ك
إصحاح
G3738
G3739. hós
G3740
المعنى المختصر للكلمة
hós: the relatively (sometimes demonstrative) pronoun, who, which, what, that
اللفظ الأصلي ὅς
نوع الكلمة اسم
طريقة النطق hós (hos)
تكرار الورود في الكتاب 1035 مرة في الكتاب
أصل الكلمة وجذرها
المعنى والشرح المفصل

the relatively (sometimes demonstrative) pronoun, who, which, what, that

الإنجليزية — KJV Translation Tags
one (an-, the) other some that what which who(-m, -se) etc

أشهر ترجمات الكلمة في ترجمة سميث وفان دايك

أشكال الكلمة في النص الأصلي:

(136×) ὃν (108×) ὃς (95×) (78×) (71×) οὗ (63×) ἣν (61×) ὧν (56×)

شواهد ورود الكلمة في الكتاب المقدس (1035 آية)

شواهد الآيات في أسفار الكتاب المقدس
الَّذِي لَمَّا أَتَى وَرَأَى نِعْمَةَ اللهِ فَرِحَ، وَوَعَظَ الْجَمِيعَ أَنْ يَثْبُتُوا فِي الرَّبِّ بِعَزْمِ الْقَلْبِ
ὃς παραγενόμενος καὶ ; ἰδὼν τὴν ; χάριν τοῦ ; θεοῦ ἐχάρη καὶ ; παρεκάλει πάντας προσμένειν ἐν τῷ ; κυρίῳ· τῇ ; προθέσει τῆς ; καρδίας
فَفِي الْحَالِ ضَرَبَهُ مَلاَكُ الرَّبِّ لأَنَّهُ لَمْ يُعْطِ الْمَجْدَ للهِ، فَصَارَ يَأْكُلُهُ الدُّودُ وَمَاتَ.
παραχρῆμα ; δὲ ἐπάταξεν ; αὐτὸν ἄγγελος κυρίου ἀνθ᾽ ; ὧν οὐκ ἔδωκεν τὴν ; δόξαν τῷ ; θεῷ, καὶ ; γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν.¶
وَبَيْنَمَا هُمْ يَخْدِمُونَ الرَّبَّ وَيَصُومُونَ، قَالَ الرُّوحُ الْقُدُسُ: أَفْرِزُوا لِي بَرْنَابَا وَشَاوُلَ لِلْعَمَلِ الَّذِي دَعَوْتُهُمَا إِلَيْهِ.
δὲ αὐτῶν λειτουργούντων τῷ ; κυρίῳ καὶ ; νηστευόντων εἶπεν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον· ἀφορίσατε μοι τὸν ; Βαρναβᾶν καὶ ; τὸν ; Σαῦλον εἰς ; τὸ ; ἔργον προσκέκλημαι ; αὐτούς.
ثُمَّ عَزَلَهُ وَأَقَامَ لَهُمْ دَاوُدَ مَلِكًا، الَّذِي شَهِدَ لَهُ أَيْضًا، إِذْ قَالَ: وَجَدْتُ دَاوُدَ بْنَ يَسَّى رَجُلاً حَسَبَ قَلْبِي، الَّذِي سَيَصْنَعُ كُلَّ مَشِيئَتِي.
καὶ μεταστήσας ; αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν ; Δαυὶδ εἰς ; βασιλέα, μαρτυρήσας· καὶ εἶπεν εὗρον Δαυὶδ τὸν ; τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν ; καρδίαν ; μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ ; θελήματά ; μου.
ثُمَّ عَزَلَهُ وَأَقَامَ لَهُمْ دَاوُدَ مَلِكًا، الَّذِي شَهِدَ لَهُ أَيْضًا، إِذْ قَالَ: وَجَدْتُ دَاوُدَ بْنَ يَسَّى رَجُلاً حَسَبَ قَلْبِي، الَّذِي سَيَصْنَعُ كُلَّ مَشِيئَتِي.
καὶ μεταστήσας ; αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν ; Δαυὶδ εἰς ; βασιλέα, ᾧ μαρτυρήσας· καὶ εἶπεν εὗρον Δαυὶδ τὸν ; τοῦ Ἰεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν ; καρδίαν ; μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ ; θελήματά ; μου.
وَلَمَّا صَارَ يُوحَنَّا يُكَمِّلُ سَعْيَهُ جَعَلَ يَقُولُ: مَنْ تَظُنُّونَ أَنِّي أَنَا. لَسْتُ أَنَا إِيَّاهُ، لكِنْ هُوَذَا يَأْتِي بَعْدِي الَّذِي لَسْتُ مُسْتَحِقًّا أَنْ أَحُلَّ حِذَاءَ قَدَمَيْهِ.
δὲ ὡς ὁ ; Ἰωάννης ἐπλήρου τὸν ; δρόμον ἔλεγεν· Τίνα ὑπονοεῖτε ἐμὲ εἶναι; οὐκ ἐγώ· ; εἰμὶ ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἔρχεται μετ᾽ ; ἐμὲ οὗ οὐκ εἰμὶ ; ἄξιος λῦσαι.¶ ὑπόδημα τῶν ; ποδῶν
وَبِهذَا يَتَبَرَّرُ كُلُّ مَنْ يُؤْمِنُ مِنْ كُلِّ مَا لَمْ تَقْدِرُوا أَنْ تَتَبَرَّرُوا مِنْهُ بِنَامُوسِ مُوسَى.
καὶ ; ἐν ; τούτῳ δικαιωθῆναι, πᾶς τῷ ; πιστεύων ἀπὸ πάντων ὧν οὐκ ἠδυνήθητε δικαιοῦται. ἐν ; ὁ ; νόμῳ Μωϋσέως
فَالْجُمُوعُ لَمَّا رَأَوْا مَا فَعَلَ بُولُسُ، رَفَعُوا صَوْتَهُمْ بِلُغَةِ لِيكَأُونِيَّةَ قَائِلِينَ: إِنَّ الآلِهَةَ تَشَبَّهُوا بِالنَّاسِ وَنَزَلُوا إِلَيْنَا.
οἵ ; δὲ; ὄχλοι ἰδόντες ἐποίησεν ὁ ; Παῦλος ἐπῆραν τὴν ; φωνὴν ; αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· οἱ ; θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ; ἡμᾶς·
وقائلينِ: أيُّها الرِّجالُ، لِمَاذَا تَفْعَلُونَ هذَا. نَحْنُ أَيْضًا بَشَرٌ تَحْتَ آلاَمٍ مِثْلُكُمْ، نُبَشِّرُكُمْ أَنْ تَرْجِعُوا مِنْ هذِهِ الأَبَاطِيلِ إِلَى الإِلهِ الْحَيِّ الَّذِي خَلَقَ السَّمَاءَ وَالأَرْضَ وَالْبَحْرَ وَكُلَّ مَا فِيهَا،
καὶ ; λέγοντες· ἄνδρες, τί ποιεῖτε; ταῦτα ἡμεῖς καὶ ἄνθρωποι, ὁμοιοπαθεῖς ; ἐσμεν ; ὑμῖν εὐαγγελιζόμενοι ; ὑμᾶς ἐπιστρέφειν ἀπὸ τούτων τῶν ; ματαίων ἐπὶ τὸν ; θεὸν τὸν ; ζῶντα, ὃς ἐποίησεν τὸν ; οὐρανὸν καὶ ; τὴν ; γῆν καὶ ; τὴν ; θάλασσαν καὶ ; πάντα τὰ ἐν ; αὐτοῖς,
الَّذِي فِي الأَجْيَالِ الْمَاضِيَةِ تَرَكَ جَمِيعَ الأُمَمِ يَسْلُكُونَ فِي طُرُقِهِمْ
ὃς ἐν ταῖς ; γενεαῖς παρῳχημέναις εἴασεν πάντα τὰ ; ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς ; αὐτῶν·
وَانْتَخَبَا لَهُمْ قُسُوسًا فِي كُلِّ كَنِيسَةٍ، ثُمَّ صَلَّيَا بِأَصْوَامٍ وَاسْتَوْدَعَاهُمْ لِلرَّبِّ الَّذِي كَانُوا قَدْ آمَنُوا بِهِ.
χειροτονήσαντες ; δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους, κατ᾽ ἐκκλησίαν προσευξάμενοι μετὰ ; νηστειῶν παρέθεντο ; αὐτοὺς τῷ ; κυρίῳ εἰς ; ὃν πεπιστεύκεισαν.
وَمِنْ هُنَاكَ سَافَرَا فِي الْبَحْرِ إِلَى أَنْطَاكِيَةَ، حَيْثُ كَانَا قَدْ أُسْلِمَا إِلَى نِعْمَةِ اللهِ لِلْعَمَلِ الَّذِي أَكْمَلاَهُ.
κἀκεῖθεν ἀπέπλευσαν εἰς Ἀντιόχειαν, ὅθεν ἦσαν ; παραδεδομένοι τῇ ; χάριτι τοῦ ; θεοῦ εἰς ; τὸ ; ἔργον ἐπλήρωσαν.
لِكَيْ يَطْلُبَ الْبَاقُونَ مِنَ النَّاسِ الرَّبَّ، وَجَمِيعُ الأُمَمِ الَّذِينَ دُعِيَ اسْمِي عَلَيْهِمْ، يَقُولُ الرَّبُّ الصَّانِعُ هذَا كُلَّهُ.
ὅπως ; ἂν ἐκζητήσωσιν οἱ ; κατάλοιποι τῶν ; ἀνθρώπων τὸν ; κύριον καὶ ; πάντα τὰ ; ἔθνη, ἐφ᾽ ; οὓς ἐπικέκληται τὸ ; ὄνομά ; μου ἐπ᾽ ; αὐτούς, λέγει κύριος ὁ ; ποιῶν ταῦτα πάντα
إِذْ قَدْ سَمِعْنَا أَنَّ أُنَاسًا خَارِجِينَ مِنْ عِنْدِنَا أَزْعَجُوكُمْ بِأَقْوَال، مُقَلِّبِينَ أَنْفُسَكُمْ، وَقَائِلِينَ أَنْ تَخْتَتِنُوا وَتَحْفَظُوا النَّامُوسَ، الَّذِينَ نَحْنُ لَمْ نَأْمُرْهُمْ.
Ἐπειδὴ ἠκούσαμεν ὅτι τινὲς ἐξελθόντες ἐξ ; ἡμῶν ἐτάραξαν ; ὑμᾶς λόγοις ἀνασκευάζοντες τὰς ; ψυχὰς ; ὑμῶν λέγοντες περιτέμνεσθαι καὶ ; τηρεῖν τὸν ; νόμον, οἷς οὐ ; διεστειλάμεθα,
أَنْ تَمْتَنِعُوا عَمَّا ذُبحَ لِلأَصْنَامِ، وَعَنِ الدَّمِ، وَالْمَخْنُوقِ، وَالزِّنَا، الَّتِي إِنْ حَفِظْتُمْ أَنْفُسَكُمْ مِنْهَا فَنِعِمَّا تَفْعَلُونَ. كُونُوا مُعَافَيْنَ.
ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ ; πνικτοῦ καὶ ; πορνείας· διατηροῦντες ἑαυτοὺς ἐξ ; ὧν εὖ πράξετε. ἔρρωσθε.¶
ثُمَّ بَعْدَ أَيَّامٍ قَالَ بُولُسُ لِبَرْنَابَا: لِنَرْجِعْ وَنَفْتَقِدْ إِخْوَتَنَا فِي كُلِّ مَدِينَةٍ نَادَيْنَا فِيهَا بِكَلِمَةِ الرَّبِّ، كَيْفَ هُمْ.
δέ Μετὰ τινας ; ἡμέρας εἶπεν Παῦλος· πρὸς ; Βαρναβᾶν ἐπιστρέψαντες ; δὴ ἐπισκεψώμεθα τοὺς ; ἀδελφοὺς ; ἡμῶν κατὰ πᾶσαν πόλιν κατηγγείλαμεν ἐν ; αἷς τὸν ; λόγον τοῦ ; κυρίου, πῶς ἔχουσιν.
وَكَانَ مَشْهُودًا لَهُ مِنَ الإِخْوَةِ الَّذِينَ فِي لِسْتَرَةَ وَإِيقُونِيَةَ.
ὃς ἐμαρτυρεῖτο ὑπὸ τῶν ; ἀδελφῶν. ἐν Λύστροις καὶ ; Ἰκονίῳ
وَهُوَ إِذْ أَخَذَ وَصِيَّةً مِثْلَ هذِهِ، أَلْقَاهُمَا فِي السِّجْنِ الدَّاخِلِيِّ، وَضَبَطَ أَرْجُلَهُمَا فِي الْمِقْطَرَةِ.
ὃς εἰληφώς παραγγελίαν τοιαύτην ἔβαλεν ; αὐτοὺς εἰς τὴν ; φυλακὴν ἐσωτέραν καὶ ; ἠσφαλίσατο τοὺς ; πόδας ; αὐτῶν εἰς τὸ ; ξύλον.¶
مُوَضِّحًا وَمُبَيِّنًا أَنَّهُ كَانَ يَنْبَغِي أَنَّ الْمَسِيحَ يَتَأَلَّمُ وَيَقُومُ مِنَ الأَمْوَاتِ، وَأَنَّ: هذَا هُوَ الْمَسِيحُ يَسُوعُ الَّذِي أَنَا أُنَادِي لَكُمْ بِهِ.
διανοίγων καὶ ; παρατιθέμενος ὅτι ἔδει τὸν ; χριστὸν παθεῖν καὶ ; ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν καὶ ; ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ ; χριστὸς ὁ ; Ἰησοῦς ὃν ἐγὼ καταγγέλλω ; ὑμῖν.
لأَنَّنِي بَيْنَمَا كُنْتُ أَجْتَازُ وَأَنْظُرُ إِلَى مَعْبُودَاتِكُمْ، وَجَدْتُ أَيْضًا مَذْبَحًا مَكْتُوبًا عَلَيْهِ: لإِلهٍ مَجْهُول. فَالَّذِي تَتَّقُونَهُ وَأَنْتُمْ تَجْهَلُونَهُ، هذَا أَنَا أُنَادِي لَكُمْ
γὰρ διερχόμενος καὶ ; ἀναθεωρῶν τὰ ; σεβάσματα ; ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐπεγέγραπτο· ἐν ; ᾧ θεῷ. ἀγνώστῳ Ὃν; οὖν εὐσεβεῖτε, ἀγνοοῦντες τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν.
لأَنَّهُ أَقَامَ يَوْمًا هُوَ فِيهِ مُزْمِعٌ أَنْ يَدِينَ الْمَسْكُونَةَ بِالْعَدْلِ، بِرَجُل قَدْ عَيَّنَهُ، مُقَدِّمًا لِلْجَمِيعِ إِيمَانًا إِذْ أَقَامَهُ مِنَ الأَمْوَاتِ.
διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ; ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν ; οἰκουμένην ἐν ; δικαιοσύνῃ ἐν ; ἀνδρὶ ᾧ ; ὥρισεν παρασχὼν πᾶσιν, πίστιν ἀναστήσας ; αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.¶
فَشَرَعَ قَوْمٌ مِنَ الْيَهُودِ الطَّوَّافِينَ الْمُعَزِّمِينَ أَنْ يُسَمُّوا عَلَى الَّذِينَ بِهِمِ الأَرْوَاحُ الشِّرِّيرَةُ بِاسْمِ الرَّبِّ يَسُوعَ، قَائِلِينَ: نُقْسِمُ عَلَيْكَ بِيَسُوعَ الَّذِي يَكْرِزُ بِهِ بُولُسُ.
δέ ; Ἐπεχείρησαν τινες ἀπὸ τῶν ; Ἰουδαίων περιερχομένων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ ; πνεύματα τὰ ; πονηρὰ τὸ ; ὄνομα τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ λέγοντες· Ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ; Ἰησοῦν ὃν κηρύσσει. ὁ ; Παῦλος
فَوَثَبَ عَلَيْهِمُ الإِنْسَانُ الَّذِي كَانَ فِيهِ الرُّوحُ الشِّرِّيرُ، وَغَلَبَهُمْ وَقَوِيَ عَلَيْهِمْ، حَتَّى هَرَبُوا مِنْ ذلِكَ الْبَيْتِ عُرَاةً وَمُجَرَّحِينَ.
καὶ ; ἐφαλλόμενος ἐπ᾽ ; αὐτούς, ὁ ; ἄνθρωπος ἦν ἐν τὸ ; πνεῦμα τὸ ; πονηρόν, ἴσχυσεν ; κατ᾽ ; αὐτῶν, κατακυριεύσας αὐτῶν ὥστε ἐκφυγεῖν ἐκ ἐκείνου. τοῦ ; οἴκου γυμνοὺς καὶ ; τετραυματισμένους
فَلَيْسَ نَصِيبُنَا هذَا وَحْدَهُ خَطَرٍ مِنْ أَنْ يَحْصُلَ فِي إِهَانَةٍ، بَلْ أَيْضًا هَيْكَلُ أَرْطَامِيسَ، الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ، أَنْ يُحْسَبَ لاَ شَيْءَ، وَأَنْ سَوْفَ تُهْدَمُ عَظَمَتُهَا، هِيَ الَّتِي يَعْبُدُهَا جَمِيعُ أَسِيَّا وَالْمَسْكُونَةِ.
οὐ ; μόνον τὸ ; μέρος τοῦτο μόνον κινδυνεύει ἐλθεῖν εἰς ἀπελεγμὸν ἀλλὰ καὶ τὸ ; ἱερὸν Ἀρτέμιδος τῆς ; θεᾶς μεγάλης λογισθῆναι, εἰς ; οὐθὲν δὲ ; καὶ μέλλειν ; καθαιρεῖσθαι μεγαλειότητα; αὐτῆς ἣν σέβεται.¶ ὅλη ἡ ; Ἀσία καὶ ; ἡ ; οἰκουμένη
ثُمَّ سَكَّنَ الْكَاتِبُ الْجَمْعَ وَقَالَ: أَيُّهَا الرِّجَالُ الأَفَسُسِيُّونَ، مَنْ هُوَ الإِنْسَانُ الَّذِي لاَ يَعْلَمُ أَنَّ مَدِينَةَ الأَفَسُسِيِّينَ مُتَعَبِّدَةٌ لأَرْطَامِيسَ الإِلهَةِ الْعَظِيمَةِ وَالتِّمْثَالِ الَّذِي هَبَطَ مِنْ زَفْسَ.
δὲ καταστείλας ὁ ; γραμματεὺς τὸν ; ὄχλον φησίν· ἄνδρες Ἐφέσιοι, τίς ; γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ γινώσκει τὴν ; πόλιν Ἐφεσίων νεωκόρον τῆς ; Ἀρτέμιδος θεᾶς μεγάλης καὶ ; τοῦ ; διοπετοῦς;
لأَنَّنَا فِي خَطَرٍ أَنْ نُحَاكَمَ مِنْ أَجْلِ فِتْنَةِ هذَا الْيَوْمِ. وَلَيْسَ عِلَّةٌ يُمْكِنُنَا مِنْ أَجْلِهَا أَنْ نُقَدِّمَ حِسَابًا عَنْ هذَا التَّجَمُّعِ.
καὶ ; γὰρ κινδυνεύομεν ἐγκαλεῖσθαι περὶ στάσεως τῆς ; σήμερον μηδενὸς αἰτίου ; ὑπάρχοντος δυνησόμεθα περὶ ; οὗ ἀποδοῦναι λόγον περὶ ταύτης. τῆς ; συστροφῆς
وَلكِنَّنِي لَسْتُ أَحْتَسِبُ لِشَيْءٍ، وَلاَ نَفْسِي ثَمِينَةٌ عِنْدِي، حَتَّى أُتَمِّمَ بِفَرَحٍ سَعْيِي وَالْخِدْمَةَ الَّتِي أَخَذْتُهَا مِنَ الرَّبِّ يَسُوعَ، لأَشْهَدَ بِبِشَارَةِ نِعْمَةِ اللهِ.
ἀλλ᾽ οὐδενὸς ; λόγον; ποιοῦμαι οὐδὲ τὴν ; ψυχὴν ; μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι μετὰ ; χαρᾶς τὸν ; δρόμον ; μου καὶ ; τὴν ; διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ ; κυρίου Ἰησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ ; εὐαγγέλιον τῆς ; χάριτος τοῦ ; θεοῦ.
وَالآنَ هَا أَنَا أَعْلَمُ أَنَّكُمْ لاَ تَرَوْنَ وَجْهِي أَنْتُمْ جَمِيعًا الَّذِينَ مَرَرْتُ بَيْنَكُمْ كَارِزًا بِمَلَكُوتِ اللهِ.
καὶ ; νῦν ἰδοὺ ἐγὼ οἶδα ὅτι οὐκέτι ὄψεσθε τὸ ; πρόσωπόν ; μου ὑμεῖς πάντες, οἷς διῆλθον ἐν κηρύσσων τὴν ; βασιλείαν τοῦ ; θεοῦ.
اِحْتَرِزُوا اِذًا لأَنْفُسِكُمْ وَلِجَمِيعِ الرَّعِيَّةِ الَّتِي أَقَامَكُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ فِيهَا أَسَاقِفَةً، لِتَرْعَوْا كَنِيسَةَ اللهِ الَّتِي اقْتَنَاهَا بِدَمِهِ.
προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ ; παντὶ τῷ ; ποιμνίῳ, ἔθετο τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐν ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ ; τοῦ ; αἵματος ; ἰδίου.¶ ; τοῦ
اِحْتَرِزُوا اِذًا لأَنْفُسِكُمْ وَلِجَمِيعِ الرَّعِيَّةِ الَّتِي أَقَامَكُمُ الرُّوحُ الْقُدُسُ فِيهَا أَسَاقِفَةً، لِتَرْعَوْا كَنِيسَةَ اللهِ الَّتِي اقْتَنَاهَا بِدَمِهِ.
προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ ; παντὶ τῷ ; ποιμνίῳ, ᾧ ἔθετο τὸ ; πνεῦμα τὸ ; ἅγιον ἐν ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ; ἐκκλησίαν τοῦ ; θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ ; τοῦ ; αἵματος ; ἰδίου.¶ ; τοῦ