εἰπὼν ὅτι ; δεῖ ὅτι τὸν ; υἱὸν τοῦ ; ἀνθρώπου παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν ; πρεσβυτέρων καὶ ; ἀρχιερέων καὶ ; γραμματέων καὶ ; ἀποκτανθῆναι καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ ἐγερθῆναι.¶
لوقا 13: 2
Luk.13.2
فَأجَابَ يَسُوعُ وَقَالَ لَهُمْ: أَتَظُنُّونَ أَنَّ هؤُلاَءِ الْجَلِيلِيِّينَ كَانُوا خُطَاةً أَكْثَرَ مِنْ كُلِّ الْجَلِيلِيِّينَ لأَنَّهُمْ كَابَدُوا مِثْلَ هذَا.
Καὶ ; ἀποκριθεὶς ὁ ; Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· δοκεῖτε ὅτι οὗτοι οἱ ; Γαλιλαῖοι ἐγένοντο ἁμαρτωλοὶ παρὰ πάντας τοὺς ; Γαλιλαίους ὅτι πεπόνθασιν; τοιαῦτα
لوقا 17: 25
Luk.17.25
وَلكِنْ يَنْبَغِي أَوَّلاً أَنْ يَتَأَلَّمَ كَثِيرًا وَيُرْفَضَ مِنْ هذَا الْجِيلِ.
δὲ δεῖ Πρῶτον αὐτὸν ; παθεῖν πολλὰ καὶ ; ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ ταύτης.¶ τῆς ; γενεᾶς
لوقا 22: 15
Luk.22.15
وَقَالَ لَهُمْ: شَهْوَةً اشْتَهَيْتُ أَنْ آكُلَ هذَا الْفِصْحَ مَعَكُمْ قَبْلَ أَنْ أَتَأَلَّمَ،
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα φαγεῖν τοῦτο τὸ ; πάσχα μεθ᾽ ; ὑμῶν πρὸ τοῦ με ; παθεῖν·
لوقا 24: 26
Luk.24.26
أَمَا كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ بِهذَا وَيَدْخُلُ إِلَى مَجْدِهِ.
οὐχὶ ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν ταῦτα καὶ ; εἰσελθεῖν εἰς τὴν ; δόξαν ; αὐτοῦ;
لوقا 24: 46
Luk.24.46
وَقَالَ لَهُمْ: هكَذَا هُوَ مَكْتُوبٌ، وَهكَذَا كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ فِي الْيَوْمِ الثَّالِثِ،
καὶ ; εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ; οὕτως γέγραπται καὶ ; οὕτως ἔδει χριστὸν ; τὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ ἡμέρᾳ τρίτῃ
أعمال الرسل 3: 18
Act.3.18
وَأَمَّا اللهُ فَمَا سَبَقَ وَأَنْبَأَ بِهِ بِأَفْوَاهِ جَمِيعِ أَنْبِيَائِهِ، أَنْ يَتَأَلَّمَ الْمَسِيحُ، قَدْ تَمَّمَهُ هكَذَا.
δὲ ὁ ; θεὸς ἃ ; προκατήγγειλεν διὰ ; στόματος πάντων τῶν ; προφητῶν παθεῖν τὸν ; χριστὸν ; αὐτοῦ ἐπλήρωσεν οὕτως.
أعمال الرسل 9: 16
Act.9.16
لأَنِّي سَأُرِيهِ كَمْ يَنْبَغِي أَنْ يَتَأَلَّمَ مِنْ أَجْلِ اسْمِي.
ἐγὼ ; γὰρ ὑποδείξω ; αὐτῷ ὅσα δεῖ παθεῖν.¶ ὑπὲρ τοῦ ; ὀνόματός ; μου
أعمال الرسل 17: 3
Act.17.3
مُوَضِّحًا وَمُبَيِّنًا أَنَّهُ كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَأَنَّ: هذَا هُوَ الْمَسِيحُ يَسُوعُ الَّذِي أَنَا أُنَادِي لَكُمْ بِهِ.
διανοίγων καὶ ; παρατιθέμενος ὅτι ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν καὶ ; ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστὸς ὁ ; Ἰησοῦς ὃν ἐγὼ καταγγέλλω ; ὑμῖν.
أعمال الرسل 28: 5
Act.28.5
فَنَفَضَ هُوَ الْوَحْشَ إِلَى النَّارِ وَلَمْ يَتَضَرَّرْ بِشَيْءٍ رَدِيّ
οὖν ; ἀποτινάξας Ὁ θηρίον ; τὸ εἰς τὸ ; πῦρ οὐδὲν ; ἔπαθεν κακόν.
كورنثوس الأولى 12: 26
1Co.12.26
فَإِنْ كَانَ عُضْوٌ وَاحِدٌ يَتَأَلَّمُ، فَجَمِيعُ الأَعْضَاءِ تَتَأَلَّمُ مَعَهُ. وَإِنْ كَانَ عُضْوٌ وَاحِدٌ يُكَرَّمُ، فَجَمِيعُ الأَعْضَاءِ تَفْرَحُ مَعَهُ.
καὶ ; εἴτε μέλος, ἓν πάσχει πάντα τὰ ; μέλη· συμπάσχει εἴτε μέλος, ἓν δοξάζεται πάντα τὰ ; μέλη.¶ συγχαίρει
كورنثوس الثانية 1: 6
2Co.1.6
فَإِنْ كُنَّا نَتَضَايَقُ فَلأَجْلِ تَعْزِيَتِكُمْ وَخَلاَصِكُمُ، الْعَامِلِ فِي احْتِمَالِ نَفْسِ الآلاَمِ الَّتِي نَتَأَلَّمُ بِهَا نَحْنُ أَيْضًا. أَوْ نَتَعَزَّى فَلأَجْلِ تَعْزِيَتِكُمْ وَخَلاَصِكُمْ.
εἴτε ; δὲ θλιβόμεθα, ὑπὲρ τῆς ; ὑμῶν ; παρακλήσεως καὶ ; σωτηρίας τῆς ; ἐνεργουμένης ἐν ὑπομονῇ αὐτῶν τῶν ; παθημάτων ὧν πάσχομεν, ἡμεῖς καὶ εἴτε παρακαλούμεθα, ὑπὲρ τῆς ; ὑμῶν ; παρακλήσεως και ; σωτηριας
غلاطية 3: 4
Gal.3.4
أَهذَا الْمِقْدَارَ احْتَمَلْتُمْ عَبَثًا. إِنْ كَانَ عَبَثًا.
τοσαῦτα ἐπάθετε εἰκῇ; εἴ γε καὶ ; εἰκῇ.¶
فيلبي 1: 29
Php.1.29
لأَنَّهُ قَدْ وُهِبَ لَكُمْ لأَجْلِ الْمَسِيحِ لاَ أَنْ تُؤْمِنُوا بِهِ فَقَطْ، بَلْ أَيْضًا أَنْ تَتَأَلَّمُوا لأَجْلِهِ.
ὅτι ἐχαρίσθη ὑμῖν τὸ ; ὑπὲρ Χριστοῦ, οὐ πιστεύειν, εἰς ; αὐτὸν μόνον ἀλλὰ καὶ πάσχειν τὸ ; ὑπὲρ ; αὐτοῦ
تسالونيكي الأولى 2: 14
1Th.2.14
فَإِنِّكُمْ أَيُّهَا الإِخْوَةُ صِرْتُمْ مُتَمَثِّلِينَ بِكَنَائِسِ اللهِ الَّتِي هِيَ فِي الْيَهُودِيَّةِ فِي الْمَسِيحِ يَسُوعَ، لأَنَّكُمْ تَأَلَّمْتُمْ أَنْتُمْ أَيْضًا مِنْ أَهْلِ عَشِيرَتِكُمْ تِلْكَ الآلاَمَ عَيْنَهَا، كَمَا هُمْ أَيْضًا مِنَ الْيَهُودِ،
ὑμεῖς ; γὰρ ἀδελφοί, ἐγενήθητε, μιμηταὶ τῶν ; ἐκκλησιῶν τοῦ ; θεοῦ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ ; Ἰουδαίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅτι ἐπάθετε ὑμεῖς καὶ ὑπὸ τῶν ; ἰδίων ; συμφυλετῶν, τὰ ; αὐτοὶ καθὼς αὐτοὶ καὶ ὑπὸ ; τῶν ; Ἰουδαίων,
تسالونيكي الثانية 1: 5
2Th.1.5
بَيِّنَةً عَلَى قَضَاءِ اللهِ الْعَادِلِ، أَنَّكُمْ تُؤَهَّلُونَ لِمَلَكُوتِ اللهِ الَّذِي لأَجْلِهِ تَتَأَلَّمُونَ أَيْضًا.
ἔνδειγμα τῆς κρίσεως θεοῦ ; τοῦ δικαίας ὑμᾶς εἰς ; τὸ ; καταξιωθῆναι τῆς ; βασιλείας τοῦ ; θεοῦ ἧς ὑπὲρ πάσχετε· καὶ
تيموثاوس الثانية 1: 12
2Ti.1.12
لِهذَا السَّبَبِ أَحْتَمِلُ هذِهِ الأُمُورَ أَيْضًا. لكِنَّنِي لَسْتُ أَخْجَلُ، لأَنَّنِي عَالِمٌ بِمَنْ آمَنْتُ، وَمُوقِنٌ أَنَّهُ قَادِرٌ أَنْ يَحْفَظَ وَدِيعَتِي إِلَى ذلِكَ الْيَوْمِ.
δι᾽ ; ἣν αἰτίαν πάσχω, ταῦτα καὶ ἀλλ᾽ οὐκ ἐπαισχύνομαι· γὰρ οἶδα ᾧ πεπίστευκα καὶ ; πέπεισμαι ὅτι ; ἐστιν δυνατός φυλάξαι παραθήκην ; μου εἰς ἐκείνην τὴν ; ἡμέραν.¶
العبرانيين 2: 18
Heb.2.18
لأَنَّهُ فِي مَا هُوَ قَدْ تَأَلَّمَ مُجَرَّبًا يَقْدِرُ أَنْ يُعِينَ الْمُجَرَّبِينَ.
γὰρ ἐν ᾧ αὐτὸς πέπονθεν πειρασθείς, δύναται βοηθῆσαι.¶ τοῖς ; πειραζομένοις
العبرانيين 5: 8
Heb.5.8
مَعَ كَوْنِهِ ابْنًا تَعَلَّمَ الطَّاعَةَ مِمَّا تَأَلَّمَ بِهِ.
καίπερ ὢν υἱός, ἔμαθεν τὴν ; ὑπακοήν, ἀφ᾽ ; ὧν ἔπαθεν
العبرانيين 9: 26
Heb.9.26
فَإِذْ ذَاكَ كَانَ يَجِبُ أَنْ يَتَأَلَّمَ مِرَارًا كَثِيرَةً مُنْذُ تَأْسِيسِ الْعَالَمِ، وَلكِنَّهُ الآنَ قَدْ أُظْهِرَ مَرَّةً عِنْدَ انْقِضَاءِ الدُّهُورِ لِيُبْطِلَ الْخَطِيَّةَ بِذَبِيحَةِ نَفْسِهِ.
ἐπεὶ ἔδει αὐτὸν ; παθεῖν πολλάκις ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, δὲ νῦν πεφανέρωται. ἅπαξ ἐπὶ συντελείᾳ τῶν ; αἰώνων εἰς ; ἀθέτησιν τῆς ; ἁμαρτίας διὰ ; τῆς ; θυσίας αὐτοῦ
العبرانيين 13: 12
Heb.13.12
لِذلِكَ يَسُوعُ أَيْضًا، لِكَيْ يُقَدِّسَ الشَّعْبَ بِدَمِ نَفْسِهِ، تَأَلَّمَ خَارِجَ الْبَابِ.
Διὸ Ἰησοῦς, καὶ ἵνα ἁγιάσῃ τὸν ; λαόν, διὰ ; αἵματος τοῦ ; ἰδίου ἔπαθεν. ἔξω τῆς ; πύλης
بطرس الأولى 2: 19
1Pe.2.19
لأَنَّ هذَا فَضْلٌ، إِنْ كَانَ أَحَدٌ مِنْ أَجْلِ ضَمِيرٍ نَحْوَ اللهِ، يَحْتَمِلُ أَحْزَانًا مُتَأَلِّمًا بِالظُّلْمِ.
γὰρ τοῦτο χάρις, εἰ τις διὰ συνείδησιν θεοῦ ὑποφέρει λύπας πάσχων ἀδίκως.
بطرس الأولى 2: 20
1Pe.2.20
لأَنَّهُ أَيُّ مَجْدٍ إِنْ كُنْتُمْ تُلْطَمُونَ مُخْطِئِينَ فَتَصْبِرُونَ. بَلْ إِنْ كُنْتُمْ تَتَأَلَّمُونَ عَامِلِينَ الْخَيْرَ فَتَصْبِرُونَ، فَهذَا فَضْلٌ عِنْدَ اللهِ،
γὰρ ποῖον κλέος εἰ κολαφιζόμενοι ἁμαρτάνοντες ὑπομενεῖτε; ἀλλ᾽ εἰ πάσχοντες ἀγαθοποιοῦντες ὑπομενεῖτε, τοῦτο χάρις παρὰ θεῷ.