ك
إصحاح
G3956
G3957. páscha
G3958
المعنى المختصر للكلمة
páscha: the Passover (the meal, the day, the festival or the special sacrifices connected with it)
اللفظ الأصلي πάσχα
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق páscha (pas-khah)
تكرار الورود في الكتاب 29 مرة في الكتاب
المعنى والشرح المفصل

the Passover (the meal, the day, the festival or the special sacrifices connected with it)

الإنجليزية — KJV Translation Tags
Easter Passover

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

τὸ ; πάσχα (14×) τὸ ; πάσχα. (3×) τοῦ ; πάσχα (3×) τὸ ; πάσχα.¶ (2×) ἐν ; τῷ ; πάσχα (1×) τῷ ; πάσχα· (1×) τὸ ; πάσχα;¶ (1×) τὸ ; πάσχα; (1×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (29 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
تَعْلَمُونَ أَنَّهُ بَعْدَ يَوْمَيْنِ يَكُونُ الْفِصْحُ، وَابْنُ الإِنْسَانِ يُسَلَّمُ لِيُصْلَبَ.
οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ; ἡμέρας γίνεται, τὸ ; πάσχα καὶ ; ὁ ; υἱὸς τοῦ ; ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς ; τὸ ; σταυρωθῆναι.¶
متى 26: 17 Mat.26.17
وَفِي أَوَّلِ أَيَّامِ الْفَطِيرِ تَقَدَّمَ التَّلاَمِيذُ إِلَى يَسُوعَ قَائِلِينَ لَهُ: أَيْنَ تُرِيدُ أَنْ نُعِدَّ لَكَ لِتَأْكُلَ الْفِصْحَ.
Τῇ ; δὲ πρώτῃ τῶν ; ἀζύμων προσῆλθον οἱ ; μαθηταὶ τῷ ; Ἰησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ ; πάσχα;¶
متى 26: 18 Mat.26.18
فَقَالَ: اذْهَبُوا إِلَى الْمَدِينَةِ، إِلَى فُلاَنٍ وَقُولُوا لَهُ: الْمُعَلِّمُ يَقُولُ: إِنَّ وَقْتِي قَرِيبٌ. عِنْدَكَ أَصْنَعُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
Ὁ ; δὲ ; εἶπεν· ὑπάγετε εἰς τὴν ; πόλιν πρὸς τὸν ; δεῖνα καὶ ; εἴπατε αὐτῷ· ὁ ; διδάσκαλος λέγει· ὁ ; μου ; καιρός ἐγγύς ; ἐστιν, πρὸς ; σὲ ποιῶ τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου.
متى 26: 19 Mat.26.19
فَفَعَلَ التَّلاَمِيذُ كَمَا أَمَرَهُمْ يَسُوعُ وَأَعَدُّوا الْفِصْحَ.
καὶ ; ἐποίησαν οἱ ; μαθηταὶ ὡς συνέταξεν ; αὐτοῖς ὁ ; Ἰησοῦς, καὶ ; ἡτοίμασαν τὸ ; πάσχα.¶
وَكَانَ الْفِصْحُ وَأَيَّامُ الْفَطِيرِ بَعْدَ يَوْمَيْنِ. وَكَانَ رُؤَسَاءُ الْكَهَنَةِ وَالْكَتَبَةُ يَطْلُبُونَ كَيْفَ يُمْسِكُونَهُ بِمَكْرٍ وَيَقْتُلُونَهُ،
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τὰ ; ἄζυμα ; καὶ μετὰ δύο ; ἡμέρας, καὶ οἱ ; ἀρχιερεῖς καὶ ; οἱ ; γραμματεῖς ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ; κρατήσαντες ἐν ; δόλῳ ἀποκτείνωσιν·
وَفِي الْيَوْمِ الأَوَّلِ مِنَ الْفَطِيرِ. حِينَ كَانُوا يَذْبَحُونَ الْفِصْحَ، قَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: أَيْنَ تُرِيدُ أَنْ نَمْضِيَ وَنُعِدَّ لِتَأْكُلَ الْفِصْحَ.
Καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ πρώτῃ τῶν ; ἀζύμων, ὅτε ἔθυον, τὸ ; πάσχα λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα ; φάγῃς τὸ ; πάσχα;
وَفِي الْيَوْمِ الأَوَّلِ مِنَ الْفَطِيرِ. حِينَ كَانُوا يَذْبَحُونَ الْفِصْحَ، قَالَ لَهُ تَلاَمِيذُهُ: أَيْنَ تُرِيدُ أَنْ نَمْضِيَ وَنُعِدَّ لِتَأْكُلَ الْفِصْحَ.
Καὶ ; τῇ ἡμέρᾳ πρώτῃ τῶν ; ἀζύμων, ὅτε ἔθυον, τὸ ; πάσχα λέγουσιν αὐτῷ οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα ; φάγῃς τὸ ; πάσχα;
وَحَيْثُمَا يَدْخُلْ فَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: إِنَّ الْمُعَلِّمَ يَقُولُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ὅπου ; ἐὰν εἰσέλθῃ, εἴπατε οἰκοδεσπότῃ ; τῷ ὅτι ; ὁ ; διδάσκαλος λέγει· ποῦ ; ἐστιν κατάλυμά ; τὸ ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
فَخَرَجَ تِلْمِيذَاهُ وَأَتَيَا إِلَى الْمَدِينَةِ، وَوَجَدَا كَمَا قَالَ لَهُمَا. فَأَعَدَّا الْفِصْحَ.
καὶ ; ἐξῆλθον οἱ ; μαθηταὶ ; αὐτοῦ καὶ ; ἦλθον εἰς τὴν ; πόλιν καὶ ; εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς καὶ ; ἡτοίμασαν τὸ ; πάσχα.¶
وَكَانَ أَبَوَاهُ يَذْهَبَانِ كُلَّ سَنَةٍ إِلَى أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ.
Καὶ οἱ ; γονεῖς ; αὐτοῦ ἐπορεύοντο κατ᾽ ἔτος εἰς Ἰερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ ; πάσχα.¶
وَقَرُبَ عِيدُ الْفَطِيرِ، الَّذِي يُقَالُ لَهُ الْفِصْحُ.
Ἤγγιζεν ; δὲ ἡ ; ἑορτὴ τῶν ; ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα,
وَجَاءَ يَوْمُ الْفَطِيرِ الَّذِي كَانَ يَنْبَغِي أَنْ يُذْبَحَ فِيهِ الْفِصْحُ.
Ἦλθεν ; δὲ ἡ ; ἡμέρα τῶν ; ἀζύμων ἐν ; ᾗ ἔδει θύεσθαι τὸ ; πάσχα.
فَأَرْسَلَ بُطْرُسَ وَيُوحَنَّا قَائِلاً: اذْهَبَا وَأَعِدَّا لَنَا الْفِصْحَ لِنَأْكُلَ.
καὶ ; ἀπέστειλεν Πέτρον καὶ ; Ἰωάννην εἰπών· πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ ; πάσχα ἵνα ; φάγωμεν.
وَقُولاَ لِرَبِّ الْبَيْتِ: يَقُولُ لَكَ الْمُعَلِّمُ: أَيْنَ الْمَنْزِلُ حَيْثُ آكُلُ الْفِصْحَ مَعَ تَلاَمِيذِي.
καὶ ; ἐρεῖτε τῷ ; οἰκοδεσπότῃ τῆς ; οἰκίας· λέγει σοι ὁ ; διδάσκαλος· ποῦ ; ἐστιν τὸ ; κατάλυμα ὅπου φάγω; τὸ ; πάσχα μετὰ τῶν ; μαθητῶν ; μου
فَانْطَلَقَا وَوَجَدَا كَمَا قَالَ لَهُمَا، فَأَعَدَّا الْفِصْحَ.
ἀπελθόντες ; δὲ εὗρον καθὼς εἴρηκεν αὐτοῖς, καὶ ; ἡτοίμασαν τὸ ; πάσχα.
وَقَالَ لَهُمْ: شَهْوَةً اشْتَهَيْتُ أَنْ آكُلَ هذَا الْفِصْحَ مَعَكُمْ قَبْلَ أَنْ أَتَأَلَّمَ،
καὶ ; εἶπεν πρὸς ; αὐτούς· ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα φαγεῖν τοῦτο τὸ ; πάσχα μεθ᾽ ; ὑμῶν πρὸ τοῦ με ; παθεῖν·
وَكَانَ فِصْحُ الْيَهُودِ قَرِيبًا، فَصَعِدَ يَسُوعُ إِلَى أُورُشَلِيمَ،
Καὶ ; ἦν τὸ ; πάσχα τῶν ; Ἰουδαίων, ἐγγὺς καὶ ; ἀνέβη ὁ ; Ἰησοῦς. εἰς Ἱεροσόλυμα
وَلَمَّا كَانَ فِي أُورُشَلِيمَ فِي عِيدِ الْفِصْحِ، آمَنَ كَثِيرُونَ بِاسْمِهِ، إِذْ رَأَوْا الآيَاتِ الَّتِي صَنَعَ.
Ὡς ; δὲ ἦν ἐν τοῖς ; Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ; ἑορτῇ, ἐν ; τῷ ; πάσχα ἐπίστευσαν πολλοὶ εἰς ; τὸ ; ὄνομα ; αὐτοῦ θεωροῦντες αὐτοῦ ; τὰ ; σημεῖα ἃ ἐποίει.
وَكَانَ الْفِصْحُ، عِيدُ الْيَهُودِ، قَرِيبًا.
ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα ἡ ; ἑορτὴ Ἰουδαίων.¶ ; τῶν ἐγγὺς
وَكَانَ فِصْحُ الْيَهُودِ قَرِيبًا. فَصَعِدَ كَثِيرُونَ مِنَ الْكُوَرِ إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبْلَ الْفِصْحِ لِيُطَهِّرُوا أَنْفُسَهُمْ.
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τῶν ; Ἰουδαίων, ἐγγὺς καὶ ; ἀνέβησαν πολλοὶ ἐκ τῆς ; χώρας εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸ τοῦ ; πάσχα ἵνα ; ἁγνίσωσιν ἑαυτούς.
وَكَانَ فِصْحُ الْيَهُودِ قَرِيبًا. فَصَعِدَ كَثِيرُونَ مِنَ الْكُوَرِ إِلَى أُورُشَلِيمَ قَبْلَ الْفِصْحِ لِيُطَهِّرُوا أَنْفُسَهُمْ.
Ἦν ; δὲ τὸ ; πάσχα τῶν ; Ἰουδαίων, ἐγγὺς καὶ ; ἀνέβησαν πολλοὶ ἐκ τῆς ; χώρας εἰς Ἱεροσόλυμα πρὸ τοῦ ; πάσχα ἵνα ; ἁγνίσωσιν ἑαυτούς.
ثُمَّ قَبْلَ الْفِصْحِ بِسِتَّةِ أَيَّامٍ أَتَى يَسُوعُ إِلَى بَيْتِ عَنْيَا، حَيْثُ كَانَ لِعَازَرُ الْمَيْتُ الَّذِي أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
οὖν πρὸ τοῦ ; πάσχα ἓξ ἡμερῶν ἦλθεν Ὁ ; Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ ; τεθνηκώς ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν
أَمَّا يَسُوعُ قَبْلَ عِيدِ الْفِصْحِ، وَهُوَ عَالِمٌ أَنَّ سَاعَتَهُ قَدْ جَاءَتْ لِيَنْتَقِلَ مِنْ هذَا الْعَالَمِ إِلَى الآبِ، إِذْ كَانَ قَدْ أَحَبَّ خَاصَّتَهُ الَّذِينَ فِي الْعَالَمِ، أَحَبَّهُمْ إِلَى الْمُنْتَهَى.
δὲ ὁ ; Ἰησοῦς Πρὸ τῆς ; ἑορτῆς τοῦ ; πάσχα εἰδὼς ὅτι αὐτοῦ ; ἡ ; ὥρα ἐλήλυθεν ἵνα ; μεταβῇ ἐκ τούτου τοῦ ; κόσμου πρὸς τὸν ; πατέρα, ἀγαπήσας τοὺς ; ἰδίους τοὺς ἐν τῷ ; κόσμῳ ἠγάπησεν ; αὐτούς. εἰς τέλος
ثُمَّ جَاءُوا بِيَسُوعَ مِنْ عِنْدِ قَيَافَا إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ، وَكَانَ صُبْحٌ. وَلَمْ يَدْخُلُوا هُمْ إِلَى دَارِ الْوِلاَيَةِ لِكَيْ لاَ يَتَنَجَّسُوا، فَيَأْكُلُونَ الْفِصْحَ.
Ἄγουσιν ; οὖν τὸν ; Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ ; Καϊάφα εἰς τὸ ; πραιτώριον· ἦν ; δὲ πρωίᾳ καὶ ; οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ ; πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν ἀλλὰ ; φάγωσιν τὸ ; πάσχα.
وَلَكُمْ عَادَةٌ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ وَاحِدًا فِي الْفِصْحِ. أَفَتُرِيدُونَ أَنْ أُطْلِقَ لَكُمْ مَلِكَ الْيَهُودِ..
ἔστιν ; δὲ ; ὑμῖν συνήθεια ἵνα ἀπολύσω ὑμῖν ἕνα ἐν τῷ ; πάσχα· βούλεσθε ; οὖν ἀπολύσω ὑμῖν τὸν ; βασιλέα τῶν ; Ἰουδαίων;
وَكَانَ اسْتِعْدَادُ الْفِصْحِ، وَنَحْوُ السَّاعَةِ السَّادِسَةِ. فَقَالَ لِلْيَهُودِ: هُوَذَا مَلِكُكُمْ..
ἦν ; δὲ παρασκευὴ τοῦ ; πάσχα, δὲ; ὡσεὶ ὥρα ἕκτη. καὶ ; λέγει τοῖς ; Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ ; βασιλεὺς ; ὑμῶν.
وَلَمَّا أَمْسَكَهُ وَضَعَهُ فِي السِّجْنِ، مُسَلِّمًا إِيَّاهُ إِلَى أَرْبَعَةِ أَرَابعَ مِنَ الْعَسْكَرِ لِيَحْرُسُوهُ، نَاوِيًا أَنْ يُقَدِّمَهُ بَعْدَ الْفِصْحِ إِلَى الشَّعْبِ.
ὃν ; καὶ ; πιάσας ἔθετο εἰς φυλακὴν παραδοὺς τέσσαρσιν τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν ; αὐτόν, βουλόμενος ἀναγαγεῖν ; αὐτὸν μετὰ τὸ ; πάσχα τῷ ; λαῷ.¶
إِذًا نَقُّوا مِنْكُمُ الْخَمِيرَةَ الْعَتِيقَةَ، لِكَيْ تَكُونُوا عَجِينًا جَدِيدًا كَمَا أَنْتُمْ فَطِيرٌ. لأَنَّ فِصْحَنَا أَيْضًا الْمَسِيحَ قَدْ ذُبحَ لأَجْلِنَا.
οὖν ἐκκαθάρατε ζύμην, τὴν ; παλαιὰν ἵνα ἦτε φύραμα νέον καθώς ἐστε ἄζυμοι· γὰρ τὸ ; πάσχα καὶ Χριστός. ἐτύθη ὑπὲρ ; ἡμῶν
بِالإِيمَانِ صَنَعَ الْفِصْحَ وَرَشَّ الدَّمَ لِئَلاَّ يَمَسَّهُمُ الَّذِي أَهْلَكَ الأَبْكَارَ.
Πίστει πεποίηκεν τὸ ; πάσχα καὶ ; τὴν ; πρόσχυσιν τοῦ ; αἵματος, ἵνα ; μὴ θίγῃ ; αὐτῶν.¶ ὁ ὀλοθρεύων τὰ ; πρωτότοκα